BookPDF Available

Ναπολέων εν Κεφαλληνία - δυο θεατρικά έργα πάνω σ' ένα θέμα

Authors:

Abstract

Το βιβλίο περιέχει δύο θεατρικά έργα που γράφτηκαν για ωα χρησιμοποιηθούν ως εκπαιδευτικό υλικό με αφορμή τα 200 χρόνια από τον θάνατο του Ναπολέοντα, που συμπληρώθηκαν το 2021. Το ένα («Ναπολέων εν Κεφαλληνία») είναι κωμικό και προϊόν μυθοπλασίας. Ο Ναπολέων συναντιέται στην Κεφαλονιά με την κεφαλονίτικη ιδιοσυγκρασία (δηλαδή την «κουρλαμάδα». Το δεύτερο «Ο Ναπολέων και οι εφτά κεφαλονίτες»βασίζεται σε ιστορικά στοιχεία και αναφέρεται στην ιστορικά τεκμηριωμένη σχέση του Βοναπάρτη με ιστορικά πρόσωπα που κατάγονται από την Κεφαλονιά.
Ηλίας Τουμασάτος
2
Ο Ηλίας Τουμασάτος γεννήθηκε στο
Αργοστόλι Κεφαλονιάς το 1974.
Είναι πτυχιούχος των τμημάτων
Νομικής και Θεατρικών Σπουδών
του Πανεπιστημίου Αθηνών,
διδάκτορας του Τμήματος Ιστορίας
του Ιονίου Πανεπιστημίου, και έχει
μάστερ στην Εκπαιδευτική
Ψυχολογία (Πανεπιστήμιο
Λευκωσίας).
Από το 2000 έως το 2009 ήταν
Διευθυντής στην Κοργιαλένειο
Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, και από το
2009 είναι καθηγητής Κοινωνικών
Επιστημών στο Βαλλιάνειο Γενικό
Λύκειο Κεραμειών Κεφαλονιάς.
Έχει δημοσιεύσει μελέτες για το
θέατρο, την επτανησιακή φιλολογία
και ιστορία σε επιστημονικά
περιοδικά και συνέδρια, και έχει
εκδώσει λογοτεχνικά και
επιστημονικά βιβλία.
ISBN: 978-618-85038-3-0
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
Δύο θεατρικά έργα σ’ ένα θέμα
Ηλίας Τουμασάτος
4
Ηλίας Τουμασάτος
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
Δύο θεατρικά έργα σ’ ένα θέμα
© copyright Ηλίας Τουμασάτος, εκδόσεις IONICA
Πρώτη έκδοση (e-book: Ιούλιος 2022)
ISBN: 978-618-85038-3-0
Κεραμειές Κεφαλληνίας, 281 00 Αργοστόλι
Τηλ. 6979380544
Ε-mail: eliastoum@hotmail.com
Το περιεχόμενο της παρούσας έκδοσης προστατεύεται από την
ελληνική και διεθνή νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Η
αναπαραγωγή και χρήση του υλικού επιτρέπεται για εκπαιδευτικούς
σκοπούς.
This work is licensed under a Creative Commons Attribution-
NoDerivatives 4.0 International License
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
Ηλίας Τουμασάτος
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
Δύο θεατρικά έργα σ’ ένα θέμα
Ι. Ναπολέων εν Κεφαλληνία
ΙΙ. Ο Ναπολέων και οι Εφτά Κεφαλονίτες
I
IO
ON
NI
IC
CA
A
Κεφαλονιά 2022
Ηλίας Τουμασάτος
6
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
7
Πίνακας περιεχομένων
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ............................................................................................ 9
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ ............................................. 13
Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΤΑ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΕΣ ..................... 71
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1: ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ 1757-1817 ........................................................ 119
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2: ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΑΣ
ΠΕΡΙΟΔΟΥ .............................................................................. 122
Ηλίας Τουμασάτος
8
Η Ευρώπη το 1812. Πηγή: Wikimedia commons
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
9
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
ο 2021 συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από την Ελληνική
Επανάσταση του 1821, αλλά και 200 χρόνια από τον θάνατο
του Ναπολέοντος Βοναπάρτη, στον τόπο εξορίας του, το νησί
της Αγίας Ελένης στη μέση του Ατλαντικού.
Για τα Επτάνησα, όπως και για τον υπόλοιπο ελληνισμό, ο
Ναπολέων υπήρξε φυσιογνωμία καταλυτική. Ήταν εκείνος που
κατέλυσε τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, τερματίζοντας
μια κατοχή τριών και πλέον αιώνων στα νησιά. Από την άλλη, οι
προσδοκίες των υπόδουλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ότι οι
ανατροπές που έφερε η Γαλλική Επανάσταση μπορούσαν να
πυροδοτήσουν εξελίξεις για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον
οθωμανικό ζυγό. Προσδοκίες που οι ισορροπίες των δυνάμεων της
εποχής διέψευσαν, για ακόμη μια φορά.
Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται δύο θεατρικά έργα. Το πρώτο,
είναι κωμικό και είναι καθαρά προϊόν μυθοπλασίας, βασίζεται όμως
και σε ιστορικά δεδομένα. Αναφέρεται στο πέρασμα του
Ναπολέοντα, κατά την επιστροφή του από τη Μέση Ανατολή στη
Γαλλία από την Κεφαλονιά και τη συνάντησή του με
χαρακτηριστικούς Κεφαλονίτες. Γι’ αυτό το πέρασμα δεν έχουμε
ιστορική τεκμηρίωση, ωστόσο για να διαμορφωθεί το ιστορικό
πλαίσιο του έργου χρειάστηκε μελέτη της ιστορίας της εποχής.
Περισσότερο κοντά στην ιστορική αλήθεια είναι το δεύτερο θεατρικό
έργο, που ξεμακραίνει από το υπονομευτικό και διαβρωτικό αλάτι
T
Ηλίας Τουμασάτος
10
της κωμωδίας. Αναφέρεται στην ιστορικά τεκμηριωμένη σχέση του
Ναπολέοντα με επιφανείς Κεφαλονίτες επιστήμονες, λόγιους και
στρατιωτικούς, σε διάφορες φάσεις της ιστορικής του πορείας.
Πρόκειται για τους Άγγελο Κατσαΐτη, Σωτήριο Βούρβαχη, Μάρκο
Χαρβούρη, Μαρίνο Μεταξά, Διονύσιο Σωτ. Βούρβαχη, Μαρίνο
Μελισσηνό και Νικόλαο Λοβέρδο.
Η ιδέα γι’ αυτό το θεατρικό γεννήθηκε σε μια συνάντηση το
καλοκαίρι του 2017, στην οποία συμμετείχαν η προϊσταμένη των
ΓΑΚ –Αρχείων Νομού Κεφαλληνίας Δρ Θεοδώρα Ζαφειράτου, η
πρόξενος της Γαλλίας στα νησιά μας κ. Εμμανουέλα Σινάγκρα και ο
Ορέστης Καππάτος, στρατιωτικός, αλλά πάνω απ’ όλα λάτρης της
έρευνας γύρω από την Επτανησιακή Ιστορία με μεγάλη πολιτιστική
δράση είτε μέσω του συλλόγου «Ριφόρτσο» είτε μέσω της ιστοσελίδας
«Κομπόγιο Ιστορίας Κεφαλονιάς και Ιθάκης» στο διαδίκτυο, που έχει
ενώσει χιλιάδες συμπατριώτες μας που μοιράζονται πληροφορίες και
συχνότατα πρωτογενές ιστορικό υλικό. Ο κ. Καππάτος μας
προσκόμισε όλα τα ιστορικά στοιχεία που χρειάζονταν για να
δημιουργηθεί μια θεατρική παράσταση που θα παρουσιαζόταν στο
νησί και δυνητικά στη Γαλλία, και θα ενέτασσε το νησί σ’ ένα
γενικότερο πλαίσιο εκδηλώσεων για τον Ναπολέοντα.
Ο δικός μου ρόλος ήταν, αξιοποιώντας αυτά τα ιστορικά στοιχεία,
να συνθέσω ένα έργο που θα έδειχνε, με κάποια ιστορική πιστότητα,
τη δράση του Ναπολέοντα στην περιοχή με τρόπο εύληπτο και
προσιτό για το κοινό… Ξεκίνησα με το πρώτο έργο (σε τρεις πράξεις
αντί για τέσσερις που παρουσιάζονται εδώ), αλλά το αποτέλεσμα μας
φάνηκε κατ’ αρχήν πολύ κωμικό κι έτσι γράφτηκε και το δεύτερο
έργο, που είχε περισσότερες ιστορικές λεπτομέρειες και φαίνεται να
ανταποκρινόταν πιο αποτελεσματικά στον στόχο που θα είχαν αυτές
οι εκδηλώσεις.
Η κ. Σινάγκρα, ακούραστη όπως πάντα, ξεκίνησε τις προσπάθειες
για την εξεύρεση πόρων και την συνεργασία με θεσμικούς φορείς στη
Γαλλία και εδώ. Ξεκίνησαν και συζητήσεις με τους σκηνοθέτες κ. κ.
Πάνο Βαρδάκο και Σταύρο Παπαδάτο. Ο κ. Βαρδάκος μας
«ξαναγύρισε» στο πρώτο, το κωμικό έργο, και πρότεινε την
προσθήκη μιας ακόμη πράξης που θα αναδείκνυε κάπως
περισσότερο τον ιστορικό ρόλο του Ναπολέοντα, χωρίς να χάνεται
το «μπαχάρι» του κεφαλονίτικου χιούμορ. Έτσι εγκαταλείψαμε το
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
11
δεύτερο έργο, και ξανάπιασα στα χέρια μου το πρώτο, γράφοντας
την τέταρτη πράξη.
Όταν όμως εμείς οι άνθρωποι κάνουμε σχέδια, ο θεός γελάει. Η
πανδημία του κορωνοϊού που σάρωσε την πολιτιστική ζωή σ’ όλη τη
διάρκεια του 2020 και του 2021 δεν επέτρεψε η προσπάθεια να
συνεχιστεί και να ανεβεί η παράσταση στην ώρα της. Ασφαλώς δεν
είναι η πρώτη φορά που ένα θεατρικό έργο μένει στα χαρτιά και δεν
ανεβαίνει. Σήμερα πάντως, εν έτει 2022, το momentum της επετείου
των 200 χρόνων από τον θάνατο του Ναπολέοντα έχει παρέλθει.
Σκέφτηκα να εκδώσω αυτό το βιβλίο σε e-book εις ανάμνησιν αυτής
της όμορφης συνεργασίας, και θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους
ανθρώπους που με παρακίνησαν και με υποστήριξαν στη συγγραφή
και των δύο έργων. Δεν πειράζει που κανένα τους δεν βρήκε τον
δρόμο για τη σκηνή, η συγγραφή, η μελέτη των στοιχείων, οι
κουβέντες μας είχαν μεγάλη αξία.
Ευχαριστώ θερμά λοιπόν
Την πρόξενο της Γαλλίας κ. Εμμανουέλα Σινάγκρα, για όλη
της την προσπάθεια να υλοποιηθεί το εγχείρημα
Τον κ. Ορέστη Καππάτο, για τα πολύτιμα ιστορικά στοιχεία
που παρείχε και αποτέλεσαν την αφετηρία για να γραφτούν
και τα δύο έργα
Την προϊσταμένη των ΓΑΚ-Αρχείων Νομού Κεφαλονιάς Δρ
Θεοδώρα Ζαφειράτου
Τον σκηνοθέτη κ. Πάνο Βαρδάκο, για τις πολύτιμες οδηγίες
και προτάσεις για βελτιώσεις, μετά την πρώτη ανάγνωση του
έργου
Τον σκηνοθέτη κ. Σταύρο Παπαδάτο, με τον οποίο είχαν
αρχίσει οι συζητήσεις για ανέβασμα του έργου λίγο πριν μας
επισκεφτεί η πανδημία
Τον εκπαιδευτικό, ερευνητή και αντιδήμαρχο Ληξουρίου κ.
Γεράσιμο Γαλανό, για τις πολύτιμες ηχογραφήσεις που μας
παραχώρησε και θα αξιοποιούνταν σκηνικά και θα
εντάσσονταν στο έργο, αν είχαμε κατορθώσει το ανέβασμά
του.
Παρόλο που η προσπάθεια αυτή δεν στέφθηκε με επιτυχία, ως
εκπαιδευτικός έχω πάντα στο μυαλό μου τη δυνατότητα αξιοποίησης
Ηλίας Τουμασάτος
12
των κειμένων στο πλαίσιο της διδασκαλίας. Επιχειρώντας να
προσεγγίσουμε διαθεματικά τα μαθήματα της τοπικής Ιστορίας, της
Νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας, αλλά ακόμα και της Φιλοσοφίας (σε
ότι αφορά την περίοδο του Διαφωτισμού και της γέννησης ενός
καινούριου κόσμου μετά τη Γαλλική Επανάσταση), το δεύτερο έργο
μπορεί να μας δώσει αρκετό υλικό, κυρίως στη Δευτεροβάθμια, αλλά
και στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Το πρώτο έργο, πιο ελεύθερο
από ιστορικές λεπτομέρειες, μπορεί να αξιοποιηθεί λιγότερο ίσως για
τη μελέτη της Ιστορίας, αλλά μπορεί να γνωρίσει τα παιδιά με την
τοπική μας ντοπιολαλιά, αλλά και τα ήθη μιας άλλης εποχής στο
νησί.
Τα θεατρικά έργα είναι μοιραίο να είναι «ατελή» έργα τέχνης, απλές
παρτιτούρες που για να πάρουν ζωή χρειάζονται τη σκηνική τους
μεταφορά. Αυτό λοιπόν που θα βρείτε στο παρόν e-book είναι απλά
μια «παρτιτούρα» που μπορεί ποτέ της να μην πάρει ζωή Ίσως,
κάποτε, κάποιος μπορεί να βρει κάτι ενδιαφέρον σ’ αυτό και να του
δώσει ζωή.
Αγκώνας Κεφαλονιάς, Αύγουστος 2022
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
13
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ
ΔΡΑΜΑ ΚΩΜΙΚΟΝ ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΨΙΛa
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ
ΔΡΑΜΑ ΚΩΜΙΚΟΝ ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΨΙΛΑ
Ηλίας Τουμασάτος
14
Πρόσωπα του έργου
Ναπολέων Βοναπάρτης
Διονύσιος Βούρβαχης
Φανταστικά πρόσωπα
Μαριγούλα Δελλαπόρτα, Ληξουριώτισσα αρχοντοπούλα
Παμεινώντας, κάτοικος της Αγίας Ευφημίας-
Φιορούλα, τροφός της Μαριγούλας
Τιμολέων, ξυλουργός από το Αργοστόλι, μνηστήρας της Μαριγούλας
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
15
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Στο Γραφείο του Ναπολέοντα, Νήσος Έλβα
Σκηνή 1
Ναπολέων (μόνος)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (στριφογυρίζει νευρικά)… Ε, όχι! Όχι, δεν γίνονται
αυτά τα πράγματα! (σιωπή)… Θα γράψω εγώ τα
απομνημονεύματά μου και δεν θα σας ξεπλένει ούτε ο
Νείλος! Ο Νείλος… μα τι τα θυμάμαι τώρα όλα αυτά, μέχρι
εκεί έφτασε η χάρη μου… και τώρα… να! Αχαριστία!
Αχαριστία! Μα και πού δεν πήγα να σηκώσω τη γαλλική
σημαία! Όλη την Ευρώπη όργωσα! Ακόμα και η Ρωσία
κόντεψε να γίνει δικιά μου… Καλά… εντάξει, το ξέρω, εκεί
τα έφαγα τα μούτρα μου, αλλά… Όχι, πείτε μου εσείς, πότε
γνώρισε η Γαλλία μεγαλύτερες δόξες; Έξι φορές
συμμαχήσανε εναντίον μου, λυσσάξανε όλοι να με φάνε. Μα
εγώ, έφτασα εκεί που δεν έφτασε κανένας άλλος. Το λέει και
ο τίτλος μου: Ακούστε να καταλάβετε: «Η Αυτού
Αυτοκρατορική και Βασιλική Μεγαλειότητα ο Ναπολέων Α΄,
Με τη Χάρη του Θεού και τα Συντάγματα της
Αυτοκρατορίας, ο Αυτοκράτορας των Γάλλων, Βασιλιάς της
Ιταλίας, Προστάτης της Συνομοσπονδίας του Ρήνου,
Μεσολαβητής της Ελβετικής Συνομοσπονδίας». Με
εννοήσατε; Όχι, παίζουμε! Μέχρι να το πεις, βράδιασε!
Αυτά… μέχρι τον Απρίλη. Αφήστε τα, μαύρη χρονιά το
1814, χειρότερα δε γίνεται…
Σκηνή 2
Ναπολέων, Διονύσιος Βούρβαχης
(μπαίνει ο ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ, χωρίς να τον καταλάβει ο Ναπολέων)
Ηλίας Τουμασάτος
16
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μωρέ θα τα γράψω εγώ και εις τους αιώνας των
αιώνων θα με δοξάζουνε. Δεν έχω εγώ εμπιστοσύνη σ’
αυτούς τους ιστορικούς, α πα πα, έχουνε πάρει πολύ αέρα τα
μυαλά τους… Ακούστε να σας πω τα βασικά: Όλοι οι
Ευρωπαίοι εναντίον μου: Μα Ρώσοι, μα αυστριακοί, μα
πρώσοι, μα σπανιόλοι, μα πορτογάλοι, όλοι, μόλις
στραβοπάτησα εκεί στη Ρωσία, αμέσως… να με φάνε. Το
πάλεψα, να πει κανείς πως δεν το πάλεψα. Σ’ όλη την
Ευρώπη, κακός χαμός! Αλλά… ας όψεται εκείνος ο αλήτης ο
Δούκας του Ουέλινγκτον… 30 του Μάρτη μπουκάρουνε οι
αντίπαλοι στο Παρίσι. Ναι, καλά ακούτε, στο Παρίσι. Το
δικό μου το Παρίσι.
(ξεροβήχει ο ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (χωρίς να κοιτάξει): Αλέ κι εσύ καμαριέρη, σου είπα δεν
θέλω σήμερα πρωινό… δεν σου είπα να μη μ’ ενοχλείς όταν
σκέφτομαι!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μα..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Βρε α παράτα μας κι εσύ να εξηγήσω στον κοσμάκη
να με καταλάβει. Και που λέτε, μόλις το βλέπουνε αυτό τα
φίδια τα κολοβά οι στρατηγοί μου… στήσανε και ανταρσία,
τα καθάρματα! Αυτοί, που πίνανε νερό στ’ όνομά μου, που
κακό χρόνο να ‘χουνε… Αυτός ο Μιχαλάκης ο Νε, «ο
γενναίος των γενναίων» έτσι τονε φωνάζανε, σηκώσανε
κεφάλι και μου λένε «Παραιτήσου».
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μεγαλειότατε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είπαμε, δεν θα μου στρώσεις εσύ το κρεβάτι, εγώ θα
το φτιάξω μονάχος μου. Αλέ τώρα, τράβα να πεις στη
μαγείρισσα να φτιάξει κανα φαΐ της προκοπής, και όχι
πολλά πιπέρια, διότι έχουμε και έλκος, μη με στείλει πριν
την ώρα μου η κακορίζικη.
Ο Βούρβαχης χειρονομεί με απελπισία, δεν φεύγει, αλλά ο Ναπολέων δεν
φαίνεται να τον βλέπει.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ακούτε; Παραιτήσου! Τα τσουτσέκια στον
Αυτοκράτορα! Υπάρχει μεγαλύτερη προδοσία; Και εγώ… το
πήρα απόφαση. Λέω… θα φαρμακωθώ. Και πάω και βρίσκω
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
17
ένα μπουκαλάκι με δηλητήριο που το ‘χα για την περίσταση,
και νάσου όλο μια γουλιά. Κι έρχεται εκείνος ο άχρηστος ο
γιατρός, και με σώζει από τη δηλητηρίαση. Αυτός, που δεν
ήξερε ένα ράμμα να μου κάνει στον πόλεμο, ποιος του έδωσε
πτυχίο δεν ξέρω!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μεγαλειότατε, είναι επείγον…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα θα βγάλεις το σκασμό καμιά φορά. Πάνω στο
καλύτερο να θες να με κόψεις;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μεγαλειότατε, δεν είμαι ο καμαριέρης.
(Ο Ναπολέων γυρίζει και εκπλήσσεται από την παρουσία του Βούρβαχη)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και ποιος είσαι εσύ; (Πάει να βγάλει το πιστόλι). Πού
είναι εκείνος ο άχρηστος ο καμαριέρης; Του το είχα πει εγώ,
να αναγγέλλει τους επισκέπτες!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Προς θεού, μεγαλειότατε! Είμαι ο Διονύσης ο
Βούρβαχης! Ο καμαριέρης… τον είδα να κοιμάται σε μια
αιώρα στην αυλή.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θα τον περιποιηθώ εγώ! Ποιος Βούρβαχης; Ο γιος
του Σωτηράκη;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Ολόκληρος.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ο αδελφός του Ιωσήφ;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Ο ίδιος.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε, ρε το Διονυσάκη πώς μεγάλωσε! Κοτζάμ θηρίο
έγινες! Δεν πήγε τζάμπα το χατίρι που έκαμα του πατέρα
σου.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Κι εγώ κι ο αδελφός μου πάντα θα σας είμαστε
ευγνώμονες για όσα κάνατε για μας. Μα, Μεγαλειότατε,
οφείλω να σας ανακοινώσω κάτι επείγον! Κατεπείγον μπορώ
να πω!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Να σου πω, Διονυσάκη, αν δε βιάζεσαι, άσε με να πω
λιγάκι στα παιδιά πώς βρέθηκα σε τούτο το νησί και μετά
μου λες ό,τι θες…
Ηλίας Τουμασάτος
18
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Όπως θέλετε, Μεγαλειότατε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α, γεια σου. Κάτσε λίγο.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μα δεν έχει άλλη καρέκλα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α, ναι. Κάτσε όρθιος, να ψηλώσεις. Μα να σου πω,
θέλεις κάτι να σε τρατάρω… Εντάξει, δε θέλεις. Λοιπόν, πού
είχαμε μείνει; Που λέτε, το τέρας ο γιατρός καταφέρνει και
με σώζει. Και λέω, τώρα, είμαι που είμαι ζωντανός, ας τους
κάνω το χατίρι και βλέπουμε. Και τι να κάνω, παραιτούμαι
κι εγώ και το μικρό από το θρόνο. Τριών χρονών ήτανε ο
φωστήρας ο γιος μου, πού να σκαμπάζει απ’ αυτά. Ωραία,
μου λένε. «Για τον κόπο σου, θα σε κάνουμε αυτοκράτορα
στη νήσο Έλβα. Σε τούτο το νησί που με βλέπετε, δηλαδή. Τι
νησί, δηλαδή, μισή μερίδα.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Και πού να’ξερες…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είπες τίποτα Διονυσάκη;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Τίποτα…τίποτα… ωραίο το σπιτ.. το παλάτι σας!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Με δουλεύεις κι εσύ! Άκου, εγώ αυτοκράτορας σε ένα
νησάκι μια σταλιά, δύο επί τρία... Πετάς την πέτρα από τη
μια μεριά και σού ρχεται στο κεφάλι από την άλλη. Ας
όψεται το γεγονός ότι μ’ είχανε στριμώξει. Κι εκεί που
έφτιαχνα τις βαλίτσες μου έρχεται και το χειρότερο…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αποπειράθηκαν να σας δολοφονήσουν;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Όχι καλέ. Λέω στη γυναίκα: Μαρία Λουίζα, κούκλα
μου, ετοίμασε το μπέμπη να πάμε διακοπές σ’ ένα νησί,
μούρλια. Παραλίες, ήλιος, ρομαντικά τοπία, τέλεια σου
λέω… Και τι μου λέει αυτή; «Ξέρεις καρδιά μου ο ήλιος με
πειράζει… Λέω να πάω λίγο στη μαμά μου!». Κάτι είχε
ψυλλιαστεί η πονήρω! Ακούς… να πάει στη μαμά της!
Παίρνει και τον πιτσιρικά και φεύγει για το πεθερόσπιτο.
Ακούτε τη σουπιά; Που πήγα και χώρισα την Ιωσηφίνα μου,
το φως μου, το φεγγάρι μου, για να μου κάνει η Μαρία
Λουίζα το διάδοχο… Ορίστε το ευχαριστώ! Και να μια τώρα
εδώ, στην Έλβα, μ’ έναν καμαριέρη αποκοιμισμένο και μια
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
19
μαγείρισσα που εννιά στις δέκα καίει το φαΐ και μία στις
δέκα το κάνει λύσσα από το αλάτι!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μεγαλειότατε… αν τελειώσατε την αφήγηση,
επιτρέψτε μου…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αμ πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Θα τους
περιποιηθώ εγώ όταν θα γυρίσω!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μεγαλειότατε… δεν θα μείνετε για πολύ εδώ. Αυτός
είναι και ο λόγος της επισκέψεώς μου. Ήρθα να σας
μεταφέρω μια είδηση…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι είδηση;… Με θέλουνε πίσω στη Γαλλία; Ε, το ‘ξερα,
δεν θα αντέχανε και πολύ χωρίς εμένα… Θα είμαι
μεγαλόθυμος όταν επιστρέψω… Πέρα από μερικά κεφάλια
που θα πέσουνε, και μερικούς τυφεκισμούς, δεν θα προβώ σε
ακρότητες… Αλλά θα σας περιποιηθώ εγώ παλιοΒουρβώνοι,
που μου θέλατε και παλινόρθωση, δεν σας φτάνανε τόσα
χρόνια που πίνατε το αίμα του κοσμάκη!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Φοβάμαι πως δεν είναι έτσι τα πράγματα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κάπως χλωμό σε βλέπω Διονυσάκη. Μπας και σε
χάλασε το καράβι παιδάκι μου;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Δεν είναι ευχάριστο αυτό που θα σας πω…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (παύση). Το ‘ξερα… το ‘ξερα… το ριζικό μου το έχει
εσείς οι Βουρβαχαίοι όλο κακά μαντάτα να φέρνετε…
Κεφαλονίτες σου λέει ο άλλος… Γρουσούζηδες!… Δεν τονε
θυμάμαι εγώ τον πατερούλη σου το Σωτηράκη, τότε που
ήμουνα στην Αίγυπτο; Ε, ρε Σωτήρη, ε, ρε Σωτήρη…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μεγαλειότατε, ο πατέρας μου…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μεγάλη μάρκα ο Σωτηράκης. Τότε που ήμουνα στην
Αίγυπτο, λες να μη θυμάμαι… Εκείνος ο άλλος άγγλος, ο
Νέλσον, μας τσάκισε στο Αμπουκίρ. Κι είχαμε αποκλειστεί.
Κι από το Παρίσι το Διευθυντήριο να θέλει να με γυρίσει
πίσω και να μη μπορεί να μου στείλει γράμμα…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Και βρέθηκε ο πατέρας μου για να το μεταφέρει..
Ηλίας Τουμασάτος
20
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ναι… διάολος σωστός. Μόνο Κεφαλονίτης θα
πέρναγε από τα βρετανικά καράβια, θα του κάνανε και
νηοψία και δε θα παίρνανε χαμπάρι τα χαϊβάνια… Μα πες
μου βρε Διονυσάκη, τόσα χρόνια είχα την απορία. Πού το
είχε κρύψει το γράμμα ο πατέρας σου;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Στο καλάμι του ψαρέματος!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Στο ποιο;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Στο καλάμι του ψαρέματος!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Διάολος σου λέω, διάολος… Και διαβάζω το γράμμα,
έλεγε το και το: «Ναπολέοντα, τσακίσου γύρισε πίσω γιατί
άμα κάτσεις εκεί κάτω θα σε φάνε λάχανο κι ούτε παπά δε θα
βρίσκουμε για να σε θάψει. Βρες ένα καράβι να το σκάσεις
κρυφά, φόρα και καμιά μπαρμπούτα να μη σε γνωρίσουνε
τα ελεεινά καθάρματα οι Άγγλοι. Άμα δεν μ’ ακούσεις, μη
σώσω να σε νεκροφιλήσω. Με αγάπη, ο αδελφούλης σου
Ζοζέφ». Κι έτσι, θέλοντας και μη, πήραμε το δρόμο της
επιστροφής… Αλλά… κι εσύ, καθώς καταλαβαίνω, δεν μου
το είπες για καλό αυτό. Για πες μας επιτέλους αυτό που
θέλεις γιατί πολύ με καθυστερείς και έχω και δουλειές…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: (Ανασαίνει βαθιά…) Μάλιστα. Οφείλω να σας
ενημερώσω ότι έχει αποφασιστεί η μετακίνησή σας από τη
Νήσο Έλβα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (σύντομη παύση… σκέφτεται για λίγο) Μάαααλιστα…
(Παύση). Μάαααλιστα… Και… να σου πω; Για πού με το
καλό; Μπας και θα με στείλουνε στο νησί σου την
Κεφαλονιά με τους μουρλούς; Δεν θα το αντέξω δεύτερη
φορά…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Όχι, Μεγαλειότατε… Η απόφαση των συμμάχων
είναι να μεταφερθείτε στο νησί της Αγίας Ελένης.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και πού είναι αυτό; Για να δω… (μουρμουράει)… Δεν
θυμάμαι καμιά Αγία Ελένη εδώ τριγύρω… (Σκέφτεται)… Μη
μου πεις…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Τι να μη σας πω;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
21
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν εννοούν εκείνη την Αγία Ελένη;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αν γίνετε λίγο πιο συγκεκριμένος;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Λέω… εκείνη την Αγία Ελένη; (Παύση)… Εκεί
κάτω…;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μάλιστα. Εκεί κάτω. Στη μέση του Ατλαντικού, στ’
ανοιχτά της αφρικανικής ηπείρου..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε, όχι! Ε, όχι! Μα χειρότερα δεν μπορούσανε να
βρούνε; (στριφογυρίζει σκεπτόμενος). Άκου να σου πω, να πας
να τους πεις ότι εγώ τόσο μακριά δεν πάω. Πρώτον, το
τροπικό κλίμα με πειράζει στην οσφυαλγία. Και δεύτερον,
πώς θα έρχεται η μανούλα μου να με βλέπει; Και τρίτον…
και φαρμακερόν; Πώς θα επιστρέψω εγώ στο θρόνο από εκεί
κάτω; Δεν έχει και την καλύτερη συγκοινωνία…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Φοβάμαι ότι η απόφασή τους έχει ληφθεί.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ας λένε ό,τι θέλουνε. Δεν θα τους περάσει… Ε, δεν
παλεύονται οι άνθρωποι! Μα τόσο με φοβούνται λοιπόν;
Πιστεύουν ότι ο Ναπολέων από ένα τόσο δα νησάκι μπορεί
να πάρει πίσω τον θρόνο της Γαλλίας…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Εσείς τι νομίζετε;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ότι έχουν απόλυτο δίκιο. Δεν το βάζει κάτω ο
Ναπολέων…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αυτή την απάντηση περίμενα ν’ ακούσω.
Μεγαλειότατε, πρέπει να δράσετε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μωρέ και θα δράσω εγώ και θα αποδράσω. Σιγά μη
με στείλουνε στην άκρη του κόσμου τα χαϊβάνια οι
σύμμαχοι. Δεν με ξέρετε καλά εμένα, ρεντίκολα της
Ευρωπαϊκής Ηπείρου… Θα σας φτιάξω εγώ κατάσταση που
θα τη θυμούνται τα εγγόνια σας και θα γελάνε μαζί σας.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Θα είμαι στο πλευρό σας. Θαρρώ πως είναι
αυτονόητο αυτό… αλλά σας το δηλώνω ρητά και
κατηγορηματικά. Όπως και όλη η οικογένειά μου, δεν
πρόκειται να σας προδώσω.
Ηλίας Τουμασάτος
22
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (συγκινείται) Λεβεντόπαιδο είσαι μωρέ Διονύση! Άντε,
με συγκίνησες παναθεμά σε… Κι εσείς εκεί κάτω, να κάνουμε
μια συμφωνία. Αυτό το τελευταίο δεν το είδατε ποτέ. Δεν
συγκινούνται οι αυτοκράτορες. Και… να σας πω… μην
τολμήσει κανείς και μαρτυρήσει στους συμμάχους τα σχέδιά
μου… γιατί αλίμονό του όταν θα ξαναγίνω αυτοκράτωρ,
που θα ξαναγίνω, δε χωρεί αμφιβολία!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Χρειάζεται προσεκτικός σχεδιασμός… πρέπει να
βρείτε ανθρώπους εμπιστοσύνης, δεν πρέπει σε καμιά
περίπτωση να προδοθεί το σχέδιο.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Για κάτσε να σκεφτώ… (Στριφογυρίζει
μουρμουρίζοντας)… Λοιπόν… έχουμε και λέμε… (Παίρνει ένα
χαρτί)…. Σαν να διαβάζει ονόματα… Μπα, μπα, αυτός όχι…
κουτσομπόλης!!! Δεν φαντάζεσαι… Αυτός… καλό παιδί….
Αλλά άμα του ρίξουνε καμιά ξανθιά από κοντά, τη βάψαμε,
θα κελαηδήσει…. Μμμ… αυτός ναι… Ένα το κρατούμενο…
Αυτός… απαπα… χαρτόμουτρο!!! Τότε που γυρίζαμε από
την Αίγυπτο… με ρήμαξε στο εικοσιένα…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μου επιτρέπετε; (του δίνει κι αυτός μια λίστα)…
Αυτός… είναι έμπιστος… και στα μυστικά… τάφος!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κανόνισε να με ταφιάσει και μένα…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αυτός… αφήστε τον καλύτερα, δεν έχει μπέσα. Όπου
φυσάει ο άνεμος είναι…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Λες να μην τον ξέρω, το πουλάκι μου; Για πες μου
Διονυσάκη.. (σκέφτεται)
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μάλιστα, Μεγαλειότατε..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Εκείνος ο Νικόλας… ο πώς τονε λέγανε; Εκείνος ο
Ληξουριώτης….
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Ο Νικόλας ο Λοβέρδος;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ο Λοβέρδος… Τι παιδί κι αυτό.. Σαν κι εσένα…
πιστός στο πλευρό μου…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Θα θυμάστε φαντάζομαι με τι μανία υπερασπίστηκε
τα Επτάνησα από τους Ρώσους…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
23
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πώς δεν θυμάμαι… Κι όταν ο ναύαρχος Ουσακώφ
του πρότεινε να πάει με το μέρος του… ο Νικολάκης… του
λέει «Δε σφάξανε… Που να χτυπιέσαι κάτω, εγώ προδότης
δε γίνομαι..»
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Τον έχετε γνωρίσει κι από κοντά…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ναι… πεισματάρης! Δεν μπορείς να φανταστείς!
Σκάει γάιδαρο! Κάθε τρεις και λίγο μου έτρωγε τ’ αυτιά «Να
πάρουμε πίσω τα Επτάνησα» και «Να πάρουμε πίσω τα
Επτάνησα»… «Μωρέ Νικόλα, τι μανία είναι αυτή που
έχεις;» του έλεγα εγώ, αυτός, το βιολί του.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: (Μιμείται τον Λοβέρδο). «Δεν δύναται το Ληξούρι να
στενάζει και να θρηνεί γοερώς υπό τον ρωσοτουρκικόν
ζυγόν».
(Γελάνε)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Για σοβαρέψου… (Ξαναγελάει). Ναι, το Ληξουράκι
του και τι στον κόσμο. Μικρό Παρίσι το ανέβαζε, μικρό
Παρίσι το κατέβαζε! Έχεις καμιά ιδέα τι κάνει αυτή η ψυχή;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Η πίστη του στη Μεγαλειότητά σας είναι δεδομένη!
Παρόλο που οι Άγγλοι και οι σύμμαχοί τους προσπάθησαν
να τον δωροδοκήσουν…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Βρε τους απατεώνες! Λες και δεν ξέρω το ποιόν τους.
Διαφθορά Διονύση μου! Διαφθορά. Βρώμα και δυσωδία!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Εκείνος έμεινε πιστός… Κράτησε τα στρατεύματά του
σε πειθαρχία, και κάνει ό,τι μπορεί για να μη γίνει μεγάλη
εμφύλια σφαγή. Και αυτός, ό,τι βάλει στο μυαλό του,
αδύνατον να μην το πετύχει!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είστε κι εσείς οι Κεφαλονίτες…αγύριστα κεφάλια,
αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι και τόσο κακό
αυτό. Να σου πω… λες να πολεμήσει μαζί μου, άμα βρω
τρόπο να γυρίσω στη Γαλλία;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Πιστεύω ότι το λέει η καρδιά του. Βέβαια έχει
πληγωθεί και τόσες φορές στις μάχες… Είναι κι αυτό ένα
θεματάκι.
Ηλίας Τουμασάτος
24
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και του το έλεγα… Πρόσεχε Νικόλα, άσε τις
παλικαριές γιατί θα σαραβαλιαστείς γρήγορα και μετά άντε
να βρούμε αντικαταστάτη…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Και… οπωσδήποτε θα βοηθήσει αν του υποσχεθείτε
κάτι..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μη μου πεις ότι θέλει λεφτά τώρα;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Ε, όχι λεφτά… Αν ήθελε λεφτά, θα τα είχε πάρει από
τους Άγγλους μεγαλειότατε!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και τι θέλει; Γαλόνια; Κι άλλα γαλόνια; Πού να τα
κρεμάσει; Όλο το πέτο του γεμάτο είναι!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Όχι βέβαια..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και τι θέλει τέλος πάντων;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Να απελευθερώσετε τα Επτάνησα και κυρίως το
Ληξούρι;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Έλα Χριστέ και Παναγιά! Μα δεν τα απελευθέρωσα ο
έρμος το 1807; Και τι κατάλαβα; Δυο χρόνια μετά
πλακώσανε οι Άγγλοι! Πάλι τα ίδια θέλει;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Είναι ζήτημα τιμής Μεγαλειότατε… Κι εγώ θα σας
παρακαλούσα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε, ας πάει και το παλιάμπελο! Να το κάνω κι αυτό…
Να τονε κάμουμε και Δήμαρχο στο Μικρό Παρίσι… Να δω
τι άλλο θα μου ζητήσει…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Δεν ζητάει και πολλά, εδώ που τα λέμε..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Εσύ δεν πιστεύω να θες το Αργοστόλι δικό σου;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Εγώ δεν θέλω τίποτα, Μεγαλειότατε, θα πολεμήσω
κάποτε για να ελευθερωθεί η Ελλάδα ολόκληρη από τους
Οθωμανούς!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Βάζε μου και τέτοιες έγνοιες τώρα, δεν με φτάνανε τα
βάσανά μου, να πλακωθούμε και με το σουλτάνο. Κανόνισε
Διονυσάκη, πολύ ρομαντικό σε βλέπω και θα το φας το
κεφάλι σου. Δεν αστειεύονται οι Τούρκοι.
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
25
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: δεν φοβάμαι, Μεγαλειότατε. Μα τώρα, είναι η ώρα
να είμαι στο πλευρό σας.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Άντε, να δούμε, στο τέλος δεν θα μου μείνει κανένας.
Να δω πώς θα πάρω πίσω τη Γαλλία… Τράβα στο καράβι
σου τώρα, και περίμενε να γράψω το γράμμα να το πάς
στους δικούς μου στο Παρίσι. Να το κρύψεις κι εσύ στο
καλάμι, όπως τον πατέρα σου.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μα δεν έχω καλάμι Μεγαλειότατε. Δεν ασχολούμαι
με το ψάρεμα. Προτιμώ το τένις.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε, κρύψτο όπου θέλεις, όλα εγώ θα τα σκέφτομαι;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Κάτι τελευταίο, Μεγαλειότατε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Άντε, τι θες; Είπαμε, δεν έχω και κάτι να σε
τρατάρω… Ας όψεται αυτή η κατσίκα η μαγείρισσα…
Δυσμενή μετάθεση θα πάρει έτσι και έρθω πάλι στα
πράγματα.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Θα ήθελα να μου πείτε…ξέρετε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Λέγε χρυσέ μου κι έχουμε ολόκληρο κίνημα να
οργανώσουμε!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Τι έγινε όταν ήρθατε στην Κεφαλονιά;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (Παύση. Στριφογυρίζει με απελπισία). Θέλεις να μάθεις
στ’ αλήθεια Διονυσάκη;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Πάρα πολύ, Μεγαλειότατε!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Άκου λοιπόν… Ήτανε το σωτήριο έτος 1799,
ενδέκατο της επανάστασης… Ήμουνα κι εγώ στα νιάτα μου
τότε… Ωραίο παιδί… Δηλαδή, κρατιέμαι ακόμα… Γυρίζαμε
από την Αίγυπτο στην Κορσική. Έτσι με ορμήνεψε ο
πατερούλης σου. Και πιάνει μια φουρτούνα κι ένα κακό,
βροχή αέρας, σβούρα το έκανε το καράβι, εγώ, ζαλάδα,
εμετούς, χάλια, χάλια…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Πω πω… και πώς την παλεύατε με τέτοιο καιρό;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Άσε, πού να στα λέω… Έλεγα να παίξω εικοσιένα…
μ’ άρεσε κάπως… μπα! Έβλεπα το βαλέ για ντάμα και τη
Ηλίας Τουμασάτος
26
ντάμα για άσσο. Και θα με κλέβανε τα παλιολαμόγια οι
ναυτικοί. Να παίξω σκάκι… Δεν ήξερα καλά και θα
εξευτελιζόμουνα… Κι έπρεπε να το παίζω και ατρόμητος,
μπας και καταλάβει κανείς από το καράβι ότι από τη
ζαλάδα γύριζε ο κόσμος ανάποδα… Και μας πήρε και μας
σήκωσε η φουρτούνα… και να σου μια ακτή… Ωραίο
λιμανάκι, με τα βραχάκια του, τις παραλιούλες του… Αλλά
πού ήμασταν;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Πού ήσασταν;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πάω ο κακομοίρης… ρωτάω… που να μην έσωνα…
ένα ναύτη… Στην Κεφαλονιά μου λέει…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αλήθεια; Και ποιο ήταν το λιμάνι; Το Αργοστόλι;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Όχι όχι… Το λιμάνι το λέγανε… κάτσε να δεις…
Αγία… Αγία…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αγία Ευφημία;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α, γεια σου! Αγία Ευφημία. Και λέω… ας κατέβω
λίγο να χαζέψω, να μου περάσει κι η ζαλάδα…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Επικίνδυνη επιλογή… Αν σας έβλεπε κανείς;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Γιατί, με ξέρανε κι από χτες; Τέλος πάντων, για τα
ησυχότερα, φόρεσα πολιτικά, και κατέβηκα από το καράβι,
δίχως φρουρά, να μη δίνουμε και λαβές για σχόλια.
(Διακόπτει-στρέφεται στο κοινό: ) Εσείς, που κοιτάτε πονηρά,
προσέξτε καλά. Μιλιά δεν θα βγάλετε, ούτε γι’ αυτά που θα
πω από δω και πέρα… ούτε γι’ αυτά που σχεδιάζω… Το
ξαναείπα και θα το ξαναπώ… Μιλιά και μπαμπακιά! Έτσι
και μάθω ότι διέρρευσε κάτι από αυτή την αίθουσα… Έτσι
και μάθω…
(πέφτει Αυλαία – ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ)
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
27
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Χάνι στην Αγία Ευφημία, δύο-τρία τραπέζια
Σκηνή 1
Μαριγούλα, Φιορούλα
(Μπαίνουν η Μαριγούλα και η Φιορούλα, κατάκοπες και κάθονται σ’ ένα
τραπέζι)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ααχχ… απόκαμα Φιορούλα μου, απόκαμα… Τι
ποδαρόδρομος ήτανε τούτος! Κι εκείνος ο χαμένος ο
Παναής, μας απαράτησε στη μέση της διαδρομής, πήρε και
το κάρο και έφυγε ίσαμε να πάω η κακομοίρα στη λίμπα να
ρίξω λίγο νεράκι στα μούτρα μου, να μην είμαι και σαν
κατσιβέλα και σκιαχτεί το παλικάρι…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Αχ… κοριτσάκι μου. Τι να πω κι εγώ η μαύρη που
γέρασα…Αλλά έδωσα όρκο την ώρα που γεννήθηκες στη
μανούλα σου να μη σ’ αφήσω ποτέ από κοντά μου… και να
τώρα στα γεράματα τραβιέμαι στα κατσάβραχα.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Τι να κάμω κι εγώ Φιορούλα μου, αγάπησα,
γκαρδιεύτηκα…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κι εσύ κυρούλα μου, επήες κι αγάπησες τον Τιμολέο το
Μπενετάτο από τ’ Αργοστόλι… Ολόκληρο Ληξούρι,
ολόκληρη Χερσόνησο τση Παλικής και δεν εύρηκες έναν
άνθρωπο του θεού να γκαρδιευτείς;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Δεν κοιτάει ο έρωτας πατρίδες καλή μου Φιορούλα…
Αγάπησα κι εγώ έναν αλλοδαπό, ιδού το αμάρτημά μου. Αχ,
να μην ξημέρωνε εκείνη η μέρα… Που ήρθε στο Ληξούρι και
ξεφόρτωσε με το κάρο του, απάνω στο σαλίντζο της αυλής,
εκείνο το σεκρετέρ… ξύλο γυαλιστερό, επίχρυσες γωνίες,
κόσμημα… Κι εκείνος όμως, λεβέντης…
Ηλίας Τουμασάτος
28
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Να χαρώ εγώ λεβέντη. Μόμολο σκέτο. Τι του ζήλεψες!
Κοντουλός εμένανε μου φάνηκε. Και ούτε μουστάκι δεν είχε,
τον είδες καλά;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Α, Φιορούλα, άκου να σου πω… Γούστο σου και
γούστο μου. Κούκλος είναι.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μα πώς τον είδες κοπέλα μου; Αφού εσύ ήσουνα στο
μπαλκόνι κι εκείνος στην αυλή; Κυάλια έβαλες; Άσε που δε
βλέπεις και καλά μακριά. Στο είπε ο δοτόρος.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Την είδα εγώ την κορμοστασιά του από μακριά. Τα
βασικά δηλαδή. Πού να μ’ αφήσει να πλησιάσω ο πατέρας
μου! Δεν χρειάζονται πολλές λεπτομέρειες στον άντρα. Όλοι
ίδιοι είναι. Δυο τρία σουλούπια έφτιαξε ο Ύψιστος και
βαρέθηκε.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Σιγά τη μισή μερίδα. Μεγαλύτερο είναι το σεκρετέρι
από δαύτονε.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Σάματις εγώ είμαι πολύ ψηλή! Ένα κεφάλι είμαστε,
εύκολα θ’ αλλάζουμε το φιλί…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ω, Βαγγελίστρα μου, κουβέντες που λέει… Στον
πνευματικό σου να τα πεις αυτά…. Κι εσύ πήγες κι αγάπησες
τον μαραγκό, κόρη του μεγαλύτερου κτηματία τση
Παλικής… Και νόμιζες πως ο πατέρας σου θα τον ήθελε;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Άσε με, είμαι να σκάσω…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Και τώρα, να που καταντήσαμε… Να τρέχουμε στα
όρη και στ’άγρια βουνά… Μας παράτησε κι ο βαστάζος, μας
πήρε και το μπαούλο με τα βελέσια σου… Τι θα κάμουμε
τώρα, μου λες; Για το καπρίτσιο σου! Κι εγώ η μαύρη τι
φταίω; Εγώ ένανε Μίμη αγάπησα από τσι Βόβυκες και τον
έθαψα με δόξα και τιμή…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Αν μ’ άφηνε ο πατέρας μου να τονε παντρευτώ δεν
θα ‘μαστε τώρα εδώ… Ποιος του ‘πε να με κλειδώσει στην
κάμαρά μου όταν ήρθε ο Τιμολέος μου να με ζητήσει;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
29
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μα δεν ήξερε κι αυτός ο χριστιανός ότι ο Δελλαπόρτας
δεν παντρεύει την κόρη του πρώτον με Αργοστολιώτη και
δεύτερον με παρακατιανό;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μα αλλάζουνε οι καιροί, Φιορούλα μου, κι εγώ τον
είχα τον πατέρα μου για πιο προχωρημένο. Αλλά
γελάστηκα. Μόνο κλωτσιές δεν του έκοψε. Και του ‘δωσε και
πίσω το σεκρετέρ… και του γύρεψε και πίσω τα λεφτά… Και
του είπε να μην ξαναπατήσει στο Ληξούριιιι (κλαίγοντας),
γιατί θα τονε φάνε τα ψάρια έξω από τους Βαρδιάνους…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Τα βλέπεις; Κι εσύ πήγες και το έσκασες για να τονε
βρεις… Και τώρα δεν ξέρουμε πού είμαστε!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Δεν το ‘σκασα από μονάχη μου… Εσύ μου έφερες το
γράμμα…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Εγώ, που να μην έσωνα, τώρα ούλο το Ληξούρι και
ούλη η Κεφαλονιά δεν θα με χωράνε… Δεν μού ‘δινε μία ο
Άη Χαράλαμπος να έπεφτα ξερή καλύτερα.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Το χω μαζί μου στον κόρφο μου… Κοίτα ωραία
γράμματα που κάνει…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μα σάματις ξέρω να διαβάζω; Αν ήξερα τι έγραφε…
δεν θα ‘μαστε εδώ τώρα…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ (διαβάζει): Αγαπημένη μου Μαριγούλα… Σε είδα εκεί
απάνω στο μπαλκόνι σου πίσω από τις τζεράνιες σου και
μέσα μου εχάθη ο κόσμος. Είδα τον άγγελο Κυρίου να
κρούει τις πόρτες του Παράδεισου.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: (κατ’ ιδίαν). Κι αυτός στραβός είναι μου φαίνεται. Και
αγγελοκρουσμένος. Αργοστολιώτης, σου λέει. Όλοι για τα
σίδερα.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: «Ήρθα και σε γύρεψα από τον πατέρα σου, κι εκείνος
δε με θέλει, γιατί είμαι, λέει, μαραγκός, και δεν κάνει να
πάρω αρχοντοπούλα… Και μ’ έστειλε στο διάολο κι ακόμα
παραπέρα. Μα εγώ Μαριγούλα μου, καρδιά της καρδιάς
μου, πώς να σε λησμονήσω; Πώς να ξεχάσω τα χεράκια σου
που πάνω στο μπαλκόνι ακουμπούσανε τα τσαντσαμίνια;»
Ηλίας Τουμασάτος
30
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ω, ρε στραβομάρα που έχει. Μποκαμβίλιες έχουμε στο
μπαλκόνι.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: « Για τούτο, άμα κι εσύ με θέλεις, έλα να με βρεις.
Τετάρτη, έντεκα και τέταρτο το βράδυ, θ’ ακούσεις
κουκουβάου κουκουβάου έξω από το παραθύρι σου. Έβγα
έξω στο μπαλκόνι, κι έχε μαζί σου και μια μπόλια με βελέσια
και ασπρόρουχα. Εκεί θα σε περιμένει με ανεμόσκαλα ο
Παναής ο λαουρέντες μου. Θα σε πάρει με το άλογο και θα
σε φέρει στ’ Αργοστόλι. Έξω από τ’ Αργοστόλι θα σε
περιμένω στο χάνι. Δεν εμπόρεσα καρδούλα μου να βρω
βαρκούλα να σε φέρει στο Ληξούρι μέσα στη μαύρη νύχτα.
Μα είναι καλός αμαξάς ο Παναής, θα σε φέρει στ’
Αργοστόλι ώσπου να πεις κύμινο. Κι εκεί οι καρδιές μας θ’
ανταμώσουνε, και θα σ’ αγκαλιάσω για πρώτη φορά και εις
τους αιώνας των αιώνων αμήν. Δικός σου, ο Τιμολέων σου».
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ωραίος αμαξάς ο Παναής. Πήρε τα λεφτά και μας
παράτησε στη μέση του δρόμου. Και τα βελέσια σου. Με το
βρακί που φοράς θα σε πάρει ο Τιμολέος. Αργοστολιώτες
σου λέει… Απατεώνες! Απατεώνες!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ό,τι έγινε έγινε. Εμείς φτάσαμε. Εδώ είναι το χάνι.
Όξω από το Αργοστόλι. ‘Ετσι μας είπε.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μα είσαι σίγουρη; Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι
εκείνο το χωριό εκεί έξω είναι το Αργοστόλι;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Παρά ποιο είναι;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Έχεις ξανάρθει;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μπα, πολύ μικρή με πήγανε στον Άγιο, μα πάλι
απόξω περάσαμε.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μα αυτή δεν είναι πρωτεύουσα… Ένα χωριό τόσο δα
είναι.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Και τι με νοιάζει εμένανε; Εγώ τον Τιμολέο μου θέλω.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ήμαρτον. Ετούτο το πράμα εκάμανε πρωτεύουσα!
Που κακό στον Τούρκο τους! Ολόκληρο Ληξούρι με τα
αρχοντικά του, με τα σέα του και τα μέα του… και ιδού τα
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
31
χάλια και η αθλιότης! Μισή μερίδα, σαν τον Τιμολέο σου.
Αμ δεν θα αλλάξουν οι καιροί; Δεν θα ξεσπάσει το άδικο
απάνω τους;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Δεν είναι το θέμα μας αυτό… Δεν βλέπω να έρχεται ο
Τιμολέος.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Και να έρθει θα τονε γνωρίσεις; Αφού δεν βλέπεις
καλά μακριά, ψημένη μου κι εσύ.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Θα χτυπήσουνε οι καρδιές μας, Φιορούλα μου.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μωρέ τα κεφάλια μας θα χτυπήσουμε, αλλά ας όψεται
ο όρκος που έδωσα.
Σκηνή 2
Μαριγούλα, Φιορούλα, Παμεινώντας
(μπαίνει ο ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ω, ρε από το χάραμα εμπήκε πελατεία, κι έλεγα
πως θα πάρω έναν υπνάκο στο μαγαζί. Τι είναι τούτες; Μπας
και είναι τίποτα θεατρίνες που ήρθανε μ’ εκείνο το καράβι
που είναι αραγμένο;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Για δες ετούτος είναι;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μήπως ξέρω; Να σου πω… τα μαλλιά μου είναι καλά
ή με ξεμάλλιασε ο αέρας, που πανάθεμά σε Παναή, μας
εγκατέλειψες μέσα στα κατσάβραχα!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μποντζόρνο στις αρχόντισσες. Πώς από τα μέρη
μας; Αρτίστες; Αρτίστες; Όπερα; Κομέντια;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Καλέ τι λέει αυτός;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Άσε, λέει πως είμαστε σαντέζες. Είδες κι ένα καράβι
που άραξε εκεί έξω στο λιμάνι; Θα ναι θίασος!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Τι κρίμα που δεν έχω το καλό μου το άμπιτο…
Πανάθεμά σε Παναή;
Ηλίας Τουμασάτος
32
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Παμεινώντα με λένε. Να σας φτιάξω ένα ζεστό;
Ένα φασκόμηλο από την Αγία Δυνατή;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ένα χαμέμηλο αν έχετε.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Και για μένα ένα καρυδόφυλλο, να ζεσταθούμε, μας
έκοψε το κρύο!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Έφτασεεε… (κατ’ ιδίαν: Ποιος ξέρει, του σκοινιού
και του παλουκιού θα είναι αυτές… Και καλά η πιτσιρίκα…
Αλλά και η γριά; Ω, ρε γούστα που έχει η κοινωνία…;)
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ρεντίκολα έχουμε γίνει! Κοίτα πως μας κοιτάει; Και
δίκιο έχει… Δυο γυναίκες μονάχες τους μέσα στ’ Αργοστόλι..
και πού να μάθουνε ποια είσαι… Όλο το νησί θα βουίξει –
μέχρι απέναντι θ’ ακουστούνε τα κουτσομπολιά και θα
καταφθάσει ο πατέρας σου να πάρει το αίμα του πίσω,
κακομοίρα μου!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να βάλω και καμιά κουταλίτσα μέλι στα ζεστά;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Βάλε, βάλε, κι άμα θες, βάλε και λίγο κονιάκ να
ζεσταθούμε!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κανόνισε κακομοίρα μου να μεθύσεις κιόλας.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μα Φιορούλα μου, εγώ είμαι ήδη μεθυσμένη! Σε λίγο
θα έρθει ο άντρας της ζωής μου!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μακάρι, Βαγγελίστρα μου, να τελειώσει και το
μαρτύριό μου, γιατί έτσι που τα κατάφερα, ούτε κι εγώ
μπορώ να γυρίσω στο Ληξούρι! Στο ποτάμι θα με πετάξει το
αφεντικό μου να πνιγώ. Θα μου πει, ωραία προσοχή
κράτησες στη θυγατέρα μου, Φιορούλα. Τίποτα δε με
γλιτώνει.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ (φέρνει τα ποτά): Ορίστε και τα ποτάκια μας. Θα
κάτσετε και για φαΐ, άμα είναι να βάλω το τσουκάλι. Το
πρόγραμμα έχει γαλέο σκορδαλιά.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μα πού να φάω σκορδαλιά Φιορούλα μου, άμα τονε
φιλήσω τι θα γίνει;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
33
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Φάε μονάχα το γαλέο. Άσε τη σκορδαλιά να τη φάω
εγώ, που μ’ έχεις νηστικιά να παραδέρνω μέσα στο δρόμο
όλη νύχτα. Βάλε το τσουκάλι, Παμεινώντα μου, αφέντη
μου…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Την καλύτερη σκορδαλιά τση Πύλαρος θα σας
φτιάξω. Μου έμαθε τη συνταγή η μανούλα μου η Αρετούσα.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μαριγούλα μου, τι δουλειά έχει η Πύλαρος εδώ; Αφού
είμαστε στ’ Αργοστόλι!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Φιορούλα μου, δεν καταλαβαίνεις; Είναι από την
Πύλαρο το παιδί. Και πήρε των ομματιώνε του και δουλεύει
στο μαγέρικο της πρωτεύουσας…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Δίκιο έχεις, σάματις ξέρουνε να φτιάχνουνε
σκορδαλιά οι Αργοστολιώτες;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Άντε, Παμεινώντα, βάλε το τσουκάλι να βράζει…
Μα που βρεθήκανε και τούτες πρωί πρωί… Ω και πρέπει να
βρω και την καυκιά να κοπανήσω το σκόρδο… Κι εκείνος ο
γαλέος, κούτσουρο είναι, μόνο με το πριόνι κόβεται. Κι
εκείνη η Μαριγούλα, ωραία κοπέλα μου φαίνεται… Αλλά
από αρχοντόσπιτο… Θα ήρθε να πάρει το καράβι φαίνεται,
ποιος ξέρει πού να πηγαίνει, δεν έχει και σημαία… Α, ρε
Παμεινώντα, τα λαϊκά παιδιά να φτιάχνουν σκορδαλιά κι οι
αρχοντοπούλες καρτεράνε τα παπόρια… Άτιμη κοινωνία!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Να σας πω, σιορ Παμεινώντα…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Στις διαταγές σας, δεσποσύνη… (Ε, να φανώ και
λίγο ιππότης, πώς θα γίνει…)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Έχετε κανένα καμαράκι της προκοπής με λαβομάνο
να φρεσκαριστούμε λίγο;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Περιμένετε, να σας ανοίξω μια καμαρούλα που
έχω δίπλα στο στάβλο. Άμα γκαρίξει ο Μελέτης ο γάιδαρός
μου, μη σκιαχτείτε, το κάνει για το «Καλώς όρισες».
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Πού κατάντησες, κοριτσάκι μου, σωστή
αρχοντοπούλα…
Ηλίας Τουμασάτος
34
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Έλα Φιορούλα μου, κάνε κι εσύ υπομονή… Τα
βάσανά μας τελειώνουνε. Όπου να ναι θα φανεί ο Τιμολέος
μου. Μη με δει και σαν κατσιβέλα. Να σουλουπωθώ και
λίγο, να βάλω και λίγο κοκκινάδι… Ευτυχώς τα είχα βάλει
στο καλαθάκι μου και δεν τα σούφρωσε κι αυτά ο Παναής.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ε, ρε μπελάδες… (Ανοίγει την πόρτα). Μελέτη…
τσιμουδιά μη βγάλεις κακομοίρη μου, δεν έχει σανό για
τέσσερις μέρες αλλιώς.
(Ο Μελέτης γκαρίζει, ο Παμεινώντας τον φασκελώνει).
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ήμαρτον… πού να φανταστώ πώς θα πάω να
ξαποστάσω πλάι στους γαϊδάρους... Αργοστολιώτες σου λέει
μετά…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: (σηκώνεται, μαζί με τη Φιορούλα). Άντε, πάμε… βγάζει
το καθρεφτάκι της… Πω πω… Και πούδρα πρέπει να βάλω
και πούδρα… (βγαίνουν)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ (βαριεστημένος)… Πω πω τι τραβάμε μ’ αυτόν τον
τουρισμό… Μου θέλουνε και λαβομάνο οι σαντέζες!!!
Σκηνή 3
Παμεινώντας, Ναπολέων
(Μπαίνει ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ. Είναι ντυμένος με πολιτικά, και κάθεται στο
παρακείμενο τραπέζι… Μονολογεί…)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ωραίο μέρος αυτή η Αγία Ευφημία… Ωραίο
λιμανάκι, αν ήτανε και καλοκαίρι θα έδινα καμιά βουτιά…
Και ερημιά… Σιγά μη με αναγνωρίσει εδώ κανένας. Χάρμα
θα την περάσω κανα δυο μέρες και μετά, δρόμο για την
Κορσική, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο.
(κάθεται σ’ ένα τραπέζι)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Άλλος από δω… Δεν το βλέπω να κοιμάμαι
σήμερα, κι έχω να πάω να ποτίσω και τα γίδια. Δε βαριέσαι,
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
35
ανοιχτό θα το αφήσω, σιγά μη βρούνε τίποτα να κλέψουνε…
Μποντζόρνο, σινιόρε. Τι θα πάρετε;
(Ο Μελέτης γκαρίζει. Ο Ναπολέων γυρίζει προς το μέρος του ανήσυχος,
καταλαβαίνει ότι δεν συμβαίνει τίποτα, απευθύνεται στον Παμεινώντα)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι έχει το μενού;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Γάιδαρος είναι…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ορίστε;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Λέω, δεν το λένε μενού. Ο γάιδαρός μου είναι, ο
Μελέτης.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Εννοώ, κύριέ μου, τι σερβίρετε;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ζεστό φασκόμηλο, μέντα, κρασί ζεστό,
καρυδόφυλλο και το μεσημέρι έχουμε γαλέο σκορδαλιά.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είναι ωραία αυτή η… σκορδαλιά;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ούουουου… Να γλείφεις τα δαχτυλά σου.
Έχουμε και ριγανάδα, με φέτα από την Πύλαρο. Μπουκιά
και συχώριο…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλά φέρε μια ριγανάδα τώρα, κι όταν είναι έτοιμη η
σκορδαλιά, φέρε κι απ’ αυτήνανε.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: (κατ’ ιδίαν) Ω, ρε, λιγούρα που την έχει. Κανένας
διακονιάρης θα είναι… Έχει γούστο να μη μου πλερώσει το
λογαριασμό… (στον Ναπολέοντα): Στας διαταγάς σας, σιορ…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ευχαριστώ…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Τ’ ονοματάκι σας;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε… (δεν πρέπει να καρφωθούμε, μπορεί και να’ναι
κατάσκοπος)… Ε… Τιμολέων…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ωωω… Χάρηκα για τη γνωριμία. Εγώ…
Παμεινώντας.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Σαν τον αρχαίο Επαμεινώνδα; Σπουδαίος
στρατηγός!!!
Ηλίας Τουμασάτος
36
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ναι, ναι, μπάρμπας μου ήτανε! Αυτός να δείτε τι
σκορδαλιά έφτιαχνε. Έξι κεφάλια σκόρδο έβαζε μέσα…
Μπουρλότο γινότανε!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ενδιαφέρον… Θα μου φτιάξετε τη ριγανάδα;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Έφτασεεεε… (κατ’ ιδίαν: Ε, ρε λιγούρης που είναι,
σε κατάλαβα από την αρχή, στριμμένο άντερο).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πώς είπατε;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Είναι και κουφός… ευτυχώς… Λέω… αν είχατε
έρθει χθες θα είχαμε και σπληνάντερο, από τη Φάλαρη.
(του πάει τη ριγανάδα).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ορίστε, περιποιημένη, με λαδάκι νέο και τυρί από τη
στάνη!
(ο Ναπολέων τρώει)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μμμμ…. Ωραίο. Πολύ ωραίο! Γεια στα χέρια σας!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Όχι να το παινευτώ, αλλά, κάνουμε την
καλύτερη ριγανάδα στην Αγία Ευφημία.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα δεν βλέπω άλλο χάνι εδώ τριγύρω.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα το ίδιο πράγμα λέμε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Όμορφος τόπος εδώ… Γαλήνιος…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: (μωρέ ετούτος, θα θέλει να πάρει κανένα οικόπεδο)…
Υπέροχος! Κλίμα εύκρατον, μεσογειακόν… Βροχές ολίγες
και ποτιστικές, ανατολή ηλίου από το χάραμα , υπήνεμον
και με κρυστάλλινα νερά… Έχω κι ένα αμπελάκι εδώ παρά
κάτω και το δίνω σε πολύ καλή τιμή… Είναι ευκαιρία, τα
κλήματα είναι όλα ρομπόλα, το καλύτερο κρασί…. Λέω
τώρα, αν, αν ενδιαφέρεστε…
(Ο Ναπολέων γελάει).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αγαπητέ μου… Εμείς ενδιαφερόμεθα για ολόκληρο
το νησί… Δηλαδή, για ολόκληρα τα Επτάνησα…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Τι μου λέτε σιορ Τιμολέο; (Εδώ μιλάμε για πολύ
χρήμα… Άκου όλα τα Επτάνησα)… Μην τα λέτε παραέξω…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
37
Είναι αυτοί οι αντίχριστοι οι Γάλλοι που θέλουνε να τα
πάρουνε όλα… Επαναστάτες σου λέει, πανάθεμά τους, αυτοί
ούτε και τη θρησκεία δεν αναγνωρίζουνε… Που κακό χρόνο
να ‘χουνε, αλλά, μη σκας, ξέρω πως τα αδελφάκια μας τα
ορθόδοξα οι Ρώσοι θα τους ξαποστείλουνε από δω πέρα, που
να τους φάνε οι ψύλλοι και οι κορέοι.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (δείχνει να εξοργίζεται, αλλά πάει να κρατηθεί). Τι μου
λέτε; Μα δεν σας… εννοώ μας κάνανε τόσα καλά οι Γάλλοι;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μωρέ Τιμολέο, δεν ήσουνα μπροστά που
εκάψανε το Λίμπρο Ντ’ Όρο, στην Πλατέα της Καμπάνας;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πώς, πώς, εκεί ήμουνα. Και δεν χαίρεσαι που το
κάψανε;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα είσαι με τα καλά σου; Κι εγώ πού θα κάνω το
σέμπρο άμα λείψουνε οι αρχόντοι; Και τούτο το μαγαζί, λες
πως είναι δικό μου; Του σιορ Γερασιμάκη είναι. Έτσι και του
τα πάρουνε όλα αυτά, την έβαψα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κι άμα γίνει δικό σου το μαγαζί; Δεν θα είσαι πιο
ευχαριστημένος;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Αυτά μου λέει κι ο ξάδελφός μου ο Γιώργης,
αλλά… να σου πω… έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα’ αφήσουμε.
Ήσυχα και ωραία… Ο Γιώργης λέει ν’ ανοίξουνε σκολειά
παντού. Ακούς, σκολειά; Και του λέω, ωρέ Γιώργη, τι να τα
κάμουμε τα σκολειά; «Ν’ ανοίξουνε τα μάτια σου, μου λέει,
να ξέρεις να ζητάς τα δικαιώματά σου!»
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν τα λέει κι άσκημα ο Γιώργης…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Άκου να σου πω Τιμολέο μου, και χωρίς
παρεξήγηση, μην τα λες πολύ παραέξω αυτά διότι
κυκλοφορούνε πολλοί ρουφιάνοι, λέγε τα σε μένανε τον
Παμεινώντα που δε θα φύγουνε παραέξω…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλά, καλά… και να σου πω… εκείνον το
Ναπολέοντα τον έχεις ακουστά;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Κάτι μού ‘λεγε ο Γιώργης, πάει λέει η Βενετία, τη
ρήμαξε λέει ένας γαλονάς, ο Ναπολέος… κοίτα να δεις…
Ηλίας Τουμασάτος
38
μοιάζουνε και τα ονόματά σας… Τιμολέος… Ναπολέος… να
κάνουνε και ρίμνα… Σου χω πει γράφω και ρίμνες…
Απόψε εις το χάνι μου
Ήρθε ο Τιμολέος
Κι εγώ τον φιλοξένησα
Σα να’ναι ο Ναπολέος!
Καλό ε;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πλάκα έχεις… Λοιπόν, τον ξέρεις το Ναπολέοντα;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ο θεός να σε φυλάει… Είναι λέει μεγάλος
στρατιώτης… Πανύψηλος, μπόι ίσαμε το ταβάνι…
Μπρατσωμένος, σαν ντουλάπα μοιάζει… Και κάνει «φου»
και δώστου δρόμο όλα τα στρατά του αντιπάλου. Θερίο
ανήμερο… Εσένανε δηλαδή, μια μπουκιά σε κάνει
κακομοίρη μου… Αυτός, να δεις, όλη την Ευρώπη θα την
κάμει σκορδαλιά.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τόσο φοβερός είναι;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ναι σου λέω… και λίγα είπα… Τι λες πως είναι
κακομοίρη μου; Σαν κι εμένανε κι εσένανε, ανθρωπάκια; Για
να φάει λένε θέλει τέσσερα αρνιά στην καθισιά του και για
να πιει θέλει ένα βουτσί ρομπόλα. Καταβόθρα, σου λέει…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι μου λες βρε παιδί μου…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ναι, σιορ Τιμολέο μου, όπως σου τα λέω και
χειρότερα. Αφού εγώ τον είδα με τα ματάκια μου.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πού τον είδες; (ανήσυχος)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Που λες, εκατηφόριζα τη Φάλαρη, να βάλω τα
πρόβατα στο μαντρί, κι είχα χάσει που λες μια προβατίνα, κι
αλίμονό μου έτσι κι έπαιρνε χαμπάρι ο σιορ Γερασιμάκης…
Ωραία προβατίνα η Πηνελοπίτσα μου… και ψάχνω και
ψάχνω και ψάχνω…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ναι, ναι… και;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εκεί που σφύριζα και φώναζα «Πηνελόπη…
μωρή Πηνελόπη πού είσαι που διαλεμπαμέσα σου; Πού είσαι
που θα με κάμει σουβλιστό στα κάρβουνα ο
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
39
Γερασιμάκης…»… εκεί που λες…. Ακούω… ένα σάλαγο…
Λες και φύσαε ο αέρας και γκρέμιζε τα δέντρα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πω πω…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Σουρούπωνε κιόλας, σκιάχτηκα, άρχισα τα
πατερημά. Και δεν το ξέρω και καλά… κι εκεί που πήγα να
πω το «Αμήν»… να σου τόνε..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κι ήτανε έτσι ψηλός;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ίσαμε μια ελιά ακλάδευτη! Κι είχε κι ένα μάτι
μεγάλο στο κούτελο! Και το χειρότερο… Έτρωγε την
Πηνελόπη με τις δοντάρες του, έτσι, όπως ήτανε, ωμή… Να
ετρέχανε τα αίματα από τα γένια του…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είχε και γένια!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ναι… κι ένα ρόπαλο μεγάλο ίσαμε το λιμάνι,
μετά συγχωρήσεως… Άσε, γυρίζει το κεφάλι του, με
κοιτάει… είχε κι ένα χαλκά στη μύτη σαν τους πειρατές τους
σαρακηνούς… Εχέστηκα πάνω μου, λέω, Παμεινώντα, να
συχωρεθούνε οι αμαρτίες σου, δεύτε τελευταίον ασπασμόν
πήρα δρόμο κι έτρεχα, έτρεχα, έτρεχα, όπου φύγει φύγει..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δηλαδή είναι κάπου εδώ κοντά…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ναι, σου λέω… κι εσύ με το καράβι να φύγετε
γρήγορα, μην του έρθει και κατέβει κάτω στο λιμάνι… Άσε,
αμολητούς έχω τους σκύλους κάθε βράδυ…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Σ’ ευχαριστώ καλέ μου φίλε… Τέτοιο τέρας, δεν
μπορούσα να το φανταστώ..
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ναι σου λέω… Για το φρούτο του μετά το φαΐ
ξεριζώνει μια ολόκληρη μηλιά και την τρώει…
(H γη τρέμει… κάνει σεισμό…. Ο Ναπολέων τρομάζει και κρύβεται κάτω
από το τραπέζι!)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Παναγία μου… σεισμός…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θεέ και Κύριε… τι είναι αυτό;
(Aκούγονται από μέσα στριγγλιές της Μαριγούλας και της Φιορούλας)
Ηλίας Τουμασάτος
40
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Άγιε μου Χαράλαμπε, μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι
μου σου τάζω, άσε με να δω πρώτα τον Τιμολέο μου και μετά
ας πεθάνω…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Τι το ‘θελα αυτό το Αργοστόλι, που να βουλιάξει
συμπούρμπουλο; Γιατί σε άφησα Ληξουράκι μου, γιατί;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μωρέ τι έπαθες; Εσύ τρέμεις!
(Ο Ναπολέων σηκώνεται τρέμοντας… Από το σεισμό του έχει μείνει ένα
ελαφρό τικ)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πρώτη φορά τυχαίνει να βρεθώ σε σεισμό…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Α, μην ανησυχείς… Συνέχεια κάνει…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα γιατί;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μεταξύ μας τώρα… λένε πως ο Ναπολέος το
κάνει αυτό.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πώς το κάνει δηλαδή;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ξέρεις, από το πολύ φαΐ…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Από το πολύ φαΐ, τι;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ε, του ‘ρχεται ρέψιμο…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ρέψιμο;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Και όχι μόνο ρέψιμο..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι θέλεις να πεις;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ξέρεις… κανονιές σωστές!!! Τρέμει ολόκληρη η
γη…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι θα ακούσω ακόμα γι’ αυτόν το Ναπολέοντα…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να σου πω, το είχες κι από πριν αυτό;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ποιο;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: (Μιμείται την κίνηση)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Με κοροϊδεύεις Παμεινώντα;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
41
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Στην ψυχή της γιαγιάς μου της Ευλογητούλας!
Κουνιέσαι λίγο μωρέ…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α… Κοίτα να δεις!!!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να σε βαστήξω λίγο…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αλίμονό σου και μου μείνει κουσούρι!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ε, μωρέ δε φαίνεται και πολύ!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κάτι μυρίζει…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ω, έβρασε ο γαλέος, πάω να στουμπήξω το
σκόρδο… Θα φέρω εγώ μαντζούνι να σε γειάνω.
(βγαίνει)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (με τικ)… Λέω να συντομεύσω την παραμονή μου στο
νησί… Σκούρα τα βλέπω τα πράγματα…
ΑΥΛΑΙΑ ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
Ηλίας Τουμασάτος
42
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
Χάνι του Παμεινώντα, Αγία Ευφημία
Σκηνή 1
Ναπολέων
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Άντε, να δούμε τι είναι εκείνη η σκορδαλιά που θα
φτιάξει ο Παμεινώντας… πρέπει σιγά σιγά να φεύγω… (στο
κοινό): Εσείς καταλαβαίνετε τι συμβαίνει εδώ μέσα; Εγώ
αλλιώς τους γνώρισα τους Κεφαλονίτες… Αχ, Σωτηράκη
Βούρβαχη, που μου έφερες το γράμμα και μου άνοιξες τα
μάτια, ήρθα στην πατρίδα σου και τα χρειάστηκα με το
σεισμό... Μα όλα αυτά πρέπει να καθίσω να τα γράψω…
(κάθεται στο τραπέζι του, βγάζει πένα και χαρτί και αρχίζει
να γράφει). Να μην ξεχάσω να γράψω για τη ριγανάδα…
Ένα καλό πράγμα μου συνέβη σ’ αυτό το νησί…
Σκηνή 2
Ναπολέων, Μαριγούλα, Φιορούλα, Παμεινώντας
Μπαίνουν η Μαριγούλα και η Φιορούλα (δεν τις βλέπει ο Ναπολέων, ο
οποίος είναι αφοσιωμένος στο γράψιμο)
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Έλα κοριτσάκι μου, μην τρέμεις άλλο… Λες και πρώτη
φορά κάνει σεισμό…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Αχ, Φιορούλα μου, πιστή μου Φιορούλα… Τρέμω
μήπως δεν προλάβω να δω τον Τιμολέο μου…
(μπαίνει ο Παμεινώντας)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Τιμολέο άκουσα;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ποιος σας είπε να κρυφακούτε;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
43
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εγώ… τη σκορδαλιά κοπανάω στην καυκιά. Πού
ν’ ακούσω! Απλώς άκουσα να λέτε Τιμολέο.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Τη δουλειά σου εσύ. (στη Μαριγούλα): Μην του μιλάς
Μαριγούλα μου, μπορεί να είναι σπιούνος του πατέρα
σου… Αργοστολιώτες… πονηροί και ακάθαρτοι..
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εγώ τη δουλειά μου κοιτάω… αλλά… τονε
βλέπετε εκείνονε που γράφει;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ποιον, αυτόνε τον κοντό; Πού βρέθηκε αυτός εδώ;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Με το καράβι ήρθε, ναυτάκι είναι. Είπε να
κατέβει να ξαποστάσει λίγο…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Και τι γράφει;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Και πού θέλεις να ξέρω; Μήπως ξέρω γράμματα;
Να σου πω… Τιμολέο δεν είπες;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Λογαριασμό θα σου δώσω; Ό,τι όνομα θέλω θα λέω…
Ναι, Τιμολέο είπα.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κρύβε λόγια…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Εδώ που φτάσαμε τώρα… τι να κρύψεις… ναι!
Καρτερώ έναν κύριο Τιμολέο.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Αυτόν εκεί πέρα Τιμολέο τονε λένε.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Αυτός είναι; Παναγιούλα μου, σ’ ευχαριστώ! Στο
έλεγα εγώ Φιορούλα, δεν μπορεί να με γελάσει η καρδιά
μου…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Αυτός ο κοντός είναι;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Να σου πω, το συζητήσαμε αυτό… Ήρθε, Φιορούλα
μου, ήρθε η αγάπη μου… Ήρθε η ζωή της ζωής μου…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ω ρε, μέλια… Εγώ πάω να σερβίρω τη
σκορδαλιά, αλοιφή την έχω κάνει την πατάτα, βελούδο,
βελούδο!!!
(φεύγει ο Παμεινώντας)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Θα σβήσω Φιορούλα… Θα σβήσω…
Ηλίας Τουμασάτος
44
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κουράγιο, κόρη μου, ήρθε η ώρα (κατ’ ιδίαν: Μωρέ τι
θα τον κάνει αυτόν εδώ; Σε κανένα ξεροπήγαδο θα τον
πετάξει ο πατέρας της).
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Δώσε μου θεέ μου δύναμη να πέσω στην αγκαλιά
του…
Σκηνή 3
Μαριγούλα, Φιορούλα, Ναπολέων
(που και που εμφανίζει το τικ, στο οποίο αντιδρούν με απορία οι άλλοι
παρευρισκόμενοι)
Ναπολέων γυρίζει το κεφάλι του και βλέπει την ξελιγωμένη Μαριγούλα
και τη Φιορούλα που προσπαθεί να τη συνεφέρει)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (κατ’ ιδίαν) Μα δεν μ’ αφήνουνε στην ησυχία μου
Ελπίζω να μην είναι αυτές τίποτα κατάσκοποι. Τα κάνει
αυτά ο εχθρός. Σου ρίχνει από κοντά καμιά νεαρά, εσύ της
κελαηδάς τα μυστικά σου και αυτή πάει και τα ξεφουρνίζει
χαρτί και καλαμάρι… Κυρίες μου… (σηκώνεται και
υποκλίνεται).
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Αχ… τζέντλεμαν…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μωρέ μπράβο ο μαραγκός…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Με ποιες κυρίες έχω την τιμή να ομιλώ; Ονομάζομαι
Τιμολέων…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Καλέ το ξέρουμε αυτό… (στη Φιορούλα) Καλέ
Φιορούλα, κάνει ότι δεν μας ξέρει…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Άσε που μου φαίνεται πως έχει και ένα τικ… Καλό
νευρόσπαστο πήγες και διάλεξες…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Τιμολέων… εγώ είμαι, η Μαριγούλα Δελλαπόρτα!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (σαστισμένος). Χαίρω πολύ, μαντμουαζέλ. Ή μήπως
μαντάμ; Είστε ύπανδρος;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Τιμολέων… Η Μαριγούλα είμαι… Εντάξει, δεν είναι
κανείς εδώ, δεν χρειάζεται να καλυπτόμαστε και να
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
45
φοβόμαστε… (Ορμάει προς το μέρος του και τον αγκαλιάζει Ο
Ναπολέων σαστίζει ακόμα περισσότερο και αποτραβιέται).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (κατ’ ιδίαν: Τι μπέρδεμα και τούτο… Τι να κάνω τώρα;
Δεν πρέπει να φανερωθώ.. Να κάνω τον Τιμολέοντα μπας
και την ξεφορτωθώ την τρελή…) (Στην Μαριγούλα)… Μα…
και βέβαια δεσποινίς Μαριγούλα. Ο Τιμολέων είμαι…
(Η Φιορούλα κοιτάζει παράξενα)
Κοιτάζονται κι οι δυο, σιωπηλά.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ήρθα!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλώς ήρθατε!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ήρθα, Τιμολέο, ήρθα, όπως μου έγραψες στο
γράμμα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α… στο γράμμα….
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Νάτο το γράμμα, το έχω… Το έχω ποτίσει με τα
δάκρυά μου…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (κατ’ ιδίαν) Μα τι να λέει αυτό το γράμμα;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Τα λόγια σου… εκείνα τα λόγια σου…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ (κατ’ ιδίαν): Δεν βλέπω συνεννόηση εδώ πέρα… Τζάμπα
με φάγανε τα κατσάβραχα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τα λόγια μου… ναι… εκείνα τα λόγια μου… (Μα τι
στο διάολο λένε τα λόγια μου;)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Δες τα γραμματάκια σου τα καλλιγραφικά καρδιά
μου… (του δίνει το γράμμα)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ωχ ωχ ωχ… «Καρδιά μου» ακούω… Ναι… (διαβάζει το
γράμμα μουρμουρίζοντας….)… Ω, δεσποινίς, τι συγκινητικό
γράμμα…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ναι, είσαι ποιητής… Μπορώ να σε αγκαλιάσω, καλέ
μου Τιμολέο;
Ηλίας Τουμασάτος
46
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε… μισό λεπτό… (Έτσι και τα μάθει αυτά η
Ιωσηφίνα, μαύρο φίδι που μ’ έφαγε! Το διαζύγιο δεν το
γλιτώνω….)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ξέρεις τι κατσάβραχο σκαρφάλωσα για να έρθω εδώ
στο Αργοστόλι να σε βρω; Ο Παναής μας γέλασε… μας πήρε
το κάρο, το άλογο, και τη μπόλια με τα καλά μου ρούχα…
Γι’ αυτό καλέ μου έρχομαι και σε συναντώ ντυμένη σαν
φτωχιά κυράτσα, μα ξέρω πως η λάμψη της αγάπης μου θα
αγγίξει την ψυχή σου…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: (αυτοφασκελώνεται): Να μέσα στα μούτρα σου
Φιορούλα, που της διάβαζες και ιπποτικά μυθιστορήματα,
αντί να τη μάθεις να ανοίγει κανένα φύλλο…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλή μου Μαριγούλα…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Καλέ μου Τιμολέο…
(διακόπτει ο Παμεινώντας, που εισβάλλει με τη σκορδαλιά…)
Σκηνή 4
Παμεινώντας, Φιορούλα, Μαριγούλα, Ναπολέων
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Έτοιμη κι η σκορδαλιά μας… Αλοιφή, κρέμα,
αμβροσία από το κέρατο της Αμάλθειας, μάννα εξ ουρανού,
και μάνα και πατέρας, σκορδαλιά του Παμεινώντα!
(σερβίρει στα τραπέζια, η Φιορούλα κάθεται και αρχίζει να τρώει)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλή μου Μαριγούλα… θα πρότεινα να
γευματίσουμε μαζί απ’ αυτό το θεσπέσιο φαγητό.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μα, καλέ μου Τιμολέο, πώς θα φάμε σκορδαλιά…
και μετά πώς θα τα πούμε από κοντά… αφού θα βρωμάμε
και θα ζέχνουμε από το σκόρδο… Και πώς θα ανταλλάξουμε
φιλιά;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αυτό ακριβώς προσπαθώ να αποφύγω.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Πώς είπες καλέ μου;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
47
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα είναι κρίμα να χάσουμε αυτή τη γευστική
εμπειρία…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μα τι λες; Κάθε τρεις και λίγο φτιάχνουμε σκορδαλιά
στο Ληξούρι…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε, στη δικιά μου την πατρίδα δεν το συνηθίζουμε και
τόσο, είναι κάτι ομολογουμένως πολύ σπάνιο…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Αργοστολιώτες… Δεν ξέρουνε να ζήσουνε…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Όπως θες αγάπη μου…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (Ε, ρε, αρχίσανε οι αγάπες τώρα. Πιο εύκολα ξέφυγα
από τους Άγγλους απ’ ό,τι θα ξεφύγω από τούτην εδώ…)
(Ο Ναπολέων δοκιμάζει τη σκορδαλιά… καίγεται λίγο από το σκόρδο)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Τι έπαθες αγάπη μου…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (ξεροβήχει…) Ε, κάπως… κάπως καυτό είναι αυτό το
πιάτο!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Έξι κεφάλια σκόρδα έχει. Η καλύτερη σκορδαλιά
στην Αγία Ευφημία!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Α, και στην Αγία Ευφημία έτσι την τρώτε; Δεν έχω
πάει ποτέ.
(Ο Ναπολέων και ο Παμεινώντας αλληλοκοιτάζονται)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πω πω… φωτιά είναι αυτή η σκορδαλιά… Τι
εννοείτε, δεν έχετε πάει ποτέ;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Εννοώ, δεν έχω πάει ποτέ…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (σηκώνεται για λίγο, προς τον Επαμεινώντα). (Στον
Παμεινώντα): Να σου πω βρε Παμεινώντα, μεταξύ μας, εδώ
είναι Αγία Ευφημία, έτσι; Σίγουρα;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Σίγουρα, σιορ Τιμολέο μου. Το μόνο πράμα που
είμαι σίγουρος είναι αυτό. Με το μπαρδόν, δεσποινίς
Μαριγούλα μου, αλλά εδώ που είσαι… εδώ… Αγία
Ευφημία.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: (Γελάει) Α, Αγία Ευφημία λένε το χάνι σας;
Ηλίας Τουμασάτος
48
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Για ένα μομέντο… Να σου πω, Μαριγούλα μου…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Περίεργο στο Αργοστόλι ένα χάνι να λέγεται Αγία
Ευφημία.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ και ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ποιο Αργοστόλι;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μωρή Μαριγούλα, εκειός ο Παναής… είσαι σίγουρη
ότι μας οδήγησε σωστά;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ναι, το λεγε ο πατερούλης μου ότι άλλος δεν ξέρει
την Κεφαλονιά τόσο καλά όσο ο Παναής.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ο Επαμεινώνδας προσπαθεί να σας πει ότι δεν
ευρίσκεστε εις το Αργοστόλιον αλλά εις την Αγίαν
Ευφημίαν.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ποια Αγία Ευφημία;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Στην Πύλαρο. Έχουμε κι άλλη;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Το’ ξερα. Δεν μπορεί ετούτο να είναι το Αργοστόλι.
Εδώ είναι ωραίο μέρος. Το Αργοστόλι ένα σίχαμα είναι.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Φιορούλα θα τρελαθώ. Εμείς ήρθαμε στο Αργοστόλι.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεσποινίς, φοβάμαι ότι πλανάσθε. Ευρίσκεστε εις την
Αγίαν Ευφημίαν.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Δεν θα με τρελάνετε όλοι. Άκου, Τιμολέο. Είμαστε
στο Αργοστόλι. Αφού εσύ μου έγραψες ότι θα με περιμένεις
στο Αργοστόλι.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Κοπέλα μου, σου λέω, εδώ είναι Πύλαρος. Αγία
Ευφημία.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Το ‘ξερα. Πώς είναι δυνατόν να μη φαίνεται από δω
το Ληξούρι, κοτζάμ μεγαλούπολη;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Κι αφού δεν είμαστε στο Αργοστόλι και είμαστε στην
Αγία Ευφημία, εσύ τι κάνεις εδώ;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ποιος εγώ;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ο Τιμολέος μου!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α, ο Τιμολέων σου…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
49
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ο Τιμολέος μου…. (σκέφτεται λίγο)… όχι… Όχι… Δεν
με θέλεις… Μετάνιωσες…. Έκανα τόσο δρόμο, παραλίγο να
με φάνε οι αλεπούδες… άφησα το Ληξούρι μου…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Πήρες κι εμένα στο λαιμό σου, που στο κάτω κάτω τι
έφταιξα εγώ η κακομοίρα. Εγώ το δικόνε μου τον έθαψα.
Πάει.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Και έρχομαι εδώ μετά από τόσα βάσανα, δίχως
ρούχα, κουρελαρία, μ’ ένα κραγιονάκι και μια πούδρα, και
σε περιμένω, Τιμολέο μου, σαν τη Δευτέρα Παρουσία, και…
έρχομαι, σε βρίσκω… και… μου λες ότι εδώ δεν είναι το
Αργοστόλι… Απαιτώ εξηγήσεις, Τιμολέο.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αγαπητή δεσποινίς Μαριγούλα, υπάρχει για όλα μια
λογική εξήγηση. Τα έλεγαν άλλωστε και οι μεγάλοι
Διαφωτισταί. Ο Ρουσό, ο Βολταίρος, ο Ντιντερό.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Άσε μου τώρα τα μπιμπερό και πες μου, ομολόγα
Τιμολέο…Δεν με θέλεις πια… Με πετάς σαν στιμμένη
λεμονόκουπα!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Άντρες σου λέει μετά… Αργοστολιώτες.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα κυρία μου, δεν κατάγομαι από το Αργοστόλιον.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ο Τιμολέος μου έτσι γράφει στο γράμμα… Δες το…
Εν Αργοστολίω…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ο δικός σας Τιμολέος μπορεί. Εγώ πάντως όχι. Εγώ
κατάγομαι… κατάγομαι… εκ Πρεβέζης!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ε, όχι να πάρεις και Ηπειρώτη Μαριγούλα μου!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ψεύδεσαι ασυστόλως! Μετανόησες! Ποιος ξέρει ποια
σου πήρε τα μυαλά!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα δεσποινίς μου, εγώ είμαι παντρεμένος. Η σύζυγός
μου ονομάζεται Ιωσηφίνα.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Παντρεμένος!! Παντρεμένος!!! Κι εγώ; Η αθώα και
πάναγνος Μαριγούλα; Όχι!!! Όχι!!! Παμεινώντα!
Παμεινώντα!! Έχεις τίποτα να φαρμακωθώ; Και ν ανοίξεις
ένα λάκκο να με θάψουνε! Κι από πάνω να γράψεις στο
Ηλίας Τουμασάτος
50
σταυρό: «Ενθάδε κείται Μαριγούλα Δελλαπόρτα,
απατηθείσα και πλανηθείσα υπό του Τιμολέου, θανούσα
αδίκως εις το άνθος της ηλικίας της».
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα πού να τα γράψω όλα αυτά, αφού δεν ξέρω
γράμματα.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κοπέλα μου, άλλον Τιμολέο ψάχναμε κι άλλον
βρήκαμε. Αυτός είναι κύριος με τα όλα του. Αποκλείεται να
είναι Αργοστολιώτης.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Αφήστε με… Αφήστε με να πέσω στη θάλασσα να
πνιγώ…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Θα πνιγείς ή θα φαρμακωθείς; Πάρε μιαν
απόφαση, να βρούμε και καμιά βάρκα αν είναι να σε
μαζέψουμε.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Όχι! Όχι! Δεν θα πνιγώ! Ούτε θα φαρμακωθώ! Θα
πάω μοναχή στον Άγιο Γεράσιμο! Θα με λένε πλέον μοναχή
Ευλαμπία! Κι εσύ, Φιορούλα, θα μονάσουμε μαζί!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Τον κακό σου τον καιρό που θα γίνω μοναχή. Να πας
μόνη σου. Εγώ θα μείνω εδώ.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Το κλίμα φαίνεται ιδιαιτέρως τεταμένο και…. Ωχ…
ωχ… (Δείχνει να πονάει)
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Άσε μας κι εσύ. Αν κλειστώ κι εγώ στο μοναστήρι, ουαί
και αλίμονό σου!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Πάω… πάω να προσευχηθώ… Άτιμε Τιμολέο, με
ηπάτησες και με ατίμασες, εμένα, την Μαριγούλα
Δελλαπόρτα!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Περίμενε πουλάκι μου! Άτιμοι Αργοστολιώτες!
Πονηροί και ακάθαρτοι!
(Φεύγουν η Φιορούλα και η Μαριγούλα)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα να πω ότι κατάλαβα τι έγινε… ψέματα θα
πω… Εσείς, σιορ Τιμολέο… μα… τι εχετε;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πονώ… Παμεινώντα… Πονώ…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
51
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Καλά μωρέ, μην πονείς τόσο πολύ, δεν είναι και
καμιά βασιλοπούλα! Δεν λέω, καλή κοπέλα… Και όχι τίποτα
άλλο, θα την περιμένει κι ο Τιμολέος στ’ Αργοστόλι… Μωρέ
μήπως πριν πάει να γενεί καλογριά να πάω να της ρίξω κι
εγώ τα δίχτυα μου; Καλό κορίτσι φαίνεται κι εγώ είμαι σε
ηλικία γάμου..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πονώ Παμεινώντα… δεν αντέχω…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα τι έχεις σιορ Τιμολέο; Τόσο σε πείραξε τούτη
η παρεξήγηση;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Όχι μωρέ Παμεινώντα… Η σκορδαλιά!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Η σκορδαλιά! Την καλύτερη…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ναι… ναι… την καλύτερη στην Αγία Ευφημία…
Αλλά δεν μπορώ… Πονάω… Το στομάχι μου Παμεινώντα!
Έπεσε πολύ το σκόρδο Παμεινώντα… Πεθαίνω…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Σιγά μωρέ φοβιτσιάρη… Δεν πέθανε κανείς από
σκορδαλιά…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πονάω σου λέω…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ούτε εγώ δεν έκανα έτσι όταν απάντησα το
Ναπολέοντα! Άντε, μη σκούζεις…
(Ακούγεται από μέσα η φωνή της Μαριγούλας)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Να φαρμακωθώ ή να μονάσω; Θεέ μου, δώσε μου
φώτιση!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αχ… τι τρελόνησο είναι αυτό… Στο καράβι μου, να
πάω στο καράβι μου… Άτιμη σκορδαλιά!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Άντε, να σε πάω στο καράβι σου κι εσένα…
Μαριγούλα! Καρτέρει ένα μομέντο, να τονε πάω ετούτονε
να τονε μπαρκάρω, μη μου ξυλιάσει μέσα στο μαγαζί.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πονάωω….
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Πάψε… Θα σε πάω στο καράβι σου…Μωρέ ένας
Ναπολέος που σου χρειάζεται!!
(φεύγουν)
Ηλίας Τουμασάτος
52
ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Χάνι του Παμεινώντα, Αγία Ευφημία
Σκηνή 1
(Μπαίνει ο Τιμολέων)
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Άτιμη αρχοντοπούλα, με γέλασες… Τόσες ώρες
περίμενα και μόνο ένας γάιδαρος ήρθε, ξεκαπίστρωτος και
φορτωμένος μ’ ένα καλάθι αγκιναροκούκια. Έτσι είπαμε
κυρά μου; Ο Τιμολέων σου έστερνε τα φιόρα και τσι
καρτολίνες, κι εσύ, άκαρδη κακούργα, αγκιναροκούκια;
Αγκινάρα είναι η καρδιά σου, κι εμένανε κουκιά τα δάκρυά
μου… Έτσι μας περιφρονάνε οι αρκόντοι εμάς τη
φτωχολογιά. Αλλά δεν θα ‘ρθει ο καιρός που θα ξυπνήσουμε;
Μα κανένας δεν είναι εδώ; Μονάχα κάτι κλάματα ακούω
από μέσα. (Κάθεται στο τραπέζι). Περίμενα, περίμενα,
περίμενα ‘Αφαντη η Μαριγούλα. Καβάλησα κι εγώ τον
άνθρωπο και πήρα των ομματιώνε μου… Κάποιος μου
σφύριξε πως είδανε ένα καράβι φραντσέζικο στην Αγια-
Θυμιά… Κι ήρθα κι εγώ να μάθω, τι γένεται εκεί πέρα στη
Γαλλία. Λένε πως εκειός ο Ναπολέων θέλει ν’ αλλάξει τα
πράματα. Πως κουτσοκεφαλιάσανε κάτι βασιλιάδες…
Ευκειός ο Παμεινώντας που είναι μωρέ παιδί μου να με
σερβίρει ένα καρυδόφυλλο;
(Βγαίνει η ΦΙΟΡΟΥΛΑ)
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ευτυχώς αποκοιμήθηκε η Μαριγούλα… Να ησυχάσω
κι εγώ η κακομοίρα… Μα πού επήε ο Επαμεινώντας με τον
Τιμολέο; Και τούτος εδώ ο λεβέντης πούθενε εφανερώθηκε;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Καλή σου μέρα, θεια..
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: (κατ’ ιδίαν) Μπα που κακό στον Τούρκο σου, να με πεις
θεια, ούτε πενήντα χρονώνε δεν είμαι… Καλή σου μέρα και
σε…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
53
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Είστε του μαγαζιού;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Όχι, με μια φιλενάδα μου κάνουμε τουρισμό από τα
μέρη ετούτα..
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Αλήθεια; Μήπως είσαστε από το φραντσέζικο καράβι;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: (Ω, δεούτελο πού είναι ετούτος… Φιορούλα, κάμε το
κομμάτι σου). Ναίσκε παλικάρι μου, εμείς, Φραντσέζες,
σαντέζες, ήρταμε να καντάρουμε στο Αργοστόλι, αλλά
εχάλασε ο καιρός και μας έφερε στην αγια-Θυμιά. Έπαθε και
μία αναγουλίαση η θυγατέρα μου και πού να τραγουδήσει η
ψημένη…
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Πω πω… πρώτη φορά βλέπω φραντσέζες στη ζωή
μου…Μα φαίνεστε, φαίνεστε πως είσαστε από τα Παρίσια…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ναι, εγώ μέσα από το Παρίσι, όπως τηράς από τη
θάλασσα, βλέπεις ένα φούρνο, κι εκεί, στο στενοκάντουνο το
τρίτο αριστερά είναι ένα γουρουνοστάσιο. Περνάς το
γουρουνοστάσιο και στρίβεις τέσσερα στενά, και βλέπεις μια
σπιταρόνα με μποκαμβίλιες κι έναν κήπο με σκόρδα και
πισάρες, κι έναν κόκορο λειράτο. Τσι κότες τσι έφαε το
κουνάδι. Έδεκει είναι το σπίτι μου. Δικό μου, προικιό.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Μα για στάσου, το Παρίσι δεν έχει θάλασσα! Το έχω
διαβάσει σε κάτι βιβλία. Ποτάμι έχει!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Μωρέ, εμείς εκεί στας Γαλλίας, όλα θάλασσα τα λέμε,
ποτάμια, λίμπες, πέλαγα, όλα θάλασσα, ξεύρεις, είναι και
λίγο αρμυρό το νερό του ποταμού.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Όλο καινούρια πράγματα γίνονται στη Γαλλία!
Επαναστάσεις, Εφημερίδες, κοινοβούλια! Όλα αλλάζουνε
στον κόσμο… Τι τυχερή είστε που τα βλέπετε!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ω, μα βέβαια. Να σκεφτείτε κι εμείς αλλάξαμε τσι
κουρτίνες. Τσι εκέντησα εγώ με τα χεράκια μου, μαζί και
τέσσερις πετσέτες που γράφουνε…
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: «Ζήτω η Επανάσταση» αυτό θα γράφουνε…
Ηλίας Τουμασάτος
54
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Ναι, από δαύτο γράφουνε… Και «Καλημέρα»
γράφουνε απουκάτου. Εσύ του λόγου σου ποιανού είσαι;
Είσαι φραντσέζος κι εσύ;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ : Μπα… εγώ… από δω είμαι… Αλλά ονειρεύομαι
θεια… (σηκώνεται) Ονειρεύομαι να δω τον κόσμο ν’
αλλάζει… Να έχουμε κι εμείς οι φτωχοί στον ήλιο
μοίρα…Να μην τα κλέφτουνε ούλα οι αρκόντοι και να μας
πετάνε εμάς τα αποδιαλεούρια! Να έχουμε κι εμείς σπίτια…
να μην είμαστε σέμπροι και δούλοι του καθεμιανού που τα
βρήκε έτοιμα…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Άκου να δεις λόξα που έχει ετούτο το παιδί. Να πούμε
σε καναν παπά να του διαβάσει κανένα ευκέλαιο.
(ακούγεται η φωνή της Μαριγούλας)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Φιορούλα! Πού πήγες καλή μου;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Εξύπνησε η οργή του θεού! Κι είχα ησυχάσει από τσι
σκουξιές της! Έρκομαι, κυρούλα μου, έρκομαι!
(Ο Τιμολέων μένει μόνος)
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Αχ, θεια Φιορούλα, πρέπει κι εμείς να πιστέψουμε πως
ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει, αλλιώς είμαστε χαμένοι. Έδεπα
θα καθόμαστε και θα κλαίμε τη μοίρα μας… σαν κι εμένανε.
(Βλέπει ένα σημειωματάριο πάνω στο τραπέζι). Μα τι να ναι
τούτο; Ποιος ξέρει γράμματα σε τούτο το χωριό εκτός από
μένανε; (το ξεφυλλίζει)
Σκηνή 2
(Μπαίνουνε ο Ναπολέων με τον Παμεινώντα. Ο Ναπολέων φαίνεται να έχει
συνέρθει)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα εδώ, θα το ξέχασα εδώ το σημειωματάριό μου,
Επαμεινώνδα… Μα που να το έχω παρατήσει;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα τι έχεις γραμμένο μέσα, αφέντη μου; Μπας κι
είσαι μπακάλης και έχεις τα βερεσέδια;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
55
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Έχω τις σκέψεις μου εκεί μέσα!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ε τότε τι σε κόφτει; Αφού τσι έχεις και μέσα στο
τσερβέλο σου;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα τι λες; Πού θα τα θυμάμαι όλα με τόσα που έχω
στο κεφάλι μου;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Άμα θες, άκουσε τον Παμεινώντα. Άμα βάνεις
πολλά στο κεφάλι σου θα κουρλαθείς.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ορίστε! Το έχει εκείνος εκεί και το διαβάζει! Merde!
Αν είναι κανένας ρώσος κατάσκοπος; (Βγάζει το σπαθί του
και στρέφεται προς τον Τιμολέοντα). Αχρείε! Κρατάς κάτι
που δεν σου ανήκει!
(Ο Τιμολέων αιφνιδιάζεται και πέφτει από την καρέκλα. Ο Ναπολέων τον
απειλεί με το ξίφος).
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Συχώρα με αφέντη μου, μα μόνο το ξεφύλλισα… Κι
είναι μια γλώσσα που δεν ξέρω να τηνε διαβάζω..
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Και γι’ αυτό σκας μωρέ; Εγώ ούτε να γράφω ούτε
να διαβάζω ξέρω.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Γι’ αυτό έχουμε μείνει έτσι! Γι’ αυτό μας
εκμεταλλεύονται όλοι οι πλούσιοι!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Άκου να σου πω, τι γυρεύεις; Όπως τα βρήκαμε,
έτσι θα τα’ αφήσουμε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α, Παμεινώντα, δεν μας τα λες καλά. Ο κόσμος
πρέπει να αλλάξει.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Ναι, πρέπει ν’ αλλάξει! Πρέπει να ξυπνήσουμε! Να
πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας! Να ανοίξουνε σκολειά,
να μάθουνε όλοι γράμματα!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλά τα λέει ο νεαρός.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Να γίνουμε άνθρωποι κι εμείς.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Α, άκου να σου πω. Δηλαδή τι θέλεις να μας
ξεφουρνίσεις, ότι δεν είμαστε ανθρώποι; Εμένανε δηλαδή με
βλέπεις να έχω τίποτις αυτιά γαϊδάρου?
Ηλίας Τουμασάτος
56
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Να τ’ ανοίξεις, ορέ, τ’ αυτιά σου και να ακούς τα νέα
πού ‘ρχονται από την Ευρώπη!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ποια μωρέ; Τη θεια μου την Ευρώπη; Επέθανε
εδώ και δύο χρόνια και ούτε ένα βρακί ντρίλινο δεν μου
άφησε πανάθεμά τηνε, άλλονε κληρονόμο δεν είχε.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Παμεινώντα, μη φοβάσαι. Ο Ναπολέων θα φέρει
καινούριες μέρες στην Ευρώπη.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Λέτε, αγαπητέ; Λέτε να έχει τόση δύναμη;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Σιγά μωρέ, τον είδαμε και δαύτονε.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Πού τον είδες;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μωρέ, ένα βράδυ που μού ‘φυγε η Πιστρούλα η
γελάδα τση μάνας μου και ανέβηκα την Αγία Δυνατή, τον
είδα, κάτου από μια κουτσουπιά. Τι να σου πω, μωρέ
παιδάκι μου. Ένα κοντουλό ήτανε, στραβοκάνικο, δε μου
γιόμισε το μάτι. Και είπα, ετούτονε λένε Ναπολέοντα, που
ούτε απάνου σε μουλάρι δεν μπορεί να ανεβεί με τα
κοντοπόδαρά του. Να σκεφτείς, δεν έσωνε τα κάτου κάτου
κούτσουπα κι εμάζευε από τοχώμα το λιμασμένο.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α, δεν σου γιόμισε το μάτι. Άλλα μας έλεγες
πρωτύτερα Παμεινώντα.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Εγώ ξέρω πως αυτός θα φέρει στην Ευρώπη την
ελευθερία. Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μωρ’ τι μας λες; Τη Λευτερία την ξαδρέφη μου,
την έκλεψε ο Τηλέμαχος από το Θιάκι. Την έβαλε σε μια
φελούκα και μην την είδατε!
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Εγώ άλλη Ελευθερία λέω. Να είμαστε ελεύθεροι, να
είμαστε ίσοι, να είμαστε αδελφωμένοι.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Δε γίνουνται αυτά τα πράματα, αφέντη μου.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Μα γιατί;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα γιατί;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Δε γένουνται σου λέω… Θα μου δώκουνε οι
αρκόντοι εμένανε του σέμπρου τα παλάτια τους; Που δε μου
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
57
δίνουνε ούτε μισή λίτρα σταφίδα παραπάνου από κείνη που
μου κλέφτουνε;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Εσύ δεν θέλεις δικαιοσύνη δηλαδή;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μωρέ θέλω, αλλά πού να την εύρω;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Δεν θα τη βρεις αν δεν ξεσηκωθείς. Πρέπει να μάθεις
γράμματα ν’ ανοίξουνε τα μάτια σου!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα κοιμισμένονε με λες ωρέ; Είδαμε κι εσένανε
που τα χεις ανοιχτά, τι κατάλαβες;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Κατάλαβα πως εκείνα που γίνονται αλλού μπορούνε
να γίνουνε κι εδώ!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Σ’ όλη την Ευρώπη θα φυσήξει ο αέρας της
Επανάστασης!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ο αέρας που σας πήρε τα μυαλά θα φυσήξει.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Πρέπει να χουμε λόγο και εμείς, Παμεινώντα, για την
τύχη μας. Κι ο Ναπολέων θα δεις, θα λευτερώσει όλους τους
Έλληνες από τους Τούρκους.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Και πού το ξέρεις εσύ; Εκάματε κανένα συβόλαιο;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (θυμωμένος) Ο λόγος του Ναπολέοντος Βοναπάρτη
είναι συμβόλαιο!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Πάψε ορέ, σου εθίξαμε και το Ναπολέο, τι
διάολο, μπάρμπας σου είναι;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Παμεινώντα, με αυτά τα μυαλά είσαι
καταδικασμένος να είσαι σκλάβος για πάντα.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Και πού το ξέρεις εσύ ορέ ότι ο Ναπολέος δε θα
σας γελάσει και τσου δύο;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Δε γίνεται, Παμεινώντα, δεν μπορεί! Όλη η
ανθρωπότητα βράζει. Οι βασιλείς θα πάνε καλιά τους. Η
εξουσία θα περάσει στο λαό! Χιλιάδες χρόνια βάσανα θα
τελειώσουνε.
Ηλίας Τουμασάτος
58
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Γιατί είσαι τόσο δύσπιστος, Παμεινώντα; Γιατί δεν
έχεις μέσα σου ελπίδα; Αν δεν ελπίζεις στην αλλαγή πώς θα
αλλάξεις;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να σας πω βωρές. Κι άμα δείτε το Ναπολέοντα,
εκεί που έχει πάρει όλη την Ευρώπη με το μέρος του να
φορέσει καμιά κορώνα στην κεφάλα του και πει «Τώρα εγώ
είμαι ο βασιλιάς, κι εσείς, κορόιδα, πηαίνετε να σκάφτετε
όπως και πρώτα τα κρομμύδια»..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν γυρίζει πίσω η Ιστορία Παμεινώντα! Δεν
πρόκειται ποτέ να συμβεί αυτό!
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Δεν αντέχει άλλο ο κόσμος Παμεινώντα! Όχι, ο
Ναπολέων δεν πρόκειται να μας προδώσει! Με το σπαθί του
θα φέρει στην Ευρώπη τη δικαιοσύνη! Όλοι τονε τρέμουνε.
Μα οι Τούρκοι, τονε τρέμουνε, μα οι Ρώσοι τονε τρέμουνε,
μα οι Εγγλέζοι, τονε τρέμουνε.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εγώ ορέ, δεν τονε τρέμω. Και μπροστά μου να
τον είχα, τα ίδια θα του έλεγα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι θα του έλεγες δηλαδή;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Πες τώρα πως εσύ είσαι ο Ναπολέος κι εγώ ο
Παμεινώντας. Να σε γδω… Μωρέ… πώς είσαι έτσι,
ολάκερος Ναπολέος; Ίσιωσε ορέ την πλάτη σου, είσαι
καπιτάνιος μεγάλος ορέ…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλά, καλά… Μίλα τώρα.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Τώρα δεν τά χω προβάρει τα λόγια, συμπάθα με.
Σιορ Ναπολέο, εσύ που επήρες τη σπάθα σου και το μουλάρι
σου και κυρίεψες τας Γαλλίας, τας Ευρώπας και τας
Αφρικάς… (είδες πως τα λέω…έχω λέγειν ο άτιμος…)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Έλα,έλα, προχώρα…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εσύ το λοιπό, που έκαμες ανάστα ο Κύριος όλη
την υφήλιο, άμα θέλεις, βόχτα και τούτη την Ελλάδα. Κι
εμείς είμαστε καλοί ανθρώποι, οι πιο πολλοί. Τσου άλλους
άσε τους να πάνε στην ανεμορπή. Αλλά, έχε τ’ αμέντε σου,
σιορ Ναπολέο, έχε τ’ αμέντε σου λέγω…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
59
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα πες αυτό που θέλεις να πεις επιτέλους, γιατί
έχουμε και δουλειές…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Επειδής όταν ο άνθρωπος γίνεται μέγας και
τρανός τα μυαλά του μπουρμπουλίζουνε μέσα στο τσερβέλο
του, κανόνισε την πορεία σου, μη γλυκαθείς από τσου
θρόνους και, εκεί που ήθελες να γίνεις ο σωτήρας του
κόσμου, πάς και φορέσεις την κορώνα στο κεφάλι σου. Γιατί
να ξέρεις, ό,τι φορούμε στο κεφάλι μας, κανονίζει την πορεία
μας. Άμα φορέσεις τρίτσα, σαν εμένανε, αμπελουργός θα
είσαι και θα τραβολογιέσαι στα χωράφια. Άμα φορέσεις του
καπιτάνιου το καπέλο, θα πάρεις τα κουμπούρια και πάρτε
διαόλοι βάγια… Κι άμα φορέσεις την κορώνα, θα πιστέψεις
πως εσύ είσαι και κανένας άλλος, θα θρονιαστείς απάνου
στου βασιλέως την καθίκλα και θα λησμονήσεις όσα έλεες.
Έχε το νου σου Ναπολέο, εις το όνομα τση Αγίας και
Μωυσίας και περικλέτου Τριάδος σε ασπάζομαι Παμεινών.
(σιωπή).
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εφκείνα θα του έλεα. Μα γιατί εβουβαθήκατε
βωρές;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Αν γίνει κι αυτό, ο κόσμος μας δεν θα έχει καμία
σωτηρία. Δούλοι γεννηθήκαμε και δούλοι θα πεθάνουμε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θα τα έχω όλα αυτά υπ’ όψιν μου, αγαπητέ
Επαμεινώνδα.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Γιατί; Σάματις εσύ είσαι ο Ναπολέος;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ε, βέβαια! Σάματις εγώ είμαι; Χωρατό έκανα! (Γελάει,
οι άλλοι δεν γελάνε).
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Εσείς… είστε από το καράβι το φραντσέζικο… Μα
πείτε μου… Πότε θα ελευθερωθούμε; Οι Τούρκοι κι οι Ρώσοι
θέλουνε τα νησιά μας… Κι οι Εγγλέζοι… Και τόσα χρόνια
είχαμε τους Βενετούς… Κι ήρθανε οι Γάλλοι και
πανηγυρίσαμε… και ελπίζουμε… μα τώρα πάλι σύννεφα
βλέπω παντού… Πότε θα έρθει η ελευθερία μας;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ω ρε, μανία που έχει με τη Λευτερία… Είπαμε,
επήγε νύφη στην Ιθάκη. Μα δεν καταλαβαίνεις ελληνικά;
Ηλίας Τουμασάτος
60
Και κάνει και το γραμματιζούμενο. Λες και την είχες
γκαρδιευτεί.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Αχ… άστα… για άλλη χτυπούσε η καρδιά μου.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Α.. για κείνη την Ισότητα… Ποιος ξέρει τι
πουράντζινο ήτανε κι εκείνη…
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Όχι όχι… Αχ… τη Μαριγούλα μου…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ και ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ποια;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Τη Μαριγούλα μου! Την αρχοντοπούλα μου από το
Ληξούρι. Ολόκληρο σχέδιο έκαμα για να την κλέψω, κι
εκείνη μου στειλε ένα γάιδαρο φορτωμένο
αγκιναροκούκια… Και μέσα στην καρδιά μου φυτρώσανε
τσουκνίδες…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να ταΐσεις με δαύτες το γάιδαρο, κάνουνε καλό.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δηλαδή εσύ είσαι ο Τιμολέων;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Ολόκληρος. Τιμολέων, τεχνίτης μέγας ξυλογλύπτης,
κατασκευάζομεν ό,τι θέλετε από ξύλο, σερβάντες, γιόντσες,
κρεβάτια μονά και διπλά, πορτοπαρέθυρα, φέρετρα (μακριά
κι αλάργα). Πιάνουνε τα χεράκια μου. Μα εκείνη είναι
αρχόντισσα κι εγώ… Γιατί να μην είμαστε ίσοι; Γιατί να μας
χωρίζουνε τα αρχοντολόγια; Αφού την αγαπάω… Γιατί να
με περιφρονεί…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να σου πω, Τιμολέος κι εσύ, Τιμολέος και ο
άλλος; Μπερδεύτηκα; Να σας ελέγανε Παναγάδες και
Γερασιμάδες, θα το καταλάβαινα… Αλλά δυο Τιμολέοι στην
Αγια-Θυμιά πάει πολύ.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Λοιπόν, και γι’ αυτό θα φροντίσει ο Ναπολέων!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μα τι είναι τέλος πάντων αυτός ο Ναπολέος;
Προξενήτρα; Κάνει και γάμους;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Σιωπή εσύ, Παμεινώντα! Εσύ, Τιμολέων, για κοίτα
έξω από το παράθυρο, έφυγε το καράβι;
( Ο Τιμολέων γυρίζει προς το παράθυρο, ο Ναπολέων τον χτυπάει στο κεφάλι
με τη λαβή του ξίφους του και ο Τιμολέων πέφτει ξερός…)
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
61
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ωρέ πάει το παλικάρι. Τονε ξέρανες κακούργε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Σιωπή Επαμεινώνδα! Θα κάνεις ό,τι σου λέει ο
Ναπ… ο Τιμολέων!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ποιος από τσου δύο;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Εγώ… Βοήθα με να τονε ξαπλώσουμε απάνω στο
τραπέζι!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ω ρε παναθεμάτονε είναι και βαρυκούκαλος… Ε,
ρε Παμεινώντα… Πού θαν τονε χώσουμε έτσι και ενετάρισε;
Θα με κρεμάσουνε μωρέ, εσύ θα φύγεις με το παπόρο κι εγώ
θα μείνω εδώ με το λείψανο.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι εδώ.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ούτε ο Ναπολέος δε με σώνει! Ούτε ο Ναπολέος!
Σκηνή 3
(Μπαίνει η Φιορούλα)
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Παναγία μου, ένας πεθαμένος απάνου στο τραπέζι.
Πού ευρέθηκε ο δύστυχος; Ο Θεός να σχωρέσει τσι αμαρτίες
του.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πού να σας τα λέω κυρία Φιορούλα μου…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ε, πού να τση τα πεις κι εσύ, που τον έστειλες
στον άλλο κόσμο. Να δω πώς θα τα μπαλώσεις…
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Το δύστυχο! Μην τονε τάισες τίποτις ψοφίμια ωρέ
Παμεινώντα; Μην του έδωκες κανένα τυρί από τα πέρισι;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Α, κυρα-Φιορούλα μου, μη με κατηγοράς
εμένανε… Ξέρεις ποιος τονε τελείωσε; Ο Ναπολέος!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ποιος;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εμπήκε εδώ μέσα με μια σπάθα και μια
πανοπλία, και φτερά απάνου στο καπέλο του, σαν το
παγώνι, κι έβαλε φωνή μεγάλη: Ετούτος εδώ ο πικατάρατος
Ηλίας Τουμασάτος
62
ο Τιμολέος είναι πράχτορας τση Ρουσίας. Τον έστειλε ο
Τσάρος να με καταδιώξει, μα τώρα ήρτε η ώρα του! Και
δώστου μια και δυο σπαθιές τονε ξάπλωσε κάτου!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ναι, ναι, τον είδα κι εγώ.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Και πού είναι τα αίματα;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Α, όλα κι όλα κυρα-Φιορούλα! Εγώ το μαγαζί
μου το θέλω σεστάδο. Επήα ο έρημος και τα έμασα όλα
κάτουθε. Και αίματα, και άντερα και όλα, δεν μπορεί να
έρτουνε οι τουρίστες και να τα έχω όλα μουρδουλιό.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κι εγώ γιατί δεν άκουσα τίποτα;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τα έχετε κοιτάξει τα αυτιά σας τελευταίως; Διότι μια
επιδημία σέρνεται τελευταίως που κουφαίνει τις γριές.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Γριά να πεις τη μάνα σου. Ευτυχώς δεν άκουσε τίποτα
η Μαριγούλα μου, το κοριτσάκι μου. Τι θα τηνε κάμω που
θέλει να γένει καλόγρια!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Για κοιτάξτε καλύτερα μαντάμ Φιορούλα, μήπως και
σας ενθυμίζει κάτι ο νεκρός;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Α, αφέντη μου, εγώ δεν παώ εκεί κοντά, φοβάμαι μην
ασηκωθεί και με πάρει μαζί του στον κάτου κόσμο.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να φωνάξουμε και τις μοιρολοΐστρες να τονε
κλάψουνε. Θα βρω δυο-τρεις σε καλή τιμή.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα πλησιάστε καλέ, μη φοβάστε. Ακούστε κι εμένα,
που έρχομαι από τα ξένα. Δεν κινδυνεύετε από τους
νεκρούς. Μην είστε δεισιδαίμων. Αυτά πήγανε πίσω την
ανθρωπότητα.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Τώρα τι σημαίνει ετούτο που είπε, δεν το
πολυκατάλαβα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ακούστε… Ο νεκρός τώρα δεν μπορεί να πειράξει
κανέναν. Πλησιάστε άφοβα. Ούτε φαντάσματα υπάρχουν,
ούτε βρυκόλακες. Πρέπει να ξυπνήσετε μαντάμ Φιορούλα.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Αυτά έλεγε κι ο πεθαμένος. Να ξυπνήσετε, να
ξυπνήσετε, τώρα πάρτονε κάτω.
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
63
ΦΙΟΡΟΥΛΑ (πλησιάζει): Μωρέ κάτι μου θυμίζει… Για να τονε δω…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Είχε και καλύτερο χρώμα, τώρα εχλώμιασε
λιγάκι.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Βαγγελίστρα μου! Ο Τιμολέος! Ετούτος μού έδωκε το
γράμμα για τη Μαριγούλα μου! Ο Γροστολιώτης! Κρίμα, το
παλικάρι! Αχ, καημένη Μαριγούλα, πάει, τονε χάσαμε το
γαμπρό, που μαύρη η ώρα που ξεκινήσαμε από το Ληξούρι.
Ωιμέ, Μαριγούλα μου, πάει ο πρίγκιπας τση καρδιάς σου,
πάει, εχάθηκε η κολώνα του σπιτιού σου! Μην τονε δει γιατί
θα σβηστεί…
Σκηνή 4
(Μπαίνει η Μαριγούλα)
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μα τι φωνές είναι αυτές; Άγιε μου Χαράλαμπε, ποιος
είναι αυτός ο αψηλός, ποιος είναι αυτός ο τύπος; Ανασαίνει
ή ξεψύχησε ο καψερός;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αγαπητή μαντμουαζέλ Μαριγούλα, πρέπει να δείξετε
κουράγιο και εγκαρτέρηση.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Πολύ παράξενες κουβέντες λέει τούτος εδώ.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τούτος ήτο ο Τιμολέων, ο γαμβρός που μεθόδευσε
την απαγωγή σας.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Σιόρα Μαριγούλα,
ετούτος εδώ ο πεθαμένος είναι ο Τιμολέος που εκανόνισε να
σας κλέψει μα εσείς εχάσατε το δρόμο.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ποιος…; Ο Τιμολέων μου;… Πού τόσα ετράβηξα για
να τον απαντήσω; Πού τόσα λαγκάδια και βουνά
κανεβοκατέβηκα μονάχα για ένα του φιλί; Αλίμονό μου η
δόλια… Που τόσοι βάτοι μου επλήγωσαν τις γάμπες μου
και τόσοι κώνωπες ετσίμπησαν τα μαρμαρένια μου
μάγουλα; Ω, Τιμολέων… Μπροστά μου κείτεσαι νεκρός πριν
μας ενώσουν τα ιερά δεσμά του γάμου! Επειδή εγώ, η μωρά
Ηλίας Τουμασάτος
64
παρθένος έχασα το δρόμο… Κακιά μου μοίρα, κακό μου
πεπρωμένο!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας Μαντμουαζέλ. Και
να ξέρετε, δεν υπάρχουν μοίρες και πεπρωμένα. Μην είστε κι
εσείς σαν τους παλαιούς. Ο άνθρωπος χαράζει τη μοίρα του.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Και μένα ο πικατάρατος ο Παναής μου χάραξε τον
λάθος δρόμο, που κακό χρόνο να χει ο βελζεβούλης!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Τι να κάμουμε τώρα Μαριγούλα μου; Πάει ο γαμπρός
τώρα, μα θα βρεις άλλονε κόρη μου, γιομάτος είναι ο τόπος.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μα εκείνος τόσα ποιήματα μου είχε γράψει.. Έχω κι
εδώ ένα, στον κόρφο μου:
Να τα χαρείς τα νιάτα σου, γλυκιά μου Μαριγούλα
Που μπρος σου γονατίζουνε τα αρχοντόπουλα ούλα
Αυγά Λαμπρής τα μάτια σου
Τζεράνιες τα μαλλιά σου
Άφησε τα παλάτια σου
Και δώς μου την καρδιά σου.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ωραιότατον ποίημα. Να το μεταφράσω στα γαλλικά
διά την Ιωσηφίνα μου.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Και τώρα, ενθάδε κείται ο έρως μου! Ετοιμάσου
Φιορούλα, φεύγουμε για το μοναστήρι. Όχι! Όχι! Δεν
φεύγουμε! Εδώ θα μείνω και θα φαρμακωθώ.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μήπως αντιμετωπίζετε τα πράγματα με μια κάποια
μοιρολατρία;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μωρέ αν ήτανε εδώ ο Ναπολέος, θα τον είχε
αναστήσει. Τον είδα εγώ μια φορά στο βουνό, εψόφησε ένα
αγριογούρουνο, και νάσου ο Ναπολέος πάει και του λέει:
«Σήκω αβασκαμένο μου, που ματιάσανε την ομορφιά σου,
πήγαινε στη γουρούνα σου, πήγαινε στα παιδιά σου», και
νάτο εσηκώθηκε. Θαυματουργός σου λέει ο Ναπολέος.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Υπερβολές! Ο άνθρωπος δεν πρέπει να πιστεύει σε
θαύματα. Πιστεύει μόνο στο μυαλό του.
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
65
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κάμε τονε καλά με το μυαλό σου, που έχεις το θράσος
να λες για το Ναπολέο. Που ούλη την Ευρώπη θα πάρει με
το μέρος του λέει ο αφέντης μου ο σιορ Νικολάκης.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Με το μυαλό και με τη σκέψη του! Όχι με μάγια και
μαντζούνια!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Κι εγώ έχω μυαλό και σκέψη, αλλά Ναπολέος δεν
εγίνηκα. Πώς το εξηγάς εφκειό;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ύπαγε οπίσω, Επαμεινώνδα! Περιμένετε και θα δείτε!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Φέρε μου κινίνα, Επαμεινώντα, να φαρμακωθώ!!!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Πάψε κι εσύ μωρή, που να βρούμε κασόνια για
δύο κηδείες! Επέθανε και ο ξυλουργός!
Ναπολέων πηγαίνει κοντά στον Τιμολέοντα και του δίνει δυο δυνατά
χαστούκια!)
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Τι έγινε; Πού βρίσκομαι;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Εβρυκολάκιασε! (Γονατίζει και προσεύχεται)…
«Πιστεύω εις ένα Θεόν, πατέρα παντοκράτορα…»
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Θα με διώξει ο αφεντικός μου με τόσα σημεία και
τέρατα που γένουνται μέσα στο μαγαζί του… Μωρέ Τιμολέο,
ανάστησες το συνονόματό σου..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν τον ανάστησα. Ζωντανός ήταν. Δεν σκεφτήκατε
να πάτε κοντά του να τον βοηθήσετε!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Φέρτε μου κινίνα, φέρτε μου σουλφαμίδες να
φαρμακωθώ… Όχι, δεν θα φαρμακωθώ! Θα πέσω από την
κορφή του Αίνου!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεσποινίς, ο κύριος Τιμολέων είναι ζωντανός!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ζωντανός; Ζωντανός; Ζωντανός!
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Μωρέ, το κεφάλι μου πάει να σπάσει… (κοιτάζει
γύρω). Βλέπω οράματα.. Ω, με παλάβωσε ο έρως και βλέπω
οράματα! Βλέπω τη Μαριγούλα μου… το άνθος τση ζωής
μου!
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Τιμολέο μου! Εσύ είσαι Τιμολέο μου;
Ηλίας Τουμασάτος
66
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Μαριγούλα μου! Ρόδο μου αμάραντο!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Δεν έχω λόγια να μιλήσω. Εγώ φταίω που άφησα το
Ληξούρι μου για να έρθω εδώ να δω ευκειά τα διαολικά
πράγματα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλή μου μανδάμ Φιορούλα, όλα είναι θέμα λογικής.
Καμιά δουλειά δεν έχει ο διάβολος εδώ.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Μωρέ εμένανε θα με πάρει και θα με σηκώσει. Να
σας πω…
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Και γιατί δεν ήρτες στο ραντεβού κι εγώ παραδέρνω
στα κακοτράχαλα βουνά τση Πύλαρος;
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Κι εσύ γιατί μου έστειλες το γάιδαρο με τα
αγκιναροκούκια;
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Εφκειός ο Παναής όλα τα σούφρωσε κι άφησε μονάχα
τσι αγκινάρες που τονε πειράζουνε!
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Θα με συγχωρέσεις Μαριγούλα μου;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: (ναζιάρικα) Θα το σκεφτώ πολύ σοβαρά, αμόρε μίο.
Μα πού θα πάμε τώρα; Ούτε προικιά έχω, ούτε παπούτσια
καλά καλά. Τα έλιωσα η μαύρη εκειαπάνου στα βουνά.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Δεν χρειάζεσαι προικιά καρδιά μου. Εγώ θα δουλεύω
με τα ξύλα μου, και θαν τα πουλώ παντού. Στο Τζάντε, στσι
Κορφούς, στην Άγια Μαύρα, ολούθε. Κι εσένα θα σ’ έχω με
τα ούλα σου. Και θα κάμουμε και παιδάκια.
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Ναι, ένα κι ένα.
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Κι εγώ η κακομοίρα τι θα γίνω;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ:Μαζί μου θα σε πάρω, Φιορούλα μου.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ: Άντε, πάμετες να μάσουμε τα πράγματά σας και να
τραβήξουμε για το Αργοστόλι!
ΦΙΟΡΟΥΛΑ: Θα κάμω την καρδιά μου πέτρα. Ας όψεται η αγάπη
που σου έχω Μαριγούλα μου.
(Μπαίνουνε μέσα γελώντας)
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
67
ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ούλα ωραία και καλά. Μόνο ο Παμεινώντας θα
εύρει το μπελιά του. Ξέρεις πώς κυκλοφοράνε τα νέα στο
χωριό… Τώρα την τρίχα θα τηνε κάμανε τριχιά. Θα πούνε
πως έγινε μέσα φονικό, πως εβγήκανε βουρκολάκοι.
Αλίμονό μου.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Να σου πω, βρε Παμεινώντα. Έρχεσαι μαζί μου στο
καράβι;
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Εγώ; Μωρέ με χαλάει η θάλασσα… Και πού να
πάω;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Στη Γαλλία… Να πολεμήσεις για μένα. Θα σε έχω στη
σκηνή μου, καμαριέρη.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Δεν θα πιάνω δηλαδή κουμπούρια και τέτοια;
Γιατί εγώ μόνο από σφεντόνες ξέρω.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Όχι, όχι. Μόνο φαγητό θα φτιάχνεις, θα μου
γυαλίζεις τα όπλα και θα μου σενιάρεις τη στολή.
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Δεν φαίνεται κακιά δουλειά.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Λοιπόν, τι λες, πάμε; Καιρός να φύγουμε από δω…
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: (το σκέφτεται λίγο, κοιτάζει γύρω του)… Μωρέ…
πάμετες! Θα χω κι εγώ να λέω πως έγινα καμαριέρης του
Τιμολέου,
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Του Ναπολέοντος, θέλεις να πεις! (καθώς βγαίνει)
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ποιανού;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (απ’ έξω) Του Ναπολέοντος λέμε!
ΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: (Μένει κόκαλο, κάνει να τρέξει προς τα πίσω… Κάνει
προς τα μπρος… κάνει προς τα πίσω)… Καρτέρει, σιορ
Ναπολέο… Έρκομαι! Έρκομαι!!
Ηλίας Τουμασάτος
68
ΠΡΑΞΗ ΕΣΧΑΤΗ
Νήσος Έλβα, γραφείο του Ναπολέοντα
Σκηνή 1
Ναπολέων, Βούρβαχης
(Ο Ναπολέων ξαπλωμένος στην πολυθρόνα, μιλάει στον ύπνο του… τα
πόδια του σε ένα ποδόμακτρο, ο Βούρβαχης μπαίνει και στέκεται πάνω από το
κεφάλι του)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Έλα μωρέ Παμεινώντα, πάρε τα πόδια σου και
έχουμε δουλειές!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Ησυχάστε Μεγαλειότατε, όνειρο είναι, όνειρο..
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (μισοκοιμισμένος) Ωρέ Παμεινώντα!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Λέτε για τον Επαμεινώνδα τον καμαριέρη σας;…
είναι λίγο δύσκολο να έχετε πολεμήσει μαζί του… Λέω να
κοιμηθείτε λίγο και θα περάσει…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αυτή η άτιμη σκορδαλιά που φτιάχνει κάθε τόσο μου
έχει προκαλέσει το έλκος! Τόσα χρόνια υποφέρω… Κι εσείς
μωρ’ αδερφάκι μου, στην Κεφαλονιά, πολύ σκόρδο… Τι
πράγμα είναι αυτό; Μόνο που το θυμάμαι…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Εγώ λέω ότι η πατρίδα σας περιμένει. Πρέπει να
κινηθείτε γρήγορα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ένα δίκιο το έχεις Διονυσάκη… Έχουμε δουλειά…
Μπόλικη δουλειά. Πρέπει να οργανώσουμε την επάνοδό
μου στη Γαλλία… Δεν είπα την τελευταία μου λέξη ακόμα…
Θα νικήσουμε Διονύσιε! Και θα γυρίσεις στην πατρίδα σου
την Κεφαλονιά… με δόξα και τιμή.
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
69
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Προς το παρόν, λέω να ξεκουραστείτε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δίκιο έχεις άντε… πάω στην κάμαρά μου… Τον
είδες σήμερα αυτόνε τον καμαριέρη;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μπα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Α, ρε Παμεινώντα. Α, ρε Παμεινώντα!! Καλά, θα το
στρώσω μόνος μου το κρεβάτι! Άντε, πήγαινε κι εσύ να
ξεκουραστείς… (φεύγει)
Σκηνή 2
Βούρβαχης, μόνος
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Τα βλέπετε… Έχουν κι οι βασιλείς, κι οι μεγάλοι
στρατηλάτες, τις σκοτούρες τους… Σαν κι εμάς… Άνθρωποι
είναι κι αυτοί… Τώρα… ώρα να φεύγω κι εγώ… Μα ξέρω
πως θέλετε να σας πω πώς τελειώνει η ιστορία… Εντάξει,
πάνω κάτω τα ξέρετε… Ναι… Γύρισε στη Γαλλία ο
Ναπολέων… ξαναπήρε την κατάσταση στα χέρια του… Όχι
για πολύ. Τα πράγματα είναι δύσκολο ν’ αλλάξουν όταν
έχουν πάρει κάποιο δρόμο. Σύντομα ήρθε το Βατερλώ. Όλοι
οι μεγάλοι κάποτε φτάνουν στο Βατερλώ τους. Εγγυημένος
προορισμός. Και… τελικά, δεν τη γλίτωσε την Αγία Ελένη.
Εκεί πήγε. Στα κλίματα τα τροπικά. Δεν ξέρω αν είχε
καλύτερο καμαριέρη εκεί. Θα σας γελάσω. Εκεί πέρασε την
υπόλοιπη ζωή του, εκεί πέθανε, μακριά, πολύ μακριά από τη
Γαλλία.. Πάντως, τα Επτάνησα δεν τα πήρε πίσω. Οι Άγγλοι
τα κράτησαν ως το 1864, κι έπειτα, γίνανε κομμάτι της
Ελλάδας. Ναι, ναι, το ξέρω, άλλα σχέδια έκανε ο Ναπολέων.
Αλλά τι είναι τα σχέδια μπροστά στην πραγματικότητα;
Ξέρω επίσης ότι πολύ λίγοι θα ενδιαφέρεστε να μάθετε τι
απέγινα εγώ… Ποιος είμαι εγώ άλλωστε μπροστά στο
Ναπολέοντα; Ε, πέθανα κι εγώ. Για νέο μας το λες, θα μου
πείτε… Όλοι πεθαίνουμε μια μέρα. Πέθανα κι εγώ στο πεδίο
της μάχης. Όχι πολεμώντας για τους Γάλλους. Πολεμώντας
για την ελευθερία των Ελλήνων, κάπου κοντά στην Αθήνα,
Ηλίας Τουμασάτος
70
μέσα στη φωτιά της Ελληνικής Επανάστασης. Άσχημο τέλος,
θα μου πείτε. Ξέρετε κάτι, όμως; Θα σας το πω, κι ας μείνει
μεταξύ μας. Μυστικό. Εσείς κι εγώ. Δεν υπάρχει τέλος. Ναι,
αλήθεια σας λέω. Και το έργο μας απόψε, δεν τελειώνει.
Εσείς, θα σηκωθείτε, θα φορέσετε τα μπουφάν σας, θα βγείτε
έξω… Κι όπως ανοίγει η πόρτα του θεάτρου, θα δείτε εκεί
έξω το έργο να συνεχίζεται. Το έργο, που λέγεται «Ιστορία».
(υποκλίνεται)
ΤΕΛΟΣ
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
71
Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΤΑ
ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΕΣ
Ηλίας Τουμασάτος
72
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
73
Δυο λόγια για το έργο
Το Ιόνιο είναι η «γέφυρα» προς την Ελλάδα των ιδεών της
Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφότητας, που κληροδότησε η
Γαλλική Επανάσταση στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι δύο σύντομες
γαλλικές κατοχές στα Επτάνησα, και ιδιαίτερα η πρώτη, των
Δημοκρατικών Γάλλων, όταν ο Ναπολέων κατέλυσε την Γαληνοτάτη
Δημοκρατία της Βενετίας, που κατείχε για αιώνες στα νησιά, έφερε
τον άνεμο των νέων ιδεών στα νησιά του Ιονίου. Έχοντας κρατήσει
την επαφή τους με τον δυτικό κόσμο λόγο της βενετικής κυριαρχίας,
τα νησιά έγιναν «καλός αγωγός» των ιδεών του Διαφωτισμού, που,
ζυμωμένες με τον πόθο των Ελλήνων για την απελευθέρωση από την
οθωμανική κυριαρχία, πρόσφεραν στην Ελληνική Επανάσταση ένα
ισχυρό ιδεολογικό υπόβαθρο. Η επίδραση των ιδεών της Γαλλικής
Επανάστασης είναι φανερή στα επαναστατικά ελληνικά
συνταγματικά κείμενα.
Η αυτοκρατορική «στροφή» του Ναπολέοντα δεν σημαίνει και
αντίστοιχη υποχώρηση των νέων ιδεών. Ο κόσμος είχε βαδίσει
μπροστά, και ο ρόλος της Γαλλίας (και του Ναπολέοντα) ήταν
αποφασιστικός.
Καθώς η χρονιά της Ελληνικής Επανάστασης συμπίπτει με τη χρονιά
του θανάτου του Ναπολέοντα (πέθανε στις 5/5/1821, λίγο αφότου η
Επανάσταση είχε ξεσπάσει), είναι ευκαιρία να αναδειχθεί η σχέση
του Ναπολέοντα με τον γεωγραφικό χώρο του Ιονίου, αυτή την
«γέφυρα» ιδεών ανάμεσα στον Ευρωπαϊκό και τον Νεοελληνικό
Διαφωτισμό.
Ηλίας Τουμασάτος
74
Το θεατρικό έργο έχει στόχο να αναδείξει τους ιστορικούς δεσμούς
της Γαλλίας και της Ελλάδας μέσα από το πρόσωπο του Βοναπάρτη,
τον «απόηχο» της παρουσίας των Γάλλων στα Επτάνησα, αλλά και
την αλληλεπίδρασή του με προσωπικότητες των Επτανήσων.
Συνοπτική περιγραφή της πλοκής
Η πλοκή του έργου έχει σε αδρές γραμμές ως εξής:
Το έργο είναι σπονδυλωτό, παρουσιάζει δηλαδή σκηνές που
αποτυπώνουν
τη συνεργασία του Ναπολέοντα με Επτανήσιους που
βρέθηκαν στο πλευρό του (π.χ. Άγγελος Κατσαΐτης, Μάρκος
Χαρβούρης, Μαρίνος Μεταξάς, Μαρίνος Μελισσηνός,
Σωτήριος και Διονύσιος Βούρβαχης κ.ά.), με σκηνές
«συνάντησής» τους με τον Ναπολέοντα.
Οι σκηνές του έργου «ενοποιούνται» με ένα δίδυμο
«αφηγητών σχολιαστών». Ένα από τα δύο αυτά πρόσωπα
προέρχεται από την Ελλάδα και ένα από τη Γαλλία. Με
ευχάριστο και χιουμοριστικό τρόπο είναι εκείνοι που
«γνωρίζουν» στο κοινό το υπόβαθρο και συνδέουν τις
σκηνές μεταξύ τους. Τα δυο πρόσωπα αυτά, που ζουν στη
σημερινή εποχή και «ανατρέχουν» στο παρελθόν,
εκφράζουν και τη διαχρονική φιλία ανάμεσα στην Ελλάδα
και τη Γαλλία, και την κοινή τους πορεία στη διαμόρφωση
της σύγχρονης ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η Ενωμένη Ευρώπη
είναι ένας χώρος όπου επιδιώκεται η ειρήνη μπορεί
σήμερα κάθε κράτος να έχει την κυριαρχία και την
ελευθερία του, αλλά και όλα μαζί να οραματίζονται και να
σχεδιάζουν ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. Σε αυτή την
αποστολή τόσο η Ελλάδα όσο και η Γαλλία υπήρξαν από τις
αρχές της ευρωπαϊκής τους πορείας πιστές.
Το έργο δεν φιλοδοξεί να είναι «βαρύγδουπο» ή «διδακτικό»,
ωστόσο επιθυμεί να αναδείξει αυτά που ενώνουν την Ευρώπη. Την
κοινή κληρονομιά των λαών, την πίστη στις κοινές ευρωπαϊκές αξίες,
που μπορεί να υπάρχει παράλληλα με την κυρίαρχη παρουσία κάθε
κράτους, αυτό που ονομάζουμε «ενότητα μέσα στην
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
75
ποικιλομορφία». Η περίπτωση του Ναπολέοντα, που επιχείρησε σε
μια άλλη εποχή να ενώσει την Ευρώπη με τη δύναμη των όπλων
μπορεί να μας ενθαρρύνει σήμερα ακόμα περισσότερο να
εργαστούμε προς την εδραίωση μιας ειρηνικής Ευρώπης
αλληλεγγύης και συνεργασίας, μιας Ευρώπης βασισμένης στις
θεμελιώδεις αξίες που κι εκείνος, στα χρόνια της Επανάστασης είχε
υπηρετήσει.
Το έργο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο μιας διαθεματικής
διδακτικής προσέγγισης στα μαθήματα της τοπικής Ιστορίας, της
Νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας.
Ηλίας Τουμασάτος
76
Πρόσωπα του έργου
Ναπολέων Βοναπάρτης
Άγγελος Κατσαΐτης
Σωτήριος Βούρβαχης
Μάρκος Χαρβούρης
Μαρίνος Μεταξάς
Διονύσιος Σωτ. Βούρβαχης
Μαρίνος Μελισσηνός
Νικόλαος Λοβέρδος
Γαλλία
Κεφαλονιά
(οι δυο τελευταίες παίζουν τον ρόλο αφηγητών)
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
77
ΠΡΩΤΗ ΕΙΚΟΝΑ
Κάπου στην Κεφαλονιά. Η Κεφαλονιά μόνη περιμένει. Παραπέρα, σ’ έναν
ιστό, η σημαία της Βενετίας και στην άλλη άκρη της σκηνής, ένα σεντούκι..
Στην άλλη πλευρά της σκηνής, ένα τραπέζι με ένα βιβλίο πάνω του (το
Λίμπρο ντ’ Όρο). Η ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ πηγαίνει προς τον ιστό και κατεβάζει τη
σημαία της Βενετίας.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας… Τριακόσια
χρόνια… Τώρα, δεν υπάρχεις πια. (Διπλώνει τη σημαία
προσεκτικά, ανοίγει το μπαούλο και την τοποθετεί μέσα). Λιμάνια,
νησιά, καράβια, (πηγαίνει στο τραπέζι, παίρνει ένα βιβλίο). Και η
Χρυσή Βίβλος. Ευγενείς, οικόσημα, εξουσία, δύναμη. (Ανοίγει
το μπαούλο, κλείνει μέσα το βιβλίο). Όλα, φεύγουν σιγά σιγά.
Φεύγουν. Το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου δεν βρυχάται πια.
Σώπασε. Και τώρα… τώρα πάλι άνεμος από τη Δύση
έρχεται. Άνεμος αλλιώτικος. Πιο δυνατός.
(Μπαίνει η ΓΑΛΛΙΑ, κρατώντας τη σημαία της, και ένα φυτό. Το τοποθετεί
στη μέση της σκηνής)
ΓΑΛΛΙΑ: 1797. Οχτώ χρόνια από την Επανάσταση. Ο Ναπολέων
Βοναπάρτης καταλύει τη Βενετία. Τώρα πια, τα Επτάνησα
ανήκουν στη Δημοκρατική Γαλλία. Ελευθερία. Ισότητα.
Αδελφοσύνη. (δίνει στην Κεφαλονιά τη σημαία της Γαλλίας κι
εκείνη την ανεβάζει στον ιστό).
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Η μια Δημοκρατία έφυγε. Η άλλη Δημοκρατία ήρθε.
Μπλε. Κόκκινο. Λευκό. (Την αγκαλιάζει). Καλώς όρισες. Κι
εσύ. Εμείς είμαστε πάντα εδώ. Ανάμεσα στην Ανατολή και
στη Δύση. Πολύ ανατολίτες για να είμαστε δυτικοί. Και πολύ
δυτικοί για να είμαστε ανατολίτες. Από δω περνούν
Ηλίας Τουμασάτος
78
άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, πολλές σημαίες υψώνονται και
κατεβαίνουν.
ΓΑΛΛΙΑ: Τώρα πια ήρθε η Δημοκρατία. Η αξία του ανθρώπου είναι
πάνω απ’ όλα. Η δικαιοσύνη, η ισότητα. Η ελευθερία.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Είσαι σίγουρη πως η δικιά σου ελευθερία κι η δικιά
μου ελευθερία σημαίνουν το ίδιο;
ΓΑΛΛΙΑ: (απαγγέλλει μερικά αποσπάσματα από τη διακήρυξη των
δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη). Οι άνθρωποι
γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι, με ίσα δικαιώματα.
Κοινωνικές διακρίσεις γίνονται μόνο με γνώμονα το κοινό
συμφέρον. Σκοπός κάθε πολιτικής ένωσης αποτελεί η
διατήρηση των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων
του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά είναι η ελευθερία, η
ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στη βία. Το Έθνος
είναι η αποκλειστική πηγή κάθε εξουσίας. Καμία ομάδα
ανθρώπων και κανένα άτομο δεν μπορεί να ασκεί εξουσία
που δεν απορρέει από το Έθνος.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Το Έθνος. Κι εγώ… λαχταρώ από το Έθνος να
πηγάζει κάθε εξουσία. Από το δικό μου Έθνος. Εγώ, κι όλοι
εκείνοι στην Ανατολή, στο Βορρά, στο Νότο, που είναι τώρα
σκλαβωμένοι.
ΓΑΛΛΙΑ: Μείνε ήσυχη. Δεν είμαστε ξένοι όταν μοιραζόμαστε τις
ίδιες ιδέες. Ξέχνα πια εκείνους που σε τυραννούσαν. Τους
άρχοντες με τα οικόσημα. Θα μοιράσουμε τις μεγάλες
περιουσίες. Θα φτιάξουμε σχολεία για τα παιδιά σου. Θα
φτιάξουμε σωστή διοίκηση, δικαιοσύνη.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Το πιστεύεις στ’ αλήθεια; Πιστεύεις πως όλοι εκείνοι
που ήτανε στα πράγματα θα επιτρέψουν να γίνουν όλα
αυτά;
ΓΑΛΛΙΑ: Αν δεν το πίστευα θα είχα ξεσηκωθεί; Διάβασες όλα όσα
λέγανε ο Ρουσό, ο Βολταίρος, ο Ντιντερό, ο Μοντεσκιέ;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Διάβασα. Ήρθα στα μέρη σας και σπούδασα. Γι’
αυτό ονειρεύομαι. Γι’ αυτό λαχταρώ. Εκείνα που
ονειρεύτηκες κι εσύ τα ονειρεύομαι κι εγώ. Εκείνα που
απέκτησες κι εσύ, τα επιθυμώ κι εγώ.
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
79
ΓΑΛΛΙΑ: Γιατί αμφιβάλλεις λοιπόν; Γιατί δεν με πιστεύεις; Θα τα
έχεις
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Θέλω να σε πιστέψω. Μα εκείνο που ζητώ είναι η
δική μου ελευθερία. Θέλω να είμαι ελεύθερη, κι εγώ, και
τ’αδέλφια μου, εκεί απέναντι, τα βλέπεις; Μα θέλω να είμαι
Ελλάδα. Ελεύθερη Ελλάδα.
ΓΑΛΛΙΑ: Θα έρθει εκείνη η στιγμή. Δες τον αρχιστράτηγό μας, τον
Ναπολέοντα. Εδώ και δυο χρόνια έσωσε την Επανάσταση
από τους βασιλικούς. Και τώρα, είδες, γκρέμισε τη Βενετία.
Κι είναι μόλις εικοσιοχτώ χρόνων. Θα ελευθερώσει όλη την
Ευρώπη.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Μακάρι. Μα, θαρρώ…είναι η ώρα… (βγαίνει από τη
σκηνή φωνάζοντας): Άγγελε! Άγγελε!
(μπαίνει ο Άγγελος Κατσαΐτης)
ΑΓΓΕΛΟΣ: (Στη Γαλλία): Κυρία μου, Άγγελος Κατσαΐτης, εκ
Ληξουρίου ορμώμενος. Έχω την τιμή να είμαι ειδικός
απεσταλμένος του Διοικητικού Συμβουλίου της
Κεφαλληνίας.
ΓΑΛΛΙΑ: Ο στρατηγός θα σας δεχθεί. Περιμένετε παρακαλώ. (βγαίνει
η Γαλλία)
ΑΓΓΕΛΟΣ (βηματίζει νευρικά) Και τώρα τι λένε; Ελπίζω να μην κάνω
καμιά γκάφα. Πρέπει να καταλάβω τι θέλει από μας αυτός ο
άνθρωπος… και να προσπαθήσω να τον πείσω ν’ αλλάξει
κάποια πράγματα στα νησιά. Μα αυτός είναι μεγάλος
στρατηγός κι εγώ τι είμαι… Αλλά… τώρα, εδώ που
φτάσαμε…
(Μπαίνει ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ. Ο ΑΓΓΕΛΟΣ μένει ακίνητος, τον κοιτάζει με
δέος, το άγχος του είναι φανερό… ψάχνει στις τσέπες του και βρίσκει ένα
χαρτί, το ανοίγει…Για μερικά δευτερόλεπτα, ο Ναπολέων τον παρατηρεί
εξονυχιστικά… Ο Άγγελος πάει να μιλήσει, αλλά δεν καταφέρνει να βγάλει
λέξη)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλημέρα σας, θα ήταν μια καλή αρχή.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Καλημέρα σας… Είμαι ο…
Ηλίας Τουμασάτος
80
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ξέρω ξέρω… Άγγελος Κατσαΐτης από την Κεφαλονιά.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Από το Ληξούριον της Κεφαλληνίας.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Από το Ληξούριον… Σας ακούω.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Κατ’ αρχάς…(κομπιάζει)… Κατ’ αρχάς θα ήθελα να σας
εκφράσω τον ομόθυμο ενθουσιασμό του κεφαλληνιακού
λαού για την απελευθέρωση των Νήσων μας. Ο Λαός μας
σας ευχαριστεί και σας ευγνωμονεί.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλώς… Προφανώς το γνωρίζετε ότι όλοι όσοι
έρχονται να μου επιδώσουν τα διαπιστευτήριά τους… με
μερικές λέξεις διαφορά, μου λένε τα ίδια πράγματα. Εκτιμώ
όμως και την υποδοχή του λαού σας και τις ευχαριστίες σας.
Γνωρίζετε ότι τα Επτάνησα έχουν τεράστια σημασία για τη
Γαλλία. Κι επειδή το γνωρίζετε, προφανώς έχετε και κάποια
πράγματα να μου ζητήσετε. Σας ακούω λοιπόν. Και… δεν
χρειάζεται να έχετε τόσο άγχος. Για να σας στείλουν εδώ
πρέπει να ξέρουν ότι είστε ικανότατος.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Ευχαριστώ. (παίρνει μια βαθιά ανάσα). Χαίρομαι που μπορώ
να σας μιλήσω ελεύθερα. Θεωρούμε ότι η πολιτειακή αυτή
μεταβολή είναι προς το συμφέρον του λαού των Επτανήσων.
Μπροστά μου νιώθω ότι έχω το καινούριο που έρχεται, και
συνεπήρε την παλιά κατάσταση σαν χείμαρρος. Υπάρχουν
όμως κάποια πράγματα που μας απασχολούν. Γνωρίζετε ότι
ο λαός μας είναι φιλοπρόοδος και φιλελεύθερος. Επιθυμούμε
λοιπόν να εξασφαλιστεί από την πλευρά σας ένα διοικητικό
σύστημα επαρκές και δίκαιο. Γνωρίζετε ότι ο βενετικός
διοικητικός μηχανισμός είναι στελεχωμένος από
διεφθαρμένους αριστοκράτες.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Νομίζω ότι η πολιτεία μου έχει δείξει ότι δεν
πρόκειται να συνεχιστεί αυτό. Στη Γαλλική Δημοκρατία δεν
υπάρχουν αριστοκράτες, και η διοίκηση οφείλει να υπηρετεί
τον πολίτη.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Ελπίζω ότι αυτές οι εγγυήσεις θα τηρηθούν. Αυτό θα
είναι και το στοίχημα για την επιτυχή διακυβέρνηση των
νησιών. Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στο ζήτημα της
διοικητικής διαίρεσης των Επτανήσων.
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
81
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πριν μου πείτε ο,τιδήποτε, θα σας ανακοινώσω το νέο
διοικητικό σχήμα. (βγάζει ένα χάρτη των Επτανήσων): Νομός
Κερκύρας. Περιλαμβάνει τις νήσους: Κέρκυρα, Οθωνούς,
Παξούς, Αντίπαξους καθώς και το Βουθρωντό και την
Πάργα στην ηπειρωτική ακτή. Η σειρά σας τώρα: Νομός
Ιθάκης: Κεφαλληνία, Ιθάκη, Λευκάδα, Μεγανήσιον, Καστός,
Κάλαμος καθώς και η Πρέβεζα και η Βόνιτσα. Είστε
ικανοποιημένος;
ΑΓΓΕΛΟΣ: Ομολογουμένως…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Γνωρίζω βέβαια ότι θα επιθυμούσατε πρωτεύουσα
του νομού να είναι το Ληξούριον, ωστόσο η απόφαση είναι
και πάλι Αργοστόλιον.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Μάλιστα… (κατ’ ιδίαν): Τέλος πάντων… Αφού γλιτώσαμε
Κερκυραίους και Ζακυνθινούς, πάει καλά…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τέλος, νομός Αιγαίου Πελάγους. Ζάκυνθος,
Στροφάδες, Κύθηρα, Αντικύθηρα.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τρεις νομοί λοιπόν.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τρεις. Επίσης, πρέπει να καταστεί σαφές ότι θα
παταχθούν όσοι επιχειρήσουν να επιβουλευθούν το έργο της
Δημοκρατίας. Αυτό θα πρέπει να το υπογραμμίσετε
επιστρέφοντας στο νησί. Η Δημοκρατία προσφέρει την
ελευθερία. Αλλά εγγύησή της είναι η αυστηρή τιμωρία
εκείνων που την επιβουλεύονται.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Εγγύησή της είναι επίσης η καταπολέμηση της αμάθειας.
Αυτή η αμάθεια κρατά τους ανθρώπους δούλους.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είστε διαβασμένος βλέπω. Η περιουσία της λατινικής
εκκλησίας θα δημευθεί και θα εκποιηθεί για τη
χρηματοδότηση της εκπαίδευσης.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Μια και αναφερθήκατε στο ζήτημα της εκκλησίας, θα
ήθελα να μιλήσουμε για ακόμα ένα ζήτημα. Υπάρχει μεγάλη
ανησυχία στα νησιά για την ορθόδοξη πίστη μας.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ήμουν βέβαιος ότι η προπαγάνδα έχει κιόλας
αρχίσει να κάνει τη δουλειά της. Θα σας ρωτήσω όμως κι εγώ
Ηλίας Τουμασάτος
82
κάτι. Τα χρόνια της λατινικής κυριαρχίας επηρέασαν τα
δόγματά σας.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Ασφαλώς όχι.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Απαντήσατε μόνος σας λοιπόν. Εκτιμώ την
ειλικρίνειά σας. Κι ελπίζω στη συνεργασία σας. Υπάρχουν
πολλά που θα γίνουν ακόμα. Θα μου επιτρέψετε…
ΑΓΓΕΛΟΣ: Υπάρχει και κάτι ακόμα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πείτε το γρήγορα, όσο μπορείτε…
ΑΓΓΕΛΟΣ: Όλοι οι Έλληνες… προσβλέπουν στην βοήθειά σας για
την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Σκεφτείτε το… Τα
Βαλκάνια στενάζουν… Η αρχή έχει γίνει. Η Πρέβεζα, η
Πάργα, το Βουθρωντό, η Βόνιτσα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Όπως το είπατε, η αρχή έχει γίνει.
ΑΓΓΕΛΟΣ: Ήταν τιμή μου που σας γνώρισα… Να δώσετε τους
θερμούς χαιρετισμούς μου στη σύζυγό σας Ιωσηφίνα.
(ανταλλάσσουν χαιρετισμούς, ο Ναπολέων φεύγει)
ΑΓΓΕΛΟΣ: (σκέφτεται λίγο πριν φύγει). Τώρα… εσείς πώς τα είδατε τα
πράγματα;… Εγώ; … Ξέρω κι εγώ… Προσπαθώ να
καταλάβω… Για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι για ένα
πράγμα που είπε: «Υπάρχουν πολλά που θα γίνουν ακόμα».
(φεύγει).
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
83
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΙΚΟΝΑ
Μπαίνει η Κεφαλονιά. Κατεβάζει τη σημαία της Γαλλίας, ανεβάζει τη σημαία
της Ρωσίας.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Καλά το καταλάβατε. Ούτε δυο χρόνια δεν έμειναν
οι Γάλλοι στην Κεφαλονιά.
(μπαίνει η ΓΑΛΛΙΑ, η ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ της δίνει τη σημαία της).
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν προσπαθήσατε κι εσείς. Ούτε οι παλιοί αριστοκράτες
ήθελαν να χάσουν τα δικαιώματά τους. Οι ρώσοι πράκτορες
αλώνιζαν. Σας πείσανε ότι είναι τα ορθόδοξα αδέλφια σας,
που θα σας απελευθερώσουνε από τους άθεους Γάλλους. Μια
ζωή κι εσείς περιμένετε το «ξανθό γένος» να έρθει να σας
σώσει. Ε, λοιπόν ήρθε…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Παρεούλα με τους Οθωμανούς. Ο ναύαρχος
Ουσακόφ, παρέα με τον Κατίρ Μπέη. 29 Οκτωβρίου 1798. Κι
εσείς, εδώ που τα λέμε, δεν αντισταθήκατε και πολύ.
ΓΑΛΛΙΑ: Ελεεινά μας φερθήκατε.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Να σου θυμίσω όμως και τους ανθρώπους που
έσωσαν τη φρουρά σας που υποχωρούσε προς το Κάστρο της
Άσσου. Κι έτσι, τέρμα η Γαλλική Δημοκρατία.
ΓΑΛΛΙΑ: Κι αμέσως… πήγατε και ξαναφτιάξατε…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Ξέρεις κάτι; Οι άνθρωποι είχαν πολλές ελπίδες. Κι
είναι καλύτερο να είσαι απελπισμένος, από το να ελπίζεις
και κάποιος να διαψεύσει τις ελπίδες σου. Δεν λέω πως δεν
θέλατε. Δεν μπορέσατε… Κι έτσι… (ανοίγει το μπαούλο, βγάζει
το Λίμπρο ντ’ Όρο, το ξεσκονίζει), η Χρυσή Βίβλος βρίσκεται
Ηλίας Τουμασάτος
84
και πάλι σε χρήση. Κι ο Ναπολέων… φεύγει εκστρατεία στην
Αίγυπτο.
ΓΑΛΛΙΑ: Είχε αποκτήσει μεγάλη δύναμη τότε. Οι νίκες του στην
Ιταλία του είχαν δώσει δόξα, χρήμα, επιρροή… Το
Διευθυντήριο της Επανάστασης δεν τα έβλεπε αυτά με καλό
μάτι.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Και δεν είχε άδικο. Γι’ αυτό τον στείλανε στην
Αίγυπτο… Για να φάει τα μούτρα του!
ΓΑΛΛΙΑ: Ήταν παράτολμη αυτή η εκστρατεία.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Παράτολμο το λες εσύ; Οι Άγγλοι σας πήρανε
παραμάζωμα. Ο Νέλσον σας έκαψε το στόλο. Χιλιάδες
ανθρώπους χάσατε. Για τα παιχνίδια της πολιτικής. Και οι
Βρετανοί δείξανε τα δόντια τους… Οι Ρώσοι με τους
Τούρκους από τη μία, οι Άγγλοι από τους άλλους. Μας
ξεχάσατε.
ΓΑΛΛΙΑ: Όλη η Μεσόγειος καιγόταν. Επιχειρούσε στην Αίγυπτο,
στη Συρία, οι ντόπιοι ξεσηκώνονταν. Είχε πολλούς
αντιπάλους. Όλοι
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Πλεονεξία… Εμείς δεν σας ξεχάσαμε όμως…
ΓΑΛΛΙΑ: Εντάξει, ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Δεν μπορείς να φανταστείς. Να σου πω για τον
Σπυρίδωνα Μηλιαρέση. Τόσο πολύ είχε πιστέψει στον
Ναπολέοντα που προσπάθησε να φτιάξει λόχο από
Κεφαλονίτες για να πάνε στην Αίγυπτο να πολεμήσουνε
μαζί του! Καταλαβαίνεις; Τόση ευγνωμοσύνη. Να πάνε στην
Αίγυπτο. Μα δεν πρόλαβε, έφτασε ο Ουσακώφ πρώτος…
ΓΑΛΛΙΑ: Οι καλές του προθέσεις μετράνε. Πιστεύεις ότι θα
μπορούσανε να βοηθήσουνε λίγοι Κεφαλονίτες;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Δεν ξέρεις πόσο πεισματάρηδες είμαστε. Μουλάρια
σωστά. Δεν το ‘βαλε κάτω ο Μηλιαρέσης. Πήγε στην
Κέρκυρα και κατατάχθηκε στο Γαλλικό στρατό. Δεν
μπορούσε να χωνέψει ότι τα Επτάνησα θα φεύγανε από τα
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
85
χέρια της Γαλλίας. Και σκοτώθηκε σε μια μάχη με τους
Τούρκους.
ΓΑΛΛΙΑ: Εγώ άλλον είχα στο μυαλό μου. Ήταν ανάγκη να
φυγαδευτεί ο Ναπολέων από την Αφρική.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Από τη μία θέλανε να τον ξεφορτωθούνε, από την
άλλη… τον φωνάξανε πίσω στην Ευρώπη. Θυμηθήκανε ότι
τους ήτανε χρήσιμος.
ΓΑΛΛΙΑ: Μην είσαι τόσο κυνική. Δεν έπρεπε να τον αφήσουνε να
καταστραφεί.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Εγώ πάντως έχω να πω ότι αν δεν ήταν οι
Κεφαλονίτες, αμφιβάλλω αν θα ξαναγύριζε στη Γαλλία.
ΓΑΛΛΙΑ: Μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σας έχετε οι Κεφαλονίτες.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Θα σου πω ένα όνομα: «Σωτήριος Βούρβαχης».
(παύση…)
Μπαίνει με φόρα ο Ναπολέοντας θυμωμένος, γκρεμίζει το τραπέζι, περπατάει
γύρω γύρω νευρικά.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καταστροφή! Καταστροφή! Καταραμένε Νέλσονα!
Όλοι με πολεμάνε… Τώρα και οι Οθωμανοί! Σαν ποντίκι μ’
έχουν αποκλείσει. Δεν μπορώ να το συγχωρήσω αυτό στον
εαυτό μου! Ο Ναπολέων δεν έχει μάθει να χάνει…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ στη ΓΑΛΛΙΑ: Πάμε να φύγουμε εμείς, έχει πολλά
νεύρα απ’ ό,τι βλέπω. Πάμε, μη μας πάρει καμιά αδέσποτη.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Όχι, δεν μπορεί να τελειώσει έτσι όλο αυτό. Δε
γίνεται. Δεν μπορεί να συμβεί.
(Μπαίνει ο Σωτήριος Βούρβαχης, αθόρυβα, ο Ναπολέων δεν τον παίρνει
είδηση και συνεχίζει την έκρηξη).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κράτησα ζωντανή την Επανάσταση. Κατέκτησα όλη
την Ιταλία! Και τώρα, εδώ! Να ηττηθώ εδώ. Και μάλιστα από
ποιους; Από τους Άγγλους!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Στρατηγέ…
Ηλίας Τουμασάτος
86
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (Στριφογυρίζει νευρικά, μοιάζει να μην ακούει)… Δεν
μπορεί… Θα υπάρχει κάποιος τρόπος…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Στρατηγέ….
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (Γυρίζει το κεφάλι, παρατηρεί προσεκτικά τον
Βούρβαχη). Ποιος είσαι εσύ; (Πάει να βγάλει πιστόλι) Και
ποιος σ’ άφησε να μπεις εδώ μέσα;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Έρχομαι από τη Μασσαλία. Ονομάζομαι Σωτήριος
Βούρβαχης.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θες να πιστέψω ότι έρχεσαι από τη Μασσαλία, με
όλους αυτούς να έχουνε ζώσει τη Μεσόγειο; Άγγλους,
Ρώσους, Τούρκους; Κι εσύ κατάφερες και πέρασες; Ποιος
είσαι εσύ, μεγάλε;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Σας είπα. Ονομάζομαι Σωτήριος Βούρβαχης.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και γιατί ήρθες σε μένα; Ήρθες κι εσύ να πολεμήσεις
στο πλευρό μου; Δεν έχεις ακουστά τι έγινε στο Νείλο; Ήρθες
για να πεθάνεις;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Όχι. Ήρθα για να ζήσω. Κι εγώ. Κι εσείς. Έχω ένα
γράμμα για σας.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Εσύ, γράμμα για μένα; Από πού κι ως πού;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Είναι από τον αδελφό σας, τον Ιωσήφ Βοναπάρτη.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (αρχίζει τα γέλια…) Μα είναι δυνατόν. Πλάκα μας
κάνεις… Πού σε βρήκε εσένα ο αδελφός μου; Από πού είσαι
εσύ, κατ’ αρχάς;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Είμαι Έλληνας. Επτανήσιος, από την Κεφαλονιά.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μάλιστα. Και τι μου λέει εμένα ότι δεν είσαι
κατάσκοπος των Ρώσων; Τους καλοδεχτήκατε κι αυτούς, ενώ
τους Γάλλους τους διώξατε με τις πέτρες!
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Το θέμα είναι ότι εγώ είμαι εδώ. Και αν ξέρατε πώς
έφτασα εδώ… δεν θα τα λέγατε αυτά.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα πώς τολμάς να αυθαδιάζεις;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
87
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Δεν είμαι στρατιώτης σας. Είμαι φίλος σας. Ορίστε η
επιστολή.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (Θυμωμένος παίρνει την επιστολή και αρχίζει να τη
διαβάζει προσεκτικά. Στην αρχή σηκώνει το κεφάλι και
κοιτάζει τον Βούρβαχη). Είναι τα γράμματα του αδελφού
μου…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: (Δε μιλάει, με ένα νεύμα σαν να λέει στον
Ναπολέοντα «Είδες που είχα δίκιο;»
ΝΑΠΟΛΕΩΝ (διαβάζει, από την αντίδρασή του τα συναισθήματα
μοιάζουν ανάμικτα. Αφήνει την επιστολή στο τραπέζι…
σκέφτεται για λίγο, και μονολογεί). Μου ζητάνε να πάω
πίσω. Τα πράγματα, λέει, είναι δύσκολα στην Ευρώπη.
Ζητούν τη βοήθειά μου.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αν μου επιτρέπετε, μπορώ να σας επιβεβαιώσω ότι τα
πράγματα είναι δύσκολα για τη Γαλλία.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μα… ξέρεις κάτι Βούρβαχη; Γιατί δεν λένε τίποτα για
την ήττα μου εδώ; Πίστευα ότι οι συμπατριώτες μου θα
θέλουν να με κρεμάσουν μετά από αυτή την πανωλεθρία….
Χάθηκαν πέντε χιλιάδες Γάλλοι. Πέντε χιλιάδες οικογένειες,
ή θα καταριούνται τον Νέλσονα, ή εμένα.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αυτή τη στιγμή… σας χρειάζονται, στρατηγέ. Και
όπως φαίνεται, προκειμένου να σώσουνε τη Γαλλία στην
Ευρώπη, σκέφτονται να ξεχάσουν την ήττα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ή βρίσκουν έναν βολικό τρόπο για να σταματήσει
αυτή η εκστρατεία.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Μα, να σας πω, με όλο το θάρρος, θα προτιμούσατε
να συνεχίσετε μια επιχείρηση με αβέβαιο τέλος και το σπίτι
σας να καεί;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν βλέπω να μου αφήνουν πολλές επιλογές. Ο
Ναπολέων δεν έχει διλήμματα. Ο Ναπολέων τα θέλει όλα.
Αλλά το καθήκον με καλεί πίσω. Το καθήκον πάνω από τη
φιλοδοξία. Το Παρίσι είναι πιο σημαντικό από το Κάιρο και
τη Δαμασκό. (σκέφτεται… πάει και σηκώνει το τραπέζι).
Βούρβαχη… Είναι ώρα να γυρίσω στην Ευρώπη.
Ηλίας Τουμασάτος
88
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Δεν θα είναι εύκολο, σας προειδοποιώ. Έχει γεμίσει ο
κόσμος από εγγλέζικα και ρώσικα καράβια.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αν μπόρεσες να έρθεις εσύ ως εδώ, δεν θα μπορεί ο
Ναπολέων να γυρίσει εκεί;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Αν κανείς δεν ξέρει ότι ταξιδεύει… μπορεί. Εμένα δεν
με γνωρίζουν. Οι Άγγλοι με σταματήσανε. Και κάνανε το
καράβι μου φύλλο και φτερό. Μα δεν ξέρανε το Βούρβαχη.
Από πού να τον ξέρουνε το Βούρβαχη; Ένας Έλληνας ακόμα
είναι, τίποτα περισσότερο. Η δικιά σας η φάτσα… είναι
πολύ γνωστή. Άρα… κρυφά θα πρέπει να ταξιδέψετε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Καλά, και αφού σου κάνανε νηοψία, πώς δεν
πετύχανε το γράμμα;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Ε… έχουμε κι εμείς τα μυστικά μας.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Από το Ναπολέοντα δεν μπορείς να έχεις μυστικά.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Είπαμε, είμαι φίλος σας, όχι στρατιώτης σας. Και θα
σας πω. Ως φίλος σας. Όχι επειδή με υποχρεώνετε. Είναι τόσο
απλό που θα γελάτε επί μέρες…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν έχω περιθώριο ούτε να γελάσω.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Είναι πολύ απλό. Αυτό που θα έκανε κάθε
θαλασσόλυκος για να κρύψει κάτι λαθραίο. Το έκρυψα μέσα
σ’ ένα καλάμι ψαρέματος.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (αρχίζει να γελάει…) Αυτό δεν θα μπορούσα να το
σκεφτώ ούτε κι εγώ.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Είστε στρατιωτικός. Εγώ είμαι ναύτης. Κι αν θέλετε
τη γνώμη μου, ξεκινήστε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Η
θάλασσα εδώ έχει πολλές ισχυρές καταιγίδες. Υπάρχει
κίνδυνος εκτός από τους Άγγλους να σας εμποδίσει και ο
καιρός.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μιλάς με τον Ναπολέοντα. Αυτό το είχα ήδη σκεφτεί.
Θα ξεκινήσουν πάραυτα οι ετοιμασίες…
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Χαίρομαι γι’ αυτό. Εμένα θα μου επιτρέψετε…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
89
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Περίμενε Βούρβαχη… Έδειξες πίστη σ’ εμένα… Έχεις
παιδιά;
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Έχω δυο γιους και μια θυγατέρα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τώρα είμαι εδώ και είμαι αδύναμος. Όμως δεν είμαι
αχάριστος. Έφτασες ως εδώ… Κι αυτό δεν μπορεί να μείνει
χωρίς ανταμοιβή. Αυτό το όνομα εγώ δεν πρόκειται να το
ξεχάσω. Και όταν γυρίσω στην πατρίδα, θα δεις ότι ο
Ναπολέων δεν λέει ποτέ λόγια του αέρα.
ΒΟΥΡΒΑΧΗΣ: Είμαι βέβαιος και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.
Θα μου επιτρέψετε όμως… πρέπει κι εγώ να γυρίσω... Και θα
είναι ίσως το ίδιο δύσκολο.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (τον ξεπροβοδίζει). Να πας στο καλό, φίλε. (Γυρίζει
πίσω). Κοιτάζει τον χώρο γύρω του. Αίγυπτος… ώρα να
γυρίσω πίσω… Ο Ναπολέων έχασε τη μάχη.. Αλλά θα
ξαναγυρίσω. Κάποτε θα ξαναγυρίσω.
Ηλίας Τουμασάτος
90
ΤΡΙΤΗ ΕΙΚΟΝΑ
Μπαίνει η Κεφαλονιά. Κρατάει μια καινούρια σημαία. Κατεβάζει τη σημαία
της Ρωσίας, ανεβάζει τη σημαία της Επτανήσου Πολιτείας.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Άντε, ξανά τα ίδια. Ανέβα εσύ, κατέβα εσύ…
Παίρνει και το δέντρο της ελευθερίας από τη σκηνή.
Ξεράθηκες κι εσύ, κακορίζικο. Ε, για να προκόψεις έπρεπε
κάποιος να σε ποτίζει.
(Μπαίνει η Γαλλία):
ΓΑΛΛΙΑ: Ορίστε, σας φτιάξανε το καινούριο κράτος οι Ρώσοι με
τους Τούρκους: «Επτάνησος Πολιτεία». Reppublica
Settinsulare… Είσαι ευχαριστημένη τώρα;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Δεν βλέπεις το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου στη
σημαία; Και τα εφτά βέλη στη φαρέτρα; Αυτό είμαστε; Βέλη
στη φαρέτρα του λιονταριού;
ΓΑΛΛΙΑ: Με τίποτα δεν σε βλέπω να ευχαριστιέσαι.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Σου είχα πει ότι θέλω να είμαι ελεύθερη. Αν εσύ το
λες ελευθερία αυτό.
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν σας άρεσαν οι Γάλλοι…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Ούτε κι εσάς η Δημοκρατία. Ο Ναπολέων γύρισε…
Δεν πέρασε πολύς καιρός που το Διευθυντήριο έπεσε… και
σιγά σιγά… συγκέντρωσε στα χέρια του όλες τις εξουσίες…
Έγινε αυτοκράτορας… κι έτσι, πάει και η Γαλλική
Επανάσταση…
ΓΑΛΛΙΑ: Μπορεί κανείς να σταματήσει την ιστορία; Προχωράει
μπροστά…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
91
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Καμιά φορά κάνει και κύκλους. Και γυρνάει στο
σημείο απ’ όπου ξεκίνησε. Αλλά… για περίμενε… Κάπου
τον ξέρω εκείνον τον κύριο που έρχεται.
ΓΑΛΛΙΑ: Εννοείς τον Ναπολέοντα; Εντάξει, μεγάλωσε κάπως,
τριαντάρισε, αλλά δεν έχει αλλάξει και τόσο.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Εννοώ εκείνον τον ηλικιωμένο κύριο που είναι μαζί
του.
ΓΑΛΛΙΑ: Αυτός είναι πατριώτης σου, καλέ. Μάρκος Χαρβούρης
λέγεται. Δεν κάνει κακό, πιστεύω, να κρυφακούσουμε λίγο.
(Μπαίνουν ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ και ο Χαρβούρης. Ο δεύτερος είναι
ηλικιωμένος, κρατά μπαστούνι. Κάθονται κι οι δυο από τη μια και την άλλη
πλευρά του γραφείου).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είμαι πολύ χαρούμενος που σας συναντώ, κύριε
Καθηγητά, μου φαίνεται σαν χθες που με υποδεχτήκατε,
μαζί με άλλους συναδέλφους σας και λογίους στην Πάντοβα.
Και είναι σπουδαίο το Πανεπιστήμιό σας, αλλά κορυφαία
και τα επιτεύγματά σας.
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: Εγώ αγαπώ την επιστήμη όσο εσείς αγαπάτε τον
πόλεμο… Εγώ αγαπώ τη Χημεία, εσείς την Ιστορία. Τόσο
πολύ, που θέλετε να τη γράψετε. Και θαρρώ πως τη γράφετε
ήδη.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ωραία το θέσατε. Μα δεν μπορώ να συγκριθώ με τη
δικιά σας μεγαλοφυΐα. Αυτή τη στιγμή η επιστήμη της
Χημείας έχει προαχθεί σε μέγιστο βαθμό. Και ασφαλώς, από
την ιδιότητά μου, εκτιμώ ιδιαιτέρως και τα τηλεβόλα που
κατασκευάσατε.
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: Αυτά συνέβαιναν παλιότερα… Αλλά σχεδόν τριάντα
χρόνια έχω αφοσιωθεί στα βιβλία και τα πειράματα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κι όμως… με λυπεί ιδιαιτέρως που οι Αυστριακές
αρχές σας έπαυσαν από τα καθήκοντά σας. Και σας
χαρακτήρισαν αλλοδαπό! Και σας υπέβαλαν σε κατ’ οίκον
περιορισμό! Αυτά είναι απαράδεκτα πράγματα. Και με
εξοργίζει περισσότερο η υποψία ότι ζήσατε αυτό τον
εξευτελισμό εξαιτίας της φιλογαλλικής σας στάσης.
Ηλίας Τουμασάτος
92
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: Όλα, καθώς γνωρίζετε, έχουν αρχή και τέλος. Το
τέλος της δικής μου καριέρας έμελλε να είναι αυτό. Όλοι
τελειώνουμε κάποτε. Και στον τόπο μου λένε «τα στερνά
τιμούν τα πρώτα».
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ωστόσο ξαναγυρίσατε στη θέση σας.
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: Ξαναγύρισα, με ξαναέδιωξαν, ξαναγύρισα… Δεν
έχω πολύ χρόνο ακόμα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν ηττηθήκατε όμως στο πεδίο της επιστήμης. Αυτό
με θυμώνει περισσότερο. Πώς διώχνεις έναν άριστο
επιστήμονα μόνο και μόνο επειδή πρόσκειται φιλικά στον
αντίπαλό σου.
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: Δεν θα το κάνατε κι εσείς για κάποιο στρατιωτικό;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θα τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια, αν με
πρόδιδε. Αλλά άλλο ο στρατός, άλλο η επιστήμη.
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: Πόλεμος είναι και η επιστήμη. Και καμιά φορά οι
μάχες γίνονται κάτω από το τραπέζι…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Η εκτίμησή μου πάντως στο πρόσωπό σας ήταν και
θα παραμείνει απεριόριστη.
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: (Σηκώνεται). Στην Πάδοβα υποδέχτηκα έναν
ελευθερωτή στρατηγό. Τώρα αποχαιρετώ έναν αυτοκράτορα.
Εσείς είστε το μέλλον. Εγώ όχι. Εγώ έγραψα βιβλία. Αυτά θα
μείνουν από μένα. Φροντίστε κι εσείς για τη δική σας
κληρονομιά.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Επιτρέψτε μου να σας οδηγήσω στη βιβλιοθήκη.
ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ: Αποχαιρετώ έναν ηγέτη που, πέραν των άλλων,
αγάπησε με πάθος τις Επιστήμες.
(Βγαίνουν)
Μπαίνει η Κεφαλονιά. Κατεβάζει τη σημαία της Επτανήσου Πολιτείας. Την
κλείνει στο μπαούλο.
Μπαίνει και η Γαλλία. Δεν φορά πια το σκούφο της Δημοκρατίας, αλλά ένα
διάδημα. Δίνει τη σημαία της Γαλλίας στην Κεφαλονιά.
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
93
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Κόπιασες πάλι, βλέπω. Στολισμένη. (Aνεβάζει σιγά
σιγά τη σημαία). Ελευθερία, ισότης, αδελφότης.
ΓΑΛΛΙΑ: Σου είχα πει ότι θα ξαναέρθω…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Τώρα, μου ήρθες με στέμμα. Να τη θυμάσαι τη
χρονολογία. 1807. Ούτε δέκα χρόνια δεν πέρασαν από τότε
που άλλα μου έλεγες, κοπελιά…
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν έχει αλλάξει τίποτα.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Ναι, δεν έχει αλλάξει. Ακόμα καρτερούμε…
ΓΑΛΛΙΑ: Για ποιο πράγμα καρτερείτε;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Να δούμε αν θα μας βοηθήσει ο Αυτοκράτορας…
Πιστέψαμε ότι οι Ρώσοι θα βοηθούσαν, κι από την αρχή τα
είδαμε τα χαΐρια τους… Πάει η Πρέβεζα, η Βόνιτσα, η
Πάργα, ο Βουθρωντός, όλα στον Αλή Πασά. Ακούς;
ΓΑΛΛΙΑ: Το ξανθό γένος δεν θέλατε;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Και πού είναι το δικό σας το γένος;
ΓΑΛΛΙΑ: Εμείς εδώ είμαστε…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Κρατάς μυστικό;
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν ήξερα ότι έχεις μυστικά από μένα!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Εσείς εδώ είσαστε… Αλλά για πόσο;
ΓΑΛΛΙΑ: Τι θέλεις να πεις;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Κοίτα εκεί απέναντι να δεις ποιος έρχεται…
ΓΑΛΛΙΑ: Μα τι είναι αυτά που λες! Ποιος;
(Η Κεφαλονιά, όσο ψάχνει η Γαλλία, πάει και κατεβάζει τη Γαλλική σημαία
από τον ιστό).
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Κοίτα εσύ… (Η Γαλλία γυρίζει απότομα).
ΓΑΛΛΙΑ: Μα τι κάνεις; Ανέβασέ την αμέσως!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Δύο χρόνια.
ΓΑΛΛΙΑ: Τι εννοείς δύο χρόνια;
Ηλίας Τουμασάτος
94
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Δύο χρόνια θα μείνετε εδώ…
ΓΑΛΛΙΑ: Και πού το ξέρεις εσύ;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Θυμάσαι ποιος σας νίκησε στο Αμπουκίρ;
(Παύση).
ΓΑΛΛΙΑ: Ο Νέλσον είναι νεκρός πια!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Ναι… αλλά οι Άγγλοι κέρδισαν και στη Ναυμαχία
του Τραφάλγκαρ… Σκούρα τα βρήκε στη θάλασσα ο
Ναπολέων…
(Δίνει τη σημαία στη Γαλλία και βγάζει την αγγλική σημαία από το μπαούλο
και αρχίζει να κρεμάει τη σημαία). Τη βλέπεις; 1809… έρχονται οι Άγγλοι.
Και ποτέ τα νησιά δεν θα ξαναγίνουν γαλλικά…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Βλέπεις; Ο ένας φεύγει, ο άλλος έρχεται… Κι εγώ,
μένω πάντα εδώ. Μένω και περιμένω…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
95
ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΙΚΟΝΑ
(Aκούγονται από τα παρασκήνια χαρούμενες φωνές και μουσικές). Μπαίνουν
η ΓΑΛΛΙΑ και η ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ κουβαλώντας δίσκους.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Τι την ήθελα εγώ αυτό το πάρτι γενεθλίων; Και τι
τρώνε, Παναγία μου, εκεί μέσα όλοι αυτοί; Το καταπέτασμα.
ΓΑΛΛΙΑ: Μη γκρινιάζεις ! Είναι διπλή γιορτή. Πρώτον, έχει τα
γενέθλιά του ο Αυτοκράτωρ!!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Να ζήσει και να εκατοχρονήσει. Εμένα τι με κόφτει;
ΓΑΛΛΙΑ: Και δεύτερον, εορτάζει τους γάμους του με την Μαρία
Λουίζα!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Α, το πουλάκι μου! Τη σχόλασε την Ιωσηφίνα!
ΓΑΛΛΙΑ: Ο Αυτοκράτορας έπρεπε να έχει διάδοχο!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Άστα αυτά. Πήγε και πήρε την κορούλα του
Φρειδερίκου, δηλαδή του Γερμανού, και της Μαρίας
Τερέζας, της Νάπολης και της Σικελίας. Τουτέστιν, ήθελε να
προξενευτεί με τον οίκο των Αψβούργων ο αυτοκράτωρ.
Γιατί με ένα προξενιό, όσο να πεις… ο πόλεμος αποφεύγεται.
ΓΑΛΛΙΑ: Και είναι κακό να θέλει την ειρήνη;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Και το στέμμα, ασφαλώς… Και να σου πω, πώς της
φάνηκε της Μαρίας Λουίζας ότι πριν απ’ αυτήν ο Ναπολέων
πήγε και ζήτησε την Αννούλα, την αδελφή του Τσάρου
Αλέξανδρου; Η Αννούλα του είπε το «όχι», κι αυτός πήγε
στη δεύτερη επιλογή.
ΓΑΛΛΙΑ: Τα λες πολύ κυνικά. Αλλά, για να σου πω, εσύ τι κάνεις
εδώ;
Ηλίας Τουμασάτος
96
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Ήρθα μαζί με τον Μαρίνο! Καλό παιδί, δεν λέω,
γνώσεις έχει, αλλά είναι κάπως.. φαφλατάς!
ΓΑΛΛΙΑ: Μα για ποιο Μαρίνο μου μιλάς;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Τον Μαρίνο το Μεταξά καλέ… δεν λέω, και τα
νομικά τα ξέρει καλά… αλλά από ποίηση… Δεν είναι και το
φόρτε του… Και ξέρεις κάτι, τρέμει η ψυχή μου… Έχει
γράψει λέει ένα ποίημα για να το απαγγείλει στο
Ναπολέοντα…
ΓΑΛΛΙΑ: Σαν να βλέπω τον Αυτοκράτορα να έρχεται μέσα με
κάποιον κύριο… Πάμε, πάμε, μη μας δούνε με τους δίσκους.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Ω, ο Μαρίνος είναι…Έτσι και του διαβάσει το
ποίημα, λίγα τα βλέπω τα ψωμιά του… (βγαίνουν)
(Μπαίνουν ο Ναπολέων με τον Μαρίνο Μεταξά)
ΜΕΤΑΞΑΣ: Μεγαλειότατε, οποία υψίστη, τρισμεγίστη θα έλεγα,
τιμή για την ταπεινότητά μου η κατ’ ιδίαν ακρόασις από την
υψηλότητά σας! Η ανυπέρβλητος αυτή χαρά μου για τις
θριαμβευτικές, επικές νίκες σας, δεν θα μπορούσε να
επιστεγαστεί με κάτι ανώτερον, ευγενέστερον,
ονειρωδέστερον…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Χαίρομαι πάντα όταν βλέπω Κεφαλονίτες…
ΜΕΤΑΞΑΣ: Η υψίστη, τρισμεγίστη θα έλεγα χαρά είναι δική μας, να
παρευρισκόμεθα εις το μεγαλειωδώς δισυπόστατον
αγλάισμα της παγκοσμίου ιστορίας: Την επέτειον των
γενεθλίων σας, αλλά και το περίλαμπρον γεγονός της εις
γάμου κοινωνίας σας μετά της περικάλλου Μαρίας
Λουίζας…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ήθελα να πω… Χαιρόμουν πάντα…
ΜΕΤΑΞΑΣ: Το γαλατικόν άλας το οποίον οι επικατάρατοι βρετανοί
αποκαλούν χιούμορ είναι ενδεικτικόν του μεγαθύμου
χαρακτήρος σας…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (έχει αρχίσει να βαριέται). Εγώ σας ευχαριστώ για την
ευγενική σας χειρονομία να κάνετε τόσο μεγάλο ταξίδι για
να μου μεταφέρετε την αγάπη και τις ευχές των
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
97
Κεφαλλήνων. Ωστόσο θα πρέπει να επιστρέψουμε στη
δεξίωση, η Μαρία Λουίζα… ξέρετε τώρα τις γυναίκες, ενίοτε
γκρινιάζουν λίγο παραπάνω από το κανονικό…
ΜΕΤΑΞΑΣ: Το γνωρίζω… Εάν όμως δεν καταχρώμαι της μεγίστης,
τρισμεγίστης θα έλεγα υπομονής σας, θα ήθελα να σας
απαγγείλω έναν ύμνον που συνέθεσε η ταπεινότης μου επί
τη αφορμή των ενδόξων γενεθλίων σας…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (κατ’ ιδίαν: Μπλέξαμε…). Θα προτιμούσα να τον
αναγνώσετε εδώ, διότι μέσα δεν θα ακουστεί από την
οχλαγωγία…
ΜΕΤΑΞΑΣ: Οποία μεγίστη, τρισμεγίστη θα έλεγα, αγαλλίασις..
(Βγάζει ένα τεράστιο χαρτί από την τσέπη του).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θα προτιμούσα να μου διαβάζατε κάποιες πρώτες
στροφές, και το υπόλοιπον να το απολαύσω κατ’ ιδίαν στο
γραφείο μου, ώστε να μην αποσπαστώ από άλλες φωνές και
άσματα.
ΜΕΤΑΞΑΣ: Ασφαλώς…(Παίρνει ύφος, καθαρίζει το λαιμό του
ξεροβήχοντας)…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θα επιθυμούσα να γίνει σήμερα αυτό. Η ώρα
κοντεύει μεσάνυχτα, εννοώ.
ΜΕΤΑΞΑΣ: (Αρχίζει να απαγγέλλει με πομπώδες ύφος. Σημ.: απόδοση στη
δημοτική της μετάφρασης του Μαυρογιάννη):
«All’ anniversario di Napoleone”!
Ιδού! Καταφθάνει η Ίρις
Φέρνοντας το άγγελμα της ειρήνης
Κι ο Ήρως την ειρήνη αποδίδει
Εις τους βασιλείς της γης
Κι έπειτα, παύει να πολεμά.
Και μια γυναίκα, κόρη βασιλέων
Έρχεται από τις όχθες του Ίστρου
Και στον ήρωα προσφέρει την χείρα της,
Σημάδι ειρήνης, και συνάμα φιλίας.
Ιδού, ω ευδαίμων Γαλλία
Η εγγύηση της αιώνιας ησυχίας σου!
Ηλίας Τουμασάτος
98
Κι αν ακόμη κάπου στον Ωκεανό
Ακούγονται ακόμη οι μυκηθμοί του πολέμου
Δεν θα αργήσει να ενσκήψει
Ο ολέθριος κεραυνός του Θεού της γης ετούτης
Ούτε θα αναβληθεί για πολύ ακόμα
Η πεπρωμένη εκδίκηση
Που χέρι θεϊκό ανάθεσε στον Ήρωα εκείνον (δείχνει τον Ν.)
Για τον οποίον έχει προορίσει
Την εξουσία ολάκερου του κόσμου!!!!
(Από τον ενθουσιασμό του ο Μεταξάς χειροκροτεί τον εαυτό του. Ο
Ναπολέων ευχαριστιέται με το περιεχόμενο, χειροκροτά κι εκείνος πιο
συγκρατημένα).
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Σας ευχαριστώ θερμά. Ξέρετε κάτι; Θα έλεγα ότι θα
είχε πολύ ενδιαφέρον να απαγγείλετε τον ύμνο σας και στη
σάλα του χορού. Θα ενθουσιάσει, νομίζω… και θα
ενδυναμώσει το ηθικό των παρευρισκομένων. Ξέρετε, εμείς
οι στρατιωτικοί είμαστε πρακτικοί άνθρωποι. Μας αρέσει να
μας υμνούν, αλλά μας αρέσει περισσότερο να νιώθουμε ότι
το ηθικό των ανδρών μας είναι υψηλό, ότι είναι πάντα
έτοιμοι να υπακούσουν και να θυσιαστούν για μας…
Εξάλλου, θα αρέσει και στη Μαρία-Λουίζα, και, από την
άλλη, κι εσείς δεν το γράψατε μόνο για μένα… Προφανώς
θα θέλετε να ακουστεί και από την υψηλή γαλλική κοινωνία.
ΜΕΤΑΞΑΣ: Μετά μεγίστης, τρισμεγίστης θα έλεγα, ευχαριστήσεως,
Μεγαλειότατε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πάμε, λοιπόν!
(Βγαίνουν, από τα παρασκήνια ακούγονται ενθουσιώδη χειροκροτήματα)
ΑΥΛΑΙΑ
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
99
ΠΕΜΠΤΗ ΕΙΚΟΝΑ
Μπαίνει η ΓΑΛΛΙΑ και η ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ, κουβαλάνε τον ΜΑΡΙΝΟ
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟ, ταλαιπωρημένο, με σκισμένα στρατιωτικά ρούχα.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Τι τραβάω η κακομοίρα εδώ που έμπλεξα! Είναι και
βαρυκόκαλος πανάθεμά τον!
ΓΑΛΛΙΑ: Πατριώτης σου είναι! Κεφαλονίτης! Μαρίνος Μελισσηνός
με το όνομα!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Λες να μην τον ξέρω! Ξέρεις τι σου είναι ο κύριος
αυτός; Μανία να κάνει επαναστάσεις έχει! Και, όπως
καταλαβαίνεις… κι αυτός είναι φανατικός θαυμαστής του
Ναπολέοντα! Ορέ Μαρίνο! Ξύπνα! Τι έκαμες πάλι; Τι
φιτιλιές άναψες;
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Πού βρίσκομαι; Όχι, δεν θα σας πω τίποτα. Εγώ
είμαι νομικός… Σπούδασα στο Παρίσι… Έχω δικαιώματα
εγώ…
ΓΑΛΛΙΑ: Είδες; Έτσι εξηγούνται όλα!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Άστα αυτά! Δεν είμαστε δεσμοφύλακες μωρέ, εμείς
σε κουβαλήσαμε εδώ, όταν σε αμολήσανε οι αυστριακοί.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Ε… είχα μαγευτεί κι εγώ από την κοσμοχαλασιά
που γινότανε εκεί! Γεννιότανε το καινούριο! Και κατάλαβα
ότι αυτό το καινούριο μπορεί να έρθει μονάχα με
κινήματα… Και γύρισα στην Κεφαλονιά… Και οργάνωσα
κινήματα… Έπρεπε η Επανάσταση να έρθει και στα νησιά!
Ηλίας Τουμασάτος
100
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Λες να μην τα ξέρω; Και σε πείσανε οι δικοί σου να
φύγεις στην Ιταλία. Θέλανε να γλιτώσεις από τους
κομεστάδες που σ’ είχανε βάλει στο μάτι.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Ναι.. και πήγα στην Ιταλία και κατατάχτηκα στο
γαλλικό στρατό…
ΓΑΛΛΙΑ: Κεφαλονίτης σωστός ανήσυχος… Έμαθα ότι είχες και
μεγάλα σχέδια!
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Αν είχα λέει!!! Τα είχα οργανώσει όλα. Ένα σώμα
από Κεφαλονίτες στρατιώτες, τάγμα ολόκληρο, οπλίτες και
αξιωματικοί, όλοι θα πηγαίναμε να πολεμήσουμε στο
πλευρό του Ναπολέοντα! Όχι μόνο για τη Γαλλία… Αλλά
και για την Ελλάδα! Γιατί όλοι το περιμέναμε, η μόνη ελπίδα
για να διώξουμε τους Οθωμανούς ήταν εκείνος. Ήταν η
Επανάσταση… Μη νομίζετε ότι μπλοφάρω. Τα είχα
ετοιμάσει όλα! Με συγκεκριμένα ονόματα και διευθύνσεις!
Λίστα κανονική πήγα στον στρατηγό μου…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Και, για πες, τι σου είπε ο στρατηγός..
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Είχε παρθεί κιόλας η απόφαση να αναβληθεί η
εκστρατεία στην Ελλάδα… Κι έτσι δεν προλάβαμε…
ΓΑΛΛΙΑ: Μα ο Ναπολέων αναγνώρισε την προσπάθειά σου. Σε
έκανε διοικητή στο Σύνταγμα της Λυόν.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Δεν καταλαβαίνεις; Εγώ ήθελα να πολεμήσω!
Ήθελα να πολεμήσω, μέχρι να ελευθερωθεί η πατρίδα μου!
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν πρέπει να έχεις παράπονο. Όταν ξαναπήραμε τα Ιόνια
Νησιά, φροντίσαμε να πάρεις πίσω την περιουσία που σου
είχαν δημεύσει… κι έγινες Διευθυντής της Αστυνομίας στο
Αργοστόλι.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Κι έπειτα… φύγανε οι Γάλλοι, αν θυμάστε καλά
(τους δείχνει τη σημαία) και ήρθαν οι Βρετανοί…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Ναι… 1810 ήτανε που με συλλάβανε… και με
φυλακίσανε στην Αυστρία…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
101
ΓΑΛΛΙΑ: Και φυλακισμένος πάντως… παλικάρι ήσουνα! Δεν σε
θαυμάζανε μονάχα οι συγκρατούμενοί σου, αλλά και οι
δεσμώτες σου.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Ναι… και γι’ αυτό ο Ναπολέων σε αντάλλαξε με δυο
άγγλους αιχμαλώτους και σ’ ελευθέρωσε…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: (Σηκώνεται όρθιος, σαν να πήρε ξαφνικά ενέργεια)
Ναι… Το περίμενα τόσον καιρό… Ήθελα… ήθελα να
πολεμήσω… Σχεδόν τρέχοντας έφτασα στο Παρίσι… Ήξερα
πως ο Αυτοκράτορας θα έκανε τη μεγάλη εκστρατεία στη
Ρωσία… Και δεν έπρεπε να χαθεί ούτε λεπτό. Αυτή ήταν η
ευκαιρία. Έπρεπε να πολεμήσω μαζί του. Οι Ρώσοι ήρθαν κι
έφυγαν από τα νησιά μας… Η Γαλλία ήταν η μόνη μας
ελπίδα. Η Γαλλία που είχε φέρει την αλλαγή στην Ευρώπη,
στον κόσμο ολόκληρο… Λαχανιασμένος έφτασα στο
Παρίσι…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Και τι κατάλαβες;
ΓΑΛΛΙΑ: Μα πώς μπορείς να είσαι τόσο κυνική;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Λες να περίμενε το Μαρίνο ο Ναπολέων; Είχε
ξεκινήσει για τη Ρωσία…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: (απογοητευμένος). Είχε ξεκινήσει για τη Ρωσία… Για
δεύτερη φορά έχασα την ευκαιρία να βοηθήσω. Ήταν η
μεγαλύτερη πρόκληση για τον Αυτοκράτορα. Η μεγαλύτερη
εκστρατεία. Η μεγαλύτερη ευκαιρία!!! Και την έχασα! Δεν
πρόλαβα!
ΓΑΛΛΙΑ: Μα έχεις προσφέρει τις καλές σου υπηρεσίες στη Γαλλία…
και στην πατρίδα σου.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Δεν μετράει η καλή πρόθεση! Μετράει το
αποτέλεσμα. Η πατρίδα μου είναι σκλαβωμένη ακόμα. Τη
βλέπεις εκείνη τη σημαία εκεί πάνω; Εκεί πάνω πρέπει να
υψωθεί σημαία ελληνική! Έφυγα… έφυγα τρέχοντας από το
Παρίσι… Και πήγα στη Νάπολη… Πήρα άδεια από τον
στρατηγό μου… Και γύρισα στην Κεφαλονιά… Είμαι πάλι
εδώ, στην πατρίδα μου!
Ηλίας Τουμασάτος
102
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Λες να μην το ξέρουμε πού είσαι; Εγώ σε
περιμάζεψα από την παραλία που σε παράτησε το
καραβάκι… Κουρελιασμένο, διψασμένο και φτωχό.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Δεν με νοιάζει για μένα… Εγώ ήρθα εδώ… να
μαζέψω τους Κεφαλονίτες, να πάμε όλοι μαζί στη Ρωσία…
είμαι σίγουρος ότι θα είναι πολλοί εκείνοι που θα θέλουν,
όπως και τότε, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας… και να πάμε
να πολεμήσουμε στη Ρωσία… Αυτή τη φορά… Αυτή τη
φορά θα πολεμήσω με όλη μου τη δύναμη! Και ο
Αυτοκράτορας θα νικήσει! Δεν υπάρχει άλλη επιλογή!
ΓΑΛΛΙΑ: (διστακτικά). Μαρίνο… βλέπω ότι δείχνεις μεγάλο
ενθουσιασμό…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Μα δεν καταλαβαίνεις; Ο πόλεμος γεννά την
ιστορία. Δεν υπάρχει πια άλλη λύση από μια βίαιη αλλαγή.
Όλη η Ευρώπη θα αλλάξει, κι η μόνη δύναμη που μπορεί να
το κάνει αυτό είναι η Γαλλία. Και η Ελλάδα θα γίνει
ελεύθερη πάλι. Ούτε αγγλική σημαία, ούτε Σουλτάνος…
Ελλάδα! Μη με καθυστερείτε… πρέπει να μαζέψω τους
συντρόφους μου και να φύγουμε το συντομότερο δυνατό!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Εγώ θα ‘λεγα να μη βιάζεσαι τόσο Μαρίνο…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Μα τι λες; Πρέπει να βρούμε τρόπο να ταξιδέψουμε
χωρίς να μας πάρουν είδηση. Έχεις ένα χάρτη; Όσον καιρό
ήμουν στη φυλακή έκανα σχέδια, πολλά σχέδια! Υπάρχει
μέσα στο κεφάλι μου, έτοιμο!
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Πριν σου δώσω το χάρτη, κάτσε λίγο…ηρέμησε…
Πρέπει να σου δώσω μια είδηση.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Έχεις νέα από το μέτωπο της Ρωσίας;
Η Γαλλία σκύβει το κεφάλι και της ξεφεύγουν κάποιοι λυγμοί.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Τι κλαις κι εσύ; Για να τα πω εγώ… Ε…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Τι μου κρύβεις;
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Λοιπόν, θα σου το πω απλά. Για άλλη μια φορά δεν
πρόλαβες!
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Τι θέλεις να πεις; Τι αστεία είναι αυτά;
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
103
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Μαρίνο… δεν ωφελεί να οργανώσεις τίποτα. Η
εκστρατεία στη Ρωσία απέτυχε…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Τι θέλεις να πεις… Μα είχα ακούσει πως ο
Αυτοκράτορας έφτασε ως τη Μόσχα.
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν είχαμε υπολογίσει το βαρύ χειμώνα της Ρωσίας. Δεν
είχαμε υπολογίσει ότι τα στρατεύματα των συμμάχων μας θα
μας εγκατέλειπαν… Δεν είχαμε υπολογίσει τη αγριότητα των
κοζάκων…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Να μη σου τα πολυλογώ… Περίπου μισό
εκατομμύριο ανθρώπους πήρε στο λαιμό της η φιλοδοξία
του Ναπολέοντα.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: (απελπισμένος). Όχι! Δεν είναι αλήθεια αυτό. Δεν
μπορεί να είναι αλήθεια. Κανείς δεν μπορούσε να νικήσει
εκείνο το στρατό.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Να το πεις στους Γάλλους που αφήσανε τα κόκαλά
τους μέσα στα χιόνια. Και τα αδέλφια, τις μανάδες τους, τις
χήρες, τα ορφανά.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Δεν πρόλαβα… Πάλι δεν πρόλαβα… Είναι η μοίρα
μου να μην προλαβαίνω…
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν σταματάει εδώ η ιστορία.
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Κάτι καινούριο έχεις να μας πεις; Μαρίνο…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Δεν πρόλαβα… Ήθελα να βοηθήσω την πατρίδα
μας να ελευθερωθεί…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Μαρίνο, άκου να δεις! Το πιο πιθανό είναι ότι κι εσύ
και οι στρατιώτες σου θα ήσασταν τώρα θαμμένοι κάπου στα
χιόνια στη Ρωσία…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: Δεν πρόλαβα… Δεν πρόλαβα… Δεν πρόλαβα…
Ποτέ δεν μπόρεσα να προλάβω…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Εδώ είναι η πατρίδα σου και μπορείς να της
προσφέρεις…
(Ο Μελισσηνός τριγυρνά νευρικά, λέγοντας «Δεν πρόλαβα».)
Ηλίας Τουμασάτος
104
ΓΑΛΛΙΑ: Η Γαλλία δεν θα τελειώσει εδώ. Η Γαλλία ταπεινώθηκε,
αλλά δεν έχει πει ακόμα την τελευταία λέξη!
Η Γαλλία φεύγει κλαίγοντας…
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Παράτα μας κι εσύ…
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ: (Βγάζει το στρατιωτικό του σακάκι, το πετάει κάτω…)
Τέλος. Αυτό ήταν. Μαρίνο, τέλος τα όπλα. Τέλος ο πόλεμος.
Θα μείνω εδώ. Θα κάνω το δικηγόρο στο Αργοστόλι. Μα δεν
θα πάψω να προσπαθώ, ούτε να ελπίζω. Η Κεφαλονιά θα
ελευθερωθεί. Κι η υπόλοιπη Ελλάδα. Με ή χωρίς το
Ναπολέοντα! Με ή χωρίς συμμάχους. Κανένα έθνος δεν
μπορεί να μένει υποδουλωμένο… (Φεύγει).
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ: Αχ, Μαρίνο… Κάτι μου λέει ότι μπορεί η Ελλάδα να
ελευθερωθεί με πόλεμο. Αλλά… ετούτα εδώ τα νησιά… Με
άλλο τρόπο θα αλλάξουνε χέρια… Ο θεός να με βγάλει
ψεύτρα…
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
105
ΕΚΤΗ ΕΙΚΟΝΑ
Στο νησί της Έλβας, τόπο εξορίας του Ναπολέοντα. Ο Ναπολέων κάθεται στο
γραφείο του.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μπήκαν στο Παρίσι… Μπήκανε στο Παρίσι… 30
Μαρτίου 2014…Όλοι εναντίον μου… Από την ήττα στη
Ρωσία και μετά όλα γύρισαν εναντίον μου. Όλα! Ακόμα κι
οι ίδιοι μου η στρατηγοί. Οι ίδιοι μου οι στρατηγοί! Μου
ζήτησαν να παραιτηθώ από το θρόνο… Να παραιτηθώ! Όχι
μονάχα εγώ… Αλλά και ο γιος μου, ο διάδοχος!
(Μπαίνει η ΓΑΛΛΙΑ)
ΓΑΛΛΙΑ: Μεγαλειότατε… (Ο Ναπολέων δεν την ακούει)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Το κάθαρμα, ο στρατηγός Νε… «Ο γενναίος των
γενναίων»… αυτός τόλμησε να ζητήσει από τον
Αυτοκράτορα να παραιτηθεί…
ΓΑΛΛΙΑ: Μεγαλειότατε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ναπολέων Βοναπάρτης… «Η Αυτού Αυτοκρατορική
και Βασιλική Μεγαλειότητα ο Ναπολέων Α΄, Με τη Χάρη
του Θεού και τα Συντάγματα της Αυτοκρατορίας, ο
Αυτοκράτορας των Γάλλων, Βασιλιάς της Ιταλίας,
Προστάτης της Συνομοσπονδίας του Ρήνου, Μεσολαβητής
της Ελβετικής Συνομοσπονδίας». Απ’ αυτόν ζητήσανε να
παραιτηθεί… Και για να μην με ταπεινώσουνε… μου
προσφέρανε ως αντάλλαγμα να βασιλεύσω εδώ… σε τούτο
το μικρό νησί, την Έλβα… Μεγάλη προσβολή…
ΓΑΛΛΙΑ: Μεγαλειότατε..
Ηλίας Τουμασάτος
106
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Φύγε! Όταν θελήσω κάτι θα σε φωνάξω. Ένα μικρό
νησί αντί για την Ευρώπη ολόκληρη. Δεν είχα άλλη επιλογή.
Αυτό είναι το χειρότερο για μένα. Ότι δεν είχα άλλη
επιλογή… Όλοι μ’ είχαν εγκαταλείψει… Ακόμη κι η Μαρία
Λουίζα… δεν δέχτηκε να έρθει μαζί μου.Πήρε το γιο μου και
γύρισε στο πατρικό της σπίτι Κι είμαι εδώ μόνος… Με
ελάχιστους πιστούς μου ανθρώπους, βασιλιάς της Έλβας!!!
Βασιλιάς της Έλβας!!! (Γελάει…)
ΓΑΛΛΙΑ: Μεγαλειότατε… σας ζητά ένας αξιωματικός. Παρακαλεί
να σας δει. Είναι επείγον, λέει…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Να του πεις να φύγει. Δεν θέλω να δω κανέναν. Δεν
εμπιστεύομαι κανέναν πια. Κανέναν.
ΓΑΛΛΙΑ: Μα χθες λέγατε πως πρέπει να βρείτε άξιους ανθρώπους
για να ξαναγυρίσετε στη Γαλλία. Πως δεν έχετε πει την
τελευταία σας λέξη.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αυτό είναι αλήθεια. Είναι αλήθεια. Ο Ναπολέων δεν
έχει πει ακόμα την τελευταία του λέξη.
ΓΑΛΛΙΑ: Να του πω να περάσει;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πώς είπες ότι λέγεται;
ΓΑΛΛΙΑ: Δεν σας είπα ακόμα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πες μου το όνομά του και μη σχολιάζεις.
ΓΑΛΛΙΑ: Βούρβαχης.. Διονύσιος Βούρβαχης.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Βούρβαχης… Αυτό το όνομα είναι αδύνατον να το
ξεχάσω. Ο γιος του Σωτηρίου Βούρβαχη… Πες του να
περάσει…
(φεύγει η Γαλλία)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: (Σηκώνεται όρθιος και τακτοποιεί τη στολή του) Πέρασε
Διονύσιε..
(Mπαίνει ο Διονύσιος.. ενθουσιασμένος… τρέχει προς τον Ναπολέοντα, αλλά
σταματάει απότομα, καθώς θυμάται ότι μιλάει στον Αυτοκράτορα).
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Μεγαλειότατε!
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
107
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Διονύσιε… καλώς ήλθες στο νέο μου Βασίλειο… Δεν
θα δυσκολευτείς να το διασχίσεις ολόκληρο… Χαίρομαι
πολύ που σε βλέπω…
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Κι εγώ… πώς να μη χαίρομαι που ξαναβλέπω τον
ευεργέτη της οικογένειάς μου… Δώσατε τόσες τιμές στον
πατέρα μου Με σπουδάσατε στην καλύτερη στρατιωτική
σχολή της Γαλλίας… τον αδελφό μου τον Ιωσήφ τον
διορίσατε πρόξενο…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και σε άλλους προσέφερα παρόμοιες υπηρεσίες. Δεν
μου έμειναν όλοι πιστοί όπως η οικογένειά σας. Αν είχα απ’
όλους αφοσίωση σαν και τη δική σας, δεν θα βρισκόμουν
εδώ τώρα. Κι εσύ, Διονύσιε, έχεις ξεπληρώσει το χρέος σου.
Πολέμησες για τη Γαλλία από μικρός… είσαι άξιος γιος του
πατέρα.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Μακάρι να μπορούσα να είχα κάνει περισσότερα,
Μεγαλειότατε. Μακάρι να μην βρισκόσασταν εδώ, ούτε κι
εσείς… ούτε κι εγώ…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Συννεφιασμένο σε βλέπω Διονύσιε. Και δεν
επιτρέπεται ένας στρατιωτικός να συγκινείται, ούτε να
καταβάλλεται από τη λύπη. Κοίτα να δεις, αν συγκινήθηκες
που με είδες, να θυμάσαι ότι είσαι αξιωματικός κι εγώ ο
Αυτοκράτοράς σου. Αν πάλι έχεις κάτι να μου ανακοινώσεις
που δεν είναι ευχάριστο ούτε σε σένα ούτε σε μένα, να
θυμάσαι και πάλι ότι εσύ είσαι ο αξιωματικός και εγώ ο
αυτοκράτορας. Έχεις καθήκον να μου μιλήσεις, και σ’ αυτό
συναισθήματα δεν υπάρχουν.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Είναι δύσκολη η θέση μου Μεγαλειότατε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πιο δύσκολη από τη δική μου; Αποκλείεται… Ο
πατέρας σου πέρασε από τόσα και τόσα εχθρικά καράβια για
να μου φέρει μία και μοναδική επιστολή. Που ήταν πικρή.
Έλεγε να γυρίσω πίσω.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Και η είδηση που σας φέρνω εγώ είναι πικρή.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αυτό δεν σε απαλλάσσει από το καθήκον. Ακούω.
Δεν θα ανεχτώ άλλη καθυστέρηση.
Ηλίας Τουμασάτος
108
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Οι σύμμαχοι…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αποφάσισαν να με σκοτώσουν; Να με φυλακίσουν;
Είναι άραγε χειρότερο αυτό από την τωρινή μου κατάσταση;
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Αποφάσισαν να σας εκτοπίσουν για άλλη μια φορά.
Αυτή τη φορά για πιο μακριά ακόμα. Για το νησί της Αγίας
Ελένης. Στη μέση του Ατλαντικού Ωκεανού.
Ναπολέων μένει σιωπηλός. Ο Βούρβαχης τον παρακολουθεί
τρέμοντας…)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μάλιστα… (σκέφτεται λίγο). Καταλαβαίνω… Δεν τους
φτάνει όλη αυτή η ταπείνωση. Θέλουν… μάλλον νομίζουν
ότι θα με εξοντώσουν. Αλλά αυτή η στάση τους αυτή δείχνει
και κάτι άλλο Διονύσιε…
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Ότι σας φοβούνται Μεγαλειότατε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αξίζεις την εκπαίδευση που έλαβες Διονύσιε! (τον
χτυπάει στην πλάτη κι εκείνος χαμηλώνει τα μάτια). Μάλιστα! Με
φοβούνται! Δεν τους αρκεί το νησάκι ανοιχτά της Κορσικής.
Στη μέση του ωκεανού νομίζουν ότι ο Ναπολέων θα είναι
ακίνδυνος. (σκέφτεται…) Άκου να δεις… Αυτό σημαίνει ότι
πρέπει να επισπεύσω τα σχέδιά μου.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Ήμουν σίγουρος ότι έχετε σχέδια…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πρέπει να αποδράσω και να επιστρέψω στη Γαλλία
πριν εκτελέσουν την απόφαση της εκτόπισής μου. Από την
Αγία Ελένη θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιστρέψω στην
πατρίδα. Άρα, ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει γρήγορα.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Μεγαλειότατε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι διάολο… θα υπάρχουν ακόμα αξιωματικοί που
δεν πάτησαν τον όρκο τους… Ο Ναπολέων δεν έχει πει
ακόμα την τελευταία του λέξη, Διονύσιε…
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Μεγαλειότατε… θέλω να γνωρίζετε ότι θα είμαι στο
πλευρό σας. Η αφοσίωση της οικογένειάς μου προς το
πρόσωπό σας θα παραμείνει ακλόνητη μέχρι τέλους.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τίποτα δεν έχει τελειώσει Διονύσιε… Δεν ξέρουν με
ποιον έχουν να κάνουν. Όλα εδώ αρχίζουν! Είμαι πολύ νέος
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
109
για να παραδώσω τα όπλα! Και είναι πολύ μικροί για να με
εξοντώσουν. (Αρπάζει με δύναμη τον νεαρό από τους ώμους). Θα
νικήσω, Διονύσιε! Και θα νικήσω χάρη στους άξιους
στρατιώτες μου. Σαν κι εσένα..
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Είναι τιμή μου να σας υπηρετώ.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αυτό το μήνυμα θα μεταφέρεις στους δικούς μας
στην πατρίδα. Πρέπει να βιαστούμε. Πρέπει να γίνει η
απόδραση το γρηγορότερο δυνατό. Φύγε, Διονύσιε. Φύγε,
όσο πιο γρήγορα μπορείς...
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Στις διαταγές σας, Μεγαλειότατε! Πρέπει να
βιαστούμε… (Φεύγει)
(Μπαίνει η ΓΑΛΛΙΑ)
ΓΑΛΛΙΑ: Μα γιατί έφυγε τόσο βιαστικά;
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Γιατί η ιστορία δεν μπορεί να περιμένει… Πάμε!
(Παίρνει αγκαζέ τη Γαλλία και φεύγουν)
ΑΥΛΑΙΑ
Ηλίας Τουμασάτος
110
ΕΒΔΟΜΗ ΕΙΚΟΝΑ
Στο Παρίσι. Γαλλία, Ναπολέων
Μπαίνει η ΓΑΛΛΙΑ.
ΓΑΛΛΙΑ: Τα κατάφερε… Είχατε αμφιβολία ότι δεν θα τα
κατάφερνε; Την 1η Μαρτίου του 1815 ο Αυτοκράτορας είχε
επιστρέψει στη Γαλλία.. Μάταια οι αντίπαλοί του έστελναν
στρατιώτες να τον αντιμετωπίσουν. Εκείνος τους έπαιρνε με
το μέρος τουΚαι μέσα σε είκοσι μέρες… έχει ξαναπάρει
στα χέρια του το θρόνο του…
(μπαίνει ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ)
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Με ζήτησε ο Αυτοκράτωρ. Ονομάζομαι Νικόλαος
Λοβέρδος Μικελακάτος.
ΓΑΛΛΙΑ: Έχω ακούσει το όνομά σας. Και τις καλές υπηρεσίες που
έχετε προσφέρει στην πατρίδα και στο πρόσωπό του.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Δεν χρειάζονται κολακείες. Είμαι κι εγώ στρατιωτικός.
Μιλάμε την ίδια γλώσσα με τον Αυτοκράτορα. Αν δεν έχετε
αντίρρηση θα ήθελα να μιλήσω με τον ίδιο.
(φεύγει η Γαλλία, πειραγμένη)
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: (νευρικά). Κοίτα να δεις… Λες και δεν πέρασε μια
μέρα από τη στιγμή που η Γαλλία με όρισε γραμματέα της
Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας… ήταν η πρώτη φορά που
ο Ναπολέων κατακτούσε τα Επτάνησα… Φύσαγε ο αέρας
της Δημοκρατίας… Κι έχουν περάσει είκοσι χρόνια από
τότε…
(Μπαίνει ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ, χωρίς να τον καταλάβει ο Λοβέρδος)
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
111
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Κι άλλα τόσα από τότε που πολέμησες για πρώτη
φορά στο πλευρό μου, στην Ιταλία, Νικόλαε. Είκοσι
χρόνια… Και δεν θα ξεχάσω τι έγινε όταν οι Ρωσοτούρκοι
μας πήρανε τα Επτάνησα κι ο Ουσακόφ σου πρόσφερε μια
υψηλή θέση στο στρατό του.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Ήταν αυτονόητο. Δεν μπορούσα να αφήσω τις ιδέες
μου. Τις δημοκρατικές μου ιδέες. Αν ήθελα το καλό της
πατρίδας μου, έπρεπε να μείνω με τη Δημοκρατία. Και σας
ακολούθησα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μοιάζουμε πολύ εμείς οι δύο. Δεν αφήνουμε πολλά
συναισθήματα στη μέση. Είμαστε σκυλιά του πολέμου. Και
δεν ήταν η πρώτη φορά που έδειξες την αφοσίωσή σου…
Πολέμησες με πίστη στον γαλλικό στρατό. Βέβαια, στα νιάτα
σου είχες ένα μικρό ελάττωμα. Έστελνες συνέχεια
υπομνήματα.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Δεν θα το έλεγα ελάττωμα. Και δεν σας ζητούσα
προσωπικές εκδουλεύσεις. Ζητούσα να μεριμνήσετε για να
απελευθερωθούν τα Επτάνησα από τους ρωσοτούρκους. Και
πίστευα ότι θα το κάνατε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ο Πόλεμος και η στρατηγική πολλές φορές
επιβάλλουν τα σχέδια να αλλάζουν προσωρινά.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Μάλιστα. Πήγα και στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα,
ακολουθώντας τις εντολές σας. Ήρθα σ’ επαφή με τους
ντόπιους σ’ όλη τη βαλκανική… για να ανιχνεύσω και να
ενισχύσω κινήματα ενάντια στο Σουλτάνο. Μα ούτε και το
Σουλτάνο πειράξατε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ναι… και σας πρότειναν για άλλη μια φορά
διοικητική θέση στην Επτάνησο Πολιτεία… κι εσείς
ακολουθήσατε τη σημαία της Γαλλίας. Άλλη μια φορά.
Εκτιμώ βαθύτατα αυτή σας τη στάση.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Η πίστη και η αφοσίωση δεν έχουν σημαία. Έχουν
σκοπό.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ξέρω, ξέρω, πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού σου
είχες την πατρίδα σου. Λογικό. Έλληνας είσαι. Κι εγώ είμαι
Ηλίας Τουμασάτος
112
Γάλλος. Εσύ νοιάστηκες και για την πατρίδα σου. Εγώ για τη
δικιά μου. Με τη συνεργασία μας, θα έβγαιναν ωφελημένοι
και οι δύο.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Θα έβγαιναν. Όπως το λέτε. Πολέμησα στην Ιταλία,
στην Πολωνία, στην Ισπανία, στη Βαυαρία, στην Αυστρία,
στην Πορτογαλία.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Και για όλα αυτά η Γαλλία σε τίμησε. Παράσημα,
ανώτατες θέσεις στο στράτευμα, τίτλοι τιμής: Βαρώνος,
Κόμης.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Θα ήθελα να είχα πολεμήσει και για τη δική μου
πατρίδα.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ο στρατιώτης δεν διαλέγει που θα πολεμήσει.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Δεν ζήτησα ποτέ να διαλέξω.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είσαι ξερό κεφάλι. Όλοι οι Έλληνες… Μα είσαι
πιστός και αφοσιωμένος. Δεν θα ξεχάσω ότι έμεινες
αταλάντευτος στο πλευρό μου ακόμα και μετά τη Ρωσία.
Ακόμα και τότε που όλοι σαν όρνεα πήγαιναν να με
κατασπαράξουν. Εσύ κρατήθηκες. Κράτησες το στρατό σου
σε τάξη, φρόντισες στις τάξεις του να μην υπάρχουν
αιματοχυσίες. Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι οι Άγγλοι σου
πρόσφεραν χρήματα για να προδώσεις τον Αυτοκράτορά
σου.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Γνωρίζετε ότι αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ. Δεν υπάρχει
λόγος να το συζητάμε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Το γνωρίζω. Αν δεν το γνώριζα δεν θα ήμασταν τώρα
εδώ.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Προφανώς υπάρχει κάτι που θέλετε να μου πείτε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είμαι ο Αυτοκράτοράς σου. Ο Αυτοκράτορας δεν
ζητάει χάρες. Απαιτεί την εκτέλεση καθηκόντων. Θέλω εσένα
και το στράτευμά σου στο πλευρό μου. Δεν θα υπηρετήσεις
τους Βουρβώνους. Αν θα μείνεις κάτω από τη γαλλική
σημαία, θα μείνεις κάτω από τη δική μου σημαία.
(Ο Λοβέρδος μένει σιωπηλός).
Ναπολέων εν Κεφαλληνία
113
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Αναγνωρίζοντας την πίστη και την αφοσίωσή σου
στην πατρίδα και τον Αυτοκράτορα για όλα αυτά τα χρόνια,
θα σου απονεμηθεί το αξίωμα του Στρατάρχη του Γαλλικού
Στρατού. Είσαι ικανοποιημένος;
(Ο Λοβέρδος μένει σιωπηλός)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μπορούμε να ξεκινήσουμε λοιπόν! Φέρτε τους
χάρτες! Ο Ναπολέων θα θριαμβεύσει, και μερίδιο σ’ αυτόν
τον θρίαμβο θα έχεις κι εσύ Νικόλαε!
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ ν’ αποδεχθώ την πρότασή
σας.
Ναπολέων ταράζεται με την απόφαση, μένει κι εκείνος για λίγο
σιωπηλός)
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Δεν είναι πρόταση. Είναι διαταγή, Νικόλαε.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Δεν μπορώ να υπακούσω στη διαταγή σας,
Μεγαλειότατε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Είσαι στρατιώτης.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Ξέρω πολύ καλά ποιος είμαι, και ποιες είναι οι
συνέπειες της άρνησής μου.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τώρα που χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ την
αφοσίωσή σου, τώρα θα γίνεις προδότης;
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Όχι, Μεγαλειότατε. Προδότης δεν υπήρξα ποτέ, ούτε
θα γίνω.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Ώστε έτσι! Τελικά, έσφαλα. Κατάφεραν να σε
διαφθείρουν εκείνοι! Ακόμα κι εσένα! Αν είναι δυνατόν…
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Όχι, Μεγαλειότατε. Ξέρετε ότι είμαι τίμιος. Και ξέρετε
ότι είμαι φτωχός. Εγώ μόνο να πολεμώ ξέρω, όχι να κάνω
περιουσία.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Έλα μαζί μου, λοιπόν. Να τα πάρουμε όλα πίσω!
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα μου, Μεγαλειότατε!
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Τι; Θέλεις να λιποτακτήσεις;
Ηλίας Τουμασάτος
114
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Ασφαλώς, όχι. Ζητώ την άδειά σας.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Θα είσαι τρελός αν νομίζεις ότι μπορώ να επιτρέψω
κάτι τέτοιο σε τούτη δω τη χρονική στιγμή. Κι εγώ θα
ήμουνα τρελός αν έπαιρνα τέτοια απόφαση. Αν είναι
δυνατόν!
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Μεγαλειότατε…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Μη μιλάς! Πήγαινε να αναλάβεις τα καθήκοντά σου!
Αλλιώς, ετοιμάσου για τη φυλακή… Ετοιμάσου να
ατιμαστείς μετά από τόσες δόξες.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Όχι, Μεγαλειότατε.
ΝΑΠΟΛΕΩΝ: Πώς τολμάς;
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Η πατρίδα μου είναι σκλαβωμένη. Πίστεψα ότι η
Γαλλία θα την ελευθέρωνε. Και δείτε… Στα Επτάνησα οι
Άγγλοι φτιάχνουν το δικό τους προτεκτοράτο.
(Μπαίνει η Κεφαλονιά, εν τω μεταξύ, και υψώνει τη σημαία του Ιονίου
Κράτους)
ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Τα νησιά μου είναι σκλαβωμένα. Και παραπέρα… οι
αδελφοί μου στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι ακόμα
υποδουλωμένοι στον Σουλτάνο. Και περιμένουν. Χρόνια
περίμεναν, πρώτα τους Ρώσους… Και μετά, εσάς. Ήσασταν η
μοναδική τους ελπίδα. Και η μοναδική δική μου ελπίδα.
Πίστεψα στη Δημοκρατία, στην Ελευθερία, στην Ισότητα,
στην Αδελφοσύνη. Και όλα