Technical ReportPDF Available

Θα το φας και θα σε φάει. Από τη διατροφική παράδοση στις επιδημίες (You will eat it and it will eat you: from dietary traditions to epidemics, in Greek)

Authors:

Abstract

This is a group work created by the participants of the course 'Cultural Ecology' (2020-2021) at the laboratory of Ecology, Department of Biological Applications and Technology, University of Ioannina. It refers to human consumption of wild animals or their use for medical or other such purposes and possible consequences of their commodification on increasing pressures on wildlife, biodiversity loss and emerging zoonotic diseases.
α π ό τ η δ ι α τ ρ ο φ ι κ ή π α ρ ά δ ο σ η σ τ ι ς ε π ι δ η μ ί ες
ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2021
Συγγραφική Ομάδα: Γιωννάς-Μασσέλος Θοδωρής, Δανέλης Ταξιάρχης,
Καλούτσα Αικατερίνη, Κλάδου Κατερίνα, Κωνσταντινίδου Ελένη, Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος,
Παντελιδάκης-Χατζόπουλος Μάξιμος-Γεώργιος, Σαπουντζή Βασιλική,
Συμεωνίδου Ευτυχία, Ταλιούρα Άρτεμις
Γενική Επιμέλεια: Δανέλης Ταξιάρχης, Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος, Στάρα Καλλιόπη
Προλογίζουν: Γιωννάς-Μασσέλος Θοδωρής, Δανέλης Ταξιάρχης, Σαπουντζή Βασιλική
Υπεύθυνη Διδάσκουσα: Δρ. Στάρα Καλλιόπη
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ
ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ»
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ
ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ»
ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2021
Γενική Επιμέλεια: Δανέλης Ταξιάρχης, Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος, Στάρα Καλλιόπη
Προλογίζουν: Γιωννάς-Μασσέλος Θοδωρής, Δανέλης Ταξιάρχης, Σαπουντζή Βασιλική
Συγγραφική Ομάδα: Γιωννάς-Μασσέλος Θοδωρής, Δανέλης Ταξιάρχης,
Καλούτσα Αικατερίνη, Κλάδου Κατερίνα, Κωνσταντινίδου Ελένη, Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος,
Παντελιδάκης-Χατζόπουλος Μάξιμος-Γεώργιος, Σαπουντζή Βασιλική,
Συμεωνίδου Ευτυχία, Ταλιούρα Άρτεμις
Υπεύθυνη Διδάσκουσα: Δρ. Στάρα Καλλιόπη
α π ό τ η δ ι α τ ρ ο φ ι κ ή π α ρ ά δ ο σ η σ τ ι ς ε π ι δ η μ ί ες
Τίτλος: Θα το φας και θα σε φάει
από τη διατροφική παράδοση στις επιδημίες
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών Και Τεχνολογιών
Εργαστήριο Οικολογίας
Η εργασία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος επιλογής
«Πολιτισμική Οικολογία» κατά το χειμερινό εξάμηνο του
ακαδημαϊκού έτους 2020-2021
Γενική Επιμέλεια: Δανέλης Ταξιάρχης, Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος, Στάρα Καλλιόπη
Προλογίζουν: Γιωννάς-Μασσέλος Θοδωρής, Δανέλης Ταξιάρχης, Σαπουντζή Βασιλική
Συγγραφική Ομάδα: Γιωννάς-Μασσέλος Θοδωρής, Δανέλης Ταξιάρχης,
Καλούτσα Αικατερίνη, Κλάδου Κατερίνα, Κωνσταντινίδου Ελένη,
Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος, Παντελιδάκης-Χατζόπουλος Μάξιμος-Γεώργιος,
Σαπουντζή Βασιλική, Συμεωνίδου Ευτυχία, Ταλιούρα Άρτεμις
Υπεύθυνη Διδάσκουσα: Δρ. Στάρα Καλλιόπη
Συνοδεύεται από προωθητικό οπτικοακουστικό υλικό (βίντεο)
Μοντάζ, μιξάρισμα, αφήγηση: Παντελιδάκης-Χατζόπουλος Μάξιμος-Γεώργιος
www.youtube.com/watch?v=Mei0knpdRxM
Για τη σύνθεση του εξωφύλλου χρησιμοποιήθηκαν εικόνες από:
‘Familiar Wild Birds’ W. Swaysland
Alfred Edmund Brehm
©Buffon
iStock ©ibusca
Claus Caspari
‘Säugethiere und Amphibien
Ημερομηνία Παράδοσης: 1 Φεβρουαρίου 2021, Ιωάννινα
1
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή…………………………………………………….................................................................………………………………………………..3
Θαλασσοψιττακοί που τρώγονται………………………………………………………………………………………………………………………..5
Λεμούριος στα κάρβουνα: μια γεύση από Μαδαγασκάρη……………………………………….………………………........10
Τα… πτερύγια του καρχαρία: το «finning» και οι καρχαρίες στη Μεσόγειο και την Ελλάδα...............17
Νυχτερίδες: ένας μεζές στο πιάτο……………………...…………………………………………….............................................22
Γάλα καμήλας αρωματισμένο με μια δόση MERS............................................................................................26
Παγκολίνος: Η άγρια φύση χάνει τις "ασπίδες" της.................................................................…………………...31
Σιβέτες επί ξυρού ακμής: Μεταξύ παράδοσης και επιδημίας…………………………………......….........................36
Η μοσχογαλή κι ο ακριβότερος καφές: οι κόποι για το Kopi Luwaκ…………………………............................40
Και αυτά τα άσχημα πουλιά… καπνίζονται;………………………………………………………………………………………………......43
Κάμπιες γιαχνί! ..............................................................................................................................................….....49
2
3
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το παρόν συλλογικό συγγραφικό πόνημα δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος επιλογής
«Πολιτισμική Οικολογία» με έναυσμα τις εργασίες μας που σχετίζονταν με τη θήρευση και βρώση άγριων
ζωικών ειδών. Συγκεκριμένα, αφορμή για την ενασχόλησή μας αυτή στάθηκε το επιστημονικό άρθρο “Baby
pangolins on my plate: possible lessons to learn from the COVID-19 pandemic”, δημοσιευμένο στο περιοδικό
Journal of Ethnobiology and Ethnomedicine το 2020 από την ομάδα του Gabriele Volpato και των
συνεργατών του. Το άρθρο πραγματεύεται το πώς η εντατική εμπορευματοποίηση κάποιων ειδών που
αποτελούν παραδοσιακά πιάτα σε διάφορες κοινωνίες ανά τον κόσμο μπορεί να σχετίζεται με την εμφάνιση
μολυσματικών ασθενειών [1].
Η μελέτη που γίνεται εκεί αποτελεί σημαντικό παράδειγμα για το πώς η επιστήμη της Εθνοβιολογίας -η
οποία αναλύει τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις διαφορετικών πολιτιστικών ομάδων με την χλωρίδα, την
πανίδα και το φυσικό περιβάλλον- μπορεί να βοηθήσει μαζί με τις επιστήμες της Επιδημιολογίας, της
Ανοσολογίας και της Οικολογίας, στη διερεύνηση των σύνθετων παραγόντων που οδηγούν σε νέες
μολυσματικές ασθένειες και στην σχέση τους με την διαχείριση και διατήρηση της βιοποικιλότητας [2]. Στις
εργασίες, λοιπόν, εμβαθύνουμε στους λόγους για τους οποίους η κατανάλωση διάφορων «εξωτικών» πιάτων
έχει επηρεάσει την κατάσταση διατήρησης των ειδών πανίδας που χρησιμοποιούνται σε αυτά. Δίνουμε
έμφαση στους τρόπους με τους οποίους η σύγχρονη εντατικοποιημένη εκμετάλλευση των ζώων αυτών
σχετίζεται με την ανάδυση ασθενειών, με απειλές εξαφάνισης ειδών και δημιουργεί νέες προκλήσεις στις
τοπικές κοινωνίες για την διαχείρισή τους [1,3,4]
Η αξιοποίηση μίας πληθώρας ζωικών ειδών στην διατροφή διάφορων κοινωνιών ανά τον κόσμο θεωρείται
απαραίτητη για την καταπολέμηση της πείνας και του υποσιτισμού, που συνεχίζουν να μαστίζουν πολλές
περιοχές του κόσμου, παρά τους διεθνείς στόχους για καταπολέμησή τους[5]. Ειδικά τα άγρια ζώα έχουν
αποτελέσει ιστορικά για πάρα πολλούς λαούς μοναδική και αναντικατάστατη πηγή πρωτεϊνών και είναι άμεσα
συνδεδεμένα με τις τοπικές διατροφικές πρακτικές, τις παραδόσεις και τις τελετουργίες τους. Παρότι πολλές
εθιμοτυπικές διαδικασίες είναι ξένες σε εμάς, οφείλουμε να τις αντιμετωπίζουμε με σεβασμό και χωρίς
δεισιδαιμονίες, ως κομμάτι της πολιτισμικής ταυτότητας του εκάστοτε λαού [1,6,7].
Στα παραδείγματα που μελετήσαμε φαίνεται ότι οι νοσηρότητες, επιδημιολογικές ή οικολογικές, που
προκύπτουν για ανθρώπους και ζώα δεν σχετίζονται μόνο με την ταυτότητα των ειδών που χρησιμοποιούνται.
Οι περισσότεροι παραδοσιακοί τρόποι διαχείρισης των ειδών, που δεν δημιουργούν πολλά προβλήματα,
τείνουν να εκλείψουν [1]. Ο τρόπος κατανάλωσης πολλών ζωικών προϊόντων από άγρια είδη έχει αλλάξει και
από εκεί που αποτελούσαν τροφή ντόπιων, συχνά φτωχών κοινοτήτων, γίνονται πιάτα πολυτελείας και
πωλούνται ακριβά σε απομακρυσμένες αγορές[8]. Παράλληλα, οι νέοι τρόποι «διαχείρισης» υποτάσσονται
στην πλέον αυξημένη ζήτηση και συχνά εξαντλούν τους πληθυσμούς των άγριων ειδών. Αυτή η
εντατικοποιημένη επαφή με την άγρια ζωή έχει ως συνέπεια την ανάδυση ολοένα και περισσότερων
μολυσματικών ασθενειών που οδήγησαν σε επιδημίες με αποκορύφωμα την πανδημία του SARS-CoV-2[9].
Τέλος, το διεθνές εμπόριο και οι σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες αυξάνουν τον κίνδυνο διάδοσης
τέτοιων ασθενειών [10].
Κρίνεται, λοιπόν, αναγκαίο να διερευνηθούν διεξοδικότερα οι επαφές ανθρώπου και άγριας ζωής που
συνυφαίνουν τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του εκάστοτε λαού. Ελπίζουμε η συγγραφική αυτή προσπάθεια
να συνδράμει στην βαθύτερη κατανόηση αυτών των επαφών, που η σημερινή τους εντατικοποίηση φαίνεται
να έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην βιοποικιλότητα όσο και στον ίδιο τον άνθρωπο.
4
Βιβλιογραφία
[1] Volpato G, Fontefrancesco MF, Gruppuso P, Zocchi DM, Pieroni A. Baby pangolins on my plate: Possible
lessons to learn from the COVID-19 pandemic. Journal of Ethnobiology and Ethnomedicine. Journal of
Ethnobiology and Ethnomedicine; 2020;16:112
[2] Vandebroek I, Pieroni A, Stepp JR, Hanazaki N, Ladio A, Alves RRN, et al. Reshaping the future of
ethnobiology research after the COVID-19 pandemic. Nature Plants [Internet]. Springer US; 2020;6:72330.
doi.10.1038/s41477-020-0691-6
[3] Chomel BB, Belotto A, Meslin FX. Wildlife, exotic pets, and emerging zoonoses. Emerging Infectious
Diseases. 2007;13:611
[4] Tomley FM, Shirley MW. Livestock infectious diseases and zoonoses. Philosophical Transactions of the
Royal Society B: Biological Sciences. 2009;364:263742
[5] FAO. Food Security and Nutrition in the World. IEEE Journal of Selected Topics in Applied Earth
Observations and Remote Sensing. 2020
[6] Illgner P, Nel E. The geography of edible insects in Sub-Saharan Africa: A study of the mopane caterpillar.
Geographical Journal. 2000;166:33651
[7] Dounias E, Ichikawa M. Seasonal Bushmeat Hunger in the Congo Basin. EcoHealth. Springer US;
2017;14:57590
[8] Greger M. The human/animal interface: Emergence and resurgence of zoonotic infectious diseases. Critical
Reviews in Microbiology. 2007;33:24399
[9] Jones KE, Patel NG, Levy MA, Storeygard A, Balk D, Gittleman JL, et al. Global trends in emerging
infectious diseases. Nature. 2008;451:9903
[10] Clements BW, Casani JAP. Emerging and Reemerging Infectious Disease Threats. Disasters and Public
Health. 2016;24565
5
Θαλασσοψιττακοί που τρώγονται
Καλούτσα Αικατερίνη
Ο Θαλασσοψιττακός του Ατλαντικού (Fratercula arctica) είναι ένα θαλάσσιο πελαγικό είδος που
φωλιάζει σε αποικίες και απαντά στην περιοχή του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού[1]. Παρόλη τη στενή
σχέση του με τις πολιτιστικές παραδόσεις των λαών του Βορρά και την εμβληματική αξία που του
αποδίδουν, έχει κυνηγηθεί πολύ για το κρέας, τα αυγά και το φτέρωμά του.
Ο Θαλασσοψιττακός του Ατλαντικού (Fratercula arctica) (Εικ.1) είναι
ένα θαλασσοπούλι της οικογένειας των Αλκιδών[1-4] που περιλαμβάνει 3
υποείδη[5-7] τα: F. a. arctica, F. a. naumanni, F. a. grabae. Η λατινική
ονομασία, Fratercula arctica, μεταφράζεται σε «μικρός αδερφός του βορρά»,
και παραπέμπει στο χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο παρουσιαστικό του πτηνού,
που θυμίζει αμφίεση μοναχού [8]. Η ονομασία όμως με την οποία είναι ευρέως
γνωστά ακούει στο όνομα «puffin», ενώ εξαιτίας του χαρακτηριστικού
πολύχρωμου ράμφους τους συχνά αναφέρονται και ως Θαλασσοψιττακοί ή
κλόουν της θάλασσας [8,9].
Ο Θαλασσοψιττακός του Ατλαντικού μπορεί να βρεθεί σε ολόκληρο τον
Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό, από τη βορειοδυτική Γροιλανδία μέχρι τις ακτές
της Νέας Γης (Καναδάς) και του Κόλπου του Μέιν (ΗΠΑ) στα δυτικά, και
από τη βορειοδυτική Ρωσία μέχρι τα Κανάρια Νησιά στην Ισπανία (το
χειμώνα), στα ανατολικά[5,10] (Εικ.2). Αναπαράγονται σε μεγάλες αποικίες σε νησιά σε ολόκληρο τον Βόρειο
Ατλαντικό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ μετά την αναπαραγωγική περίοδο, μετακινούνται προς τον
ωκεανό όπου περνούν όλο τον χειμώνα [1,4,6].
Εικόνα 2: Γεωγραφική κατανομή του Θαλασσοψιττακού του Ατλαντικού. Με πράσινο χρώμα σημειώνονται οι περιοχές αναπαραγωγής,
ενώ με μπλέ χρώμα οι περιοχές όπου περνά τον χειμώνα για εύρεση τροφής.
Οι περισσότεροι θαλασσοψιττακοί παγκοσμίως αναπαράγονται στην Ισλανδία [6]. Ο πληθυσμός στην
Ισλανδία και τη Νορβηγία
1
, που μαζί αντιπροσωπεύουν το 80% του ευρωπαϊκού πληθυσμού, μειώθηκε
σημαντικά από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 [10]. Σήμερα ο ευρωπαϊκός πληθυσμός εκτιμάται πως
αντιστοιχεί σε 9.550.000-11.600.000 ώριμα άτομα, ενώ παγκοσμίως σε 12-14 εκατομμύρια άτομα. Το
μέγεθος του πληθυσμού στην Ευρώπη προβλέπεται ότι θα μειωθεί κατά 50-79% κατά την περίοδο 2000-2065,
1
Η μεγαλύτερη νορβηγική αποικία, Røst, παρουσίασε απότομες μειώσεις από σχεδόν 1,5 εκατομμύριο ζευγάρια αναπαραγωγής το
1979[11] σε μόλις 400.000 το 2002,[12] και 289.000 ζευγάρια το 2015 και για 9 χρόνια δεν είχε παραγάγει σχεδόν κανέναν νεοσσό
[13].
Εικόνα 1: Θαλασσοψιττακός του
Ατλαντικού (Fratercula arctica).
6
δηλαδή σε διάστημα τριών γενεών [14]. Αν και είναι το πολυπληθέστερο πτηνό του βορρά, οι συνεχείς μειώσεις
του πληθυσμού του παγκοσμίως είχαν σαν αποτέλεσμα το 2015 η IUCN να συμπεριλάβει τον
θαλασσοψιττακό του Ατλαντικού στην κατηγορία «Τρωτά είδη»[10],ενώ σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό
πληθυσμό του το συγκαταλέγει στην κατηγορία «Κινδυνεύοντα είδη» [15]. Tο 2018, το BirdLife International
το ονόμασε «Απειλούμενο είδος».
Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που έχουν οδηγήσει σε αυτές τις δραματικές μειώσεις του πληθυσμού των
θαλασσοψιττακών και οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, είναι ανθρωπογενούς προέλευσης. Αρχικά, παρόλο που
ζουν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, ο πληθυσμός αναπαραγωγής τους περιορίζεται σε μικρό
γεωγραφικό εύρος, και έχουν επίσης χαμηλό ποσοστό αναπαραγωγής, παράγοντας μόνο ένα αυγό το
χρόνο[7,16], γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτα σε
δυσμενείς αλλαγές του περιβάλλοντος, και σημαίνει ότι μπορεί
να χρειαστεί πολύς χρόνος για να ανακάμψουν. Η πιο
σημαντική απειλή είναι οι επιπτώσεις
2
της ανθρώπινης
υπεραλίευσης [7,17]. Επίσης μια άλλη αρνητική επίπτωση της
αλιείας στους πληθυσμούς των θαλασσοψιττακών είναι η
θνησιμότητα των ενηλίκων που πιάνονται στα δίχτυα του
ψαρέματος [6,18]. Επιπλέον το είδος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο
στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, όπως η αυξημένη
θερμοκρασία της επιφάνειας της θάλασσας, αλλά και της
ρύπανσής της
3
, καθώς και στις συναφείς μεταβολές της
κατανομής και της αφθονίας των θηραμάτων [17].
Ιστορικά, το κυνήγι των θαλασσοψιττακών του Ατλαντικού,
(Εικ.3), κυρίως για ανθρώπινη κατανάλωση, ήταν
χαρακτηριστικό γνώρισμα του σκανδιναβικού παράκτιου
πολιτισμού. Τα θαλασσοπούλια αναφέρονται στα Νορβηγικά
σάγκα ήδη από τον 9o αιώνα. Τα δικαιώματα κυνηγιού, καθώς
και οι κανονισμοί που περιορίζουν το κυνήγι κοντά σε αποικίες
όπου συλλέγονται αυγά, περιγράφονται σε ισλανδικό βιβλίο του
13ου αιώνα. Οι εξερευνητές της Εποχής των Βίκινγκς
ακολούθησαν τους θαλασσοψιττακούς σε νέες ακτές, ενώ το
κυνήγι και η συλλογή αυγών τους σήμαινε τη διαφορά μεταξύ
ζωής και πείνας στις δύσκολες ακτές της Ισλανδίας, της
ανατολικής Γροιλανδίας και των Νήσων Φερόε [19]. Kατά την
αρχαία σκανδιναβική παράδοση που ονομάζουν “lundaveiðar”
και σήμαινε «το καλοκαιρινό κυνήγι θαλασσοψιττακών», μέχρι
σήμερα ομάδα πατέρων, γιων, γειτόνων και φίλων, μαζεύονται
για να πιάσουν τα πτηνά με ένα τριγωνικό δίχτυ. Η ομάδα έχει
μια αποστολή: να φέρει πουλιά για τους ανθρώπους στο σπίτι.
Για μερικούς, είναι μια μικρή πηγή εισοδήματος, ενώ για άλλους η πρώτη ύλη μιας αγαπημένης κουζίνας,[19
4
ωστόσο η ανεξέλεγκτη δραστηριότητα του μπορεί να οδηγήσει σε τοπικές μειώσεις του πληθυσμού [20].
Συνταγές με θαλασσοψιττακούς (Εικ.4) πρωταγωνιστούν σε οικογενειακές συγκεντρώσεις και γιορτές των
βορείων λαών, όπου το τρώνε κυρίως καπνιστό, ενώ οι μεγαλύτερες γενιές τρώνε ωμή την καρδιά του.
Σήμερα το κυνήγι θαλασσοψιττακών μπορεί να αποτελεί και μέσο απόκτησης τροπαίου. Οι κυνηγοί
εγγράφονται σε ειδικές εκδρομές για να κυνηγήσουν τα πτηνά, σκοτώνοντας έως και 100 πουλιά κάθε φορά
[21]. Σε ένα φεστιβάλ 141 χρόνων, στα νησιά Westman, της Ισλανδίας, το κύριο πιάτο της γιορτής είναι
καπνιστός θαλασσοψιττακός. Επίσης, οι θαλασσοψιτακοί του Ατλαντικού βρίσκονται παντού γύρω από το
κέντρο του Westman σαν τοτέμ, σε τοιχογραφίες, σε πινακίδες, ενώ έχουν ακόμη και το δικό τους διάσημο
πτηνό το Toti, ένα χαρισματικό πουλί που έχει διασωθεί και προσελκύει επισκέπτες στο μουσείο φυσικής
2
Για παράδειγμα, η υπερβολική αλιεία προκάλεσε καταστροφή για την αποικία στο νησί Røst της Νορβηγίας
3
Οι αποικίες Θαλασσοψιττακών στο Sept-Îles, στις ακτές της Βρετάνης της Γαλλίας, μειώθηκαν από 2.500 σε 400 ζευγάρια μετά
τη διαρροή πετρελαίου Torrey Canyon το Μάρτιο του 1967˙ η διαρροή πετρελαίου από το Amoco Cadiz το Μάρτιο του 1978
θανάτωσε 4.572 πουλιά, από τα οποία 1.391 ήταν puffins.[6]
4
10.000 άτομα καταγράφηκαν να λαμβάνονται ετησίως στην αποικία Nólsoy, στα νησιά Φερόε, και 150.000 στην Ισλανδία.
Καλούτσα Αικατερίνη 01/02/2021
Εικόνα 3: Σκοτωμένοι Θαλασσοψιττακοί μετά
από κυνήγι.
Εικόνα 4: Ισλανδικό πιάτο με πρώτη ύλη
Θαλασσοψιττακό του Ατλαντικού.
7
ιστορίας του νησιού [22]. Είναι παράδοση στα τέλη του καλοκαιριού τα παιδιά να περιπλανιούνται στους
δρόμους, μαζεύοντας νεογέννητους θαλασσοψιττακούς που κατευθύνονται προς τα φώτα της πόλης. Κάποιοι
υπεύθυνοι μετρούν και ζυγίζουν αυτούς τους νεοσσούς προτού τους απελευθερώσουν στη θάλασσα. Πριν
από είκοσι χρόνια, τα παιδιά θα έφερναν 1.200 έως 2.000 πτηνά το χρόνο. Τα τελευταία χρόνια, συχνά ο
αριθμός πέφτει κάτω από 100 [22]. Οι θαλασσοψιττακοί του Ατλαντικού αποτελούν στοιχείο πολλών
πολιτισμών. Ο θαλασσοψιττακός του Ατλαντικού είναι το επίσημο σύμβολο στις επαρχίες της Νέας Γης και
του Λαμπραντόρ, του Καναδά [6,23]. Πολλές χώρες την έχουν απεικονίσει κατά καιρούς στα γραμματόσημά
τους, όπως ο Καναδάς, , η Γαλλία, η Ρωσία κ.ά
5
[24]. Επίσης, η LPO (Ligue pour la Protection des Oiseaux),
μια Γαλλική Εταιρεία για την Προστασία των πουλιών, χρησιμοποιεί ένα ζευγάρι Θαλασσοψιττακών του
Ατλαντικού ως έμβλημά της,[25] γεγονός που δείχνει την σημασία και την αξία αυτού του είδους.
Σήμερα ο θαλασσοψιττακός του Ατλαντικού περιλαμβάνεται στην African Eurasian Waterbird Agreement.
Συγκαταλέγεται επίσης, στο σχέδιο δράσης για τα θαλασσοπούλια στις Δυτικές-Σκανδιναβικές περιοχές
(TemaNord 2010). Υπάρχουν 76 σημαντικές θαλάσσιες περιοχές πουλιών (Important Bird Areas) που
εντοπίζονται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή περιοχή, ενώ υπάρχουν και 40 Περιοχές Ειδικής Προστασίας
(Special Protection Areas) που προστατεύουν αυτό το είδος εντός των ορίων τους [14]. Το κυνήγι τους,
επιτρέπεται στις Νήσους Φερόε και την Ισλανδία ενώ στις υπόλοιπες χώρες είναι απαγορευμένο.
Συμπερασματικά, ενώ οι περισσότεροι από εμάς πιθανά να μην δούμε ποτέ θαλασσοψιτακούς στο φυσικό
τους περιβάλλον, οι καθημερινές μας ενέργειες και επιλογές θα μπορούσαν άθελά μας να συμβάλουν στην
ραγδαία μείωση των πληθυσμών τους.
5
Άλλες όπως: τα νησιά Φερόε, το Γιβραλτάρ, η Πορτογαλία, η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Νήσος του Μαν, η Νορβηγία, η Σλοβενία,
το Σαιν Πιερ και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Καλούτσα Αικατερίνη 01/02/2021
8
Βιβλιογραφία
[1] Bertel Brunn, Haken Delin and Lars Svensson,. Hamlyn Guide - Birds of Britain and Europe. London:
The Hamlyn Publishing Group pp. 162-164.1992
[2] COL | Fratercula arctica (Linnaeus, 1758). www.catalogueoflife.org/data/taxon/6JMR3. Τελευταία
επίσκεψη: 23 Ιανουάριου 2021
[3] Atlantic Puffin - Encyclopedia of Life. eol.org/pages/45509370 Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[4] Peter Holden. Collins Wild Guide Birds. Harper Collins Publishers pp.144.1996
[5] Atlantic Puffin Habitat, Facts, Diet, Scientic name, Predators, Reproducton | Animals Planet.
https://animalsplanet.net/atlantic-puffin.html. Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[6] Lowther, P. E. et al. Atlantic Puffin (Fratercula arctica). The Birds of North America Online. 2020; doi:
10.2173/bna.atlpuf.02
[7] Anker-Nilssen, T, Ivetta P. Tatarnikova. Atlantic puffin Fratercula arctica. 2000
[8] Puffin FAQs | Audubon Project Puffin. projectpuffin.audubon.org/birds/puffin-faqs Τελευταία επίσκεψη:
23 Ιανουαρίου 2021
[9] Atlantic Puffin | National Geographic. www.nationalgeographic.com/ animals/birds/a/atlantic-puffin.
Τελευταία επίσκεψη: 18 Ιανουαρίου 2021
[10] Fratercula arctica (Atlantic Puffin). www.iucnredlist.org/species/22694927/132581443# text-fields.
Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[11] Anker-Nilssen, T. and Rostad, O. W. Census and monitoring of puffins Fratercula arctica on Rost, N
Norway, 1979-1988. Ornis Scandinavica. 1993;24:1, p. 19. doi: 10.2307/3676402.
[12] Anker-Nilssen, T, Aarvak T. Bangjord G. Mass mortality of Atlantic Puffins Fratercula arctica off Central
Norway, spring 2002: causes and consequences. Atlantic seabirds. 2003;5:2
[13] Anker-Nilssen, T. Key-site monitoring in Norway 2015, including Svalbard and Jan Mayen. SEAPOP.
2016
[14] Atlantic Puffin (Fratercula arctica) - BirdLife species factsheet. datazone.birdlife.org/species/factsheet/atlantic-puffin-
fratercula-arctica/text. Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[15] Fratercula arctica (Atlantic Puffin). www.iucnredlist.org/species/22694927/60110592 #text-fields.
Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[16] Anker-Nilssen, T., Harris M. P., Kleven O. and Langset M.Status, origin, and population level impacts
of Atlantic Puffins killed in a mass mortality event in southwest Norway early 2016. SEABIRD.2017;30 p.1-
14
[17] Durant, J. M., Anker-Nilssen, T. and Stenseth, N. C. Trophic interactions under climate fluctuations: The
Atlantic puffin as an example. Proceedings of the Royal Society B: Biological Sciences. 2003;270:1523. p.
14611466
[18] Atlantic Puffin (Fratercula arctica). Maine Department of Inland Fisheries and Wildlife.2003
[19] Disappearing Puffins Bring an Icelandic Hunting Tradition Under Scrutiny | Science | Smithsonian
Magazine. www.smithsonianmag.com/science-nature/uncertain-future-puffin-dinner-180961829/ Τελευταία
επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[20] Stempniewicz L, Jensen JK. Puffin harvesting and survival at Nólsoy, The Faeroes. Ornis
Svecica.2007;17 p.95-99
[21] Trophy hunters paying to shoot 100 puffins at a time during trips to Iceland | The Independent | The
Independent. www.independent.co.uk/news/uk/home-news/puffin-hunting-trophy-iceland-endangered-defra-
environment-a9024946.html. Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[22] The Burning Man of Birding: Inside Iceland’s Puffin Festival | Audubon.
www.audubon.org/magazine/november-december-2015/the-burning-man-birding-inside. Τελευταία
επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[23] Newfoundland and Labrador - Canada.ca. www.canada.ca/en/canadian-heritage/services/provincial-
territorial-symbols-canada/newfoundland-and-labrador.html#a72 Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
[24] Atlantic Puffin stamps. www.bird-stamps.org/cspecies/7002100.htm Τελευταία επίσκεψη: 23
Ιανουαρίου 2021
[25] LPO (Ligue pour la Protection des Oiseaux). www.lpo.fr/ Τελευταία επίσκεψη: 23 Ιανουαρίου 2021
Καλούτσα Αικατερίνη 01/02/2021
9
Πηγές εικόνων
Εικόνα 1: ©Birds of the World
Εικόνα 2: ©BirdLife species factsheet
Εικόνα 3: ©The New York Times
Εικόνα 4: ©Guide to Iceland
Καλούτσα Αικατερίνη 01/02/2021
10
Λεμούριος στα κάρβουνα: μια γεύση από Μαδαγασκάρη
Σαπουντζή Βασιλική
Η Μαδαγασκάρη φημίζεται για την πλούσια βιοποικιλότητά της και ιδιαίτερα για τα ενδημικά
θηλαστικά της, τους λεμούριους. Η απώλεια των ενδιαιτημάτων τους, λόγω αλλαγών στις χρήσεις γης
και η θήρευσή τους από τους ντόπιους -κυρίως για επισιτιστικούς σκοπούς- έχουν καταστήσει το 96%
του συνόλου των ειδών λεμούριων απειλούμενο με εξαφάνιση [1].
Διαβάζοντας τον εισαγωγικό τίτλο, εύλογα ενδέχεται να δημιουργηθούν ερωτήματα στους αναγνώστες και
τις αναγνώστριες σχετικά με τους λόγους, τις συνθήκες και τη συχνότητα θήρευσης και κατανάλωσης
λεμούριων στη Μαδαγασκάρη. Θα ακολουθήσει μια απόπειρα αποσαφήνισης των ερωτημάτων αυτών, αφού
πρώτα παρατεθούν ορισμένα στοιχεία για τη θέση των λεμούριων στα οικοσυστήματα που διαβιούν, το
καθεστώς διατήρησής τους, όπως επίσης και στοιχεία για την συνύπαρξή τους με τους κατοίκους της
Μαδαγασκάρης.
Η Μαδαγασκάρη είναι νησιωτικό κράτος του Ινδικού Ωκεανού που φημίζεται για τη βιολογική της
ποικιλότητα, αλλά και για το υψηλό ποσοστό ενδημισμού που παρατηρείται στα υπάρχοντα ζωικά και φυτικά
είδη [1]. Όλα τα παρατηρούμενα είδη λεμούριων είναι ενδημικά της Μαδαγασκάρης, ενώ δύο είδη, τα Lemur
mongoz και Lemur fulvus, ενδημούν και στις γειτονικές νήσους Κομόρες [2] (Εικ.1). Παράλληλα, κάποια είδη
μπορεί να εντοπίζονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένες γεωγραφικές θέσεις (μικροενδημισμός) [1,3,4].
Εικόνα 1: Η γεωγραφική κατανομή όλων των ειδών λεμούριων. Το σύνολο των ειδών λεμούριων ενδημεί στη Μαδαγασκάρη και στις
γειτονικές Νήσους Κομόρες.
11
Πρόκειται, λοιπόν, περί θηλαστικών, που ταξινομικά ανήκουν στην τάξη των πρωτευόντων και
ακολούθως κατατάσσονται στην υποτάξη των στρεψίρρινων. Διακρίνονται πέντε οικογένειες λεμούριων
(χειρογαλοειδή, δωδεντονιίδες, ιντριίδες, λεμουριίδες, λεπιλεμουρίδες) και απαντώνται δεκαπέντε γένη [5]
(Εικ.2). Νέα είδη καταγράφονται συστηματικά εδώ και τρεις δεκαετίες, ενώ μέχρι σήμερα αριθμούνται περί
τα 107 είδη, με τη νεότερη καταγραφή να έχει λάβει χώρα τον Απρίλιο του 2020 για το είδος Microcebus
jonahi, έναν λεμούριο-ποντικό (από τα μικρότερα σε μέγεθος θηλαστικά στον κόσμο), της οικογένειας των
χειρογαλοειδών (Εικ.3). Επιπλέον, σημειώνονται εκ νέου καταγραφές ειδών που μέχρι πρότινος θεωρούνταν
εξαφανισμένα [1,3,5].
Εικόνα 2: Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα για καθένα από τα 15 γένη λεμούριων. A: Microcebus, B: Mirza, C: Alloceus, D: Cheirogaleus,
E: Phaner, F: Lepilemur, G: Hapalemur, H: Prolemur, I: Lemur, J. Eulemur, K: Varecia, L: Avahi, M: Propithecus, N: Indri, O: Daubentonia.
Εικόνα 3: Ο λεμούριος – ποντικός Microcebus jonahi.
Σαπουντζή Βασιλική 01/02/2021
12
Η παρουσία και οι διατροφικές συνήθειες των λεμούριων συμβάλλουν στην διατήρηση της οικολογικής
ισορροπίας των περιοχών στις οποίες δραστηριοποιούνται, καθώς λειτουργούν ως επικονιαστές. Τα
ενδιαιτήματα που προτιμούν είναι δασικές εκτάσεις, καθώς από εκεί αντλούν τους απαραίτητους πόρους για
την επιβίωσή τους. Καθώς στη Μαδαγασκάρη παρατηρούνται διάφοροι τύποι κλίματος και συνεπώς
διαφορετικοί τύποι βλάστησης, η διατροφή τους είναι προσαρμοσμένη στις εκάστοτε κλιματολογικές
συνθήκες και στις απαιτήσεις κάθε είδους (Πίν.1 και Εικ.4). Οι μορφολογικές διαφορές και η ποικιλότητα,
που εμφανίζουν τα διάφορα είδη στον χρωματισμό του τριχώματός τους, προκύπτουν από την εξελικτική τους
πορεία και τη διαβίωσή τους στους διαφορετικούς αυτούς τύπους κλίματος [1,4,5].
Πίνακας 1: Διατροφικές προτιμήσεις ορισμένων ειδών λεμούριων.
Είδος
Διατροφικές Προτιμήσεις
Lemur catta
Φρούτα, άνθη, φύλλα
Daubentonia madagascariensis
Έντομα, διάφοροι καρποί (κυρίως καρύδες)
Indri indri
Φύλλα, σπόροι καρποί, άνθη
Εικόνα 4: Οι διάφοροι τύποι κλίματος στη Μαδαγασκάρη.
Ως γενικές πληροφορίες αξίζουν να αναφερθούν η ύπαρξη νυκτόβιων και ημερόβιων ειδών, η συνύπαρξη
αρκετών ατόμων του είδους με δημιουργία αγελών και το γεγονός ότι στις αγέλες επικρατεί μητριαρχική
οργάνωση [1,5,6].
Ο όρος «λεμούριος» -και αντίστοιχα στα αγγλικά lemur- ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό
lemures” (στον πληθυντικό αριθμό), που σημαίνει «φαντάσματα» ή «κακά προγονικά πνεύματα» [5,7]. Στη
μαλαγασική γλώσσα εντοπίζεται ονοματολογία για τα περισσότερα είδη λεμούριων, η οποία σχετίζεται με τις
ιδιότητες που αποδίδουν οι ντόπιοι στο εκάστοτε είδος και με τις δοξασίες με τις οποίες συσχετίζουν το
παρουσιαστικό του [8,9]. Μερικά τέτοια παραδείγματα παρατίθενται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2: Ενδεικτικές ονομασίες ορισμένων ειδών στη μαλαγασική γλώσσα και σημασιολογική επεξήγηση του ονόματος.
Είδος
Ονομασία στα μαλαγασικά
Εννοιολογική προσέγγιση
Indri indri
babakoto
«Μικρός Πατέρας»
ή « Πρόγονος του Ανθρώπου»
Avahi laniger
vahina
«Πρόγονος σε μορφή ζώου»
Propithecus edwarsi
simpona
«Πρόγονος σε μορφή ζώου»
Σαπουντζή Βασιλική 01/02/2021
13
Οι Μαλαγάσιοι αντιμετωπίζουν ορισμένους λεμούριους είτε ως «ιερές» οντότητες, είτε δαιμονοποιούν
συγκεκριμένα είδη, κυρίως λόγω των εξωτερικών χαρακτηριστικών τους. Συγκεκριμένα, υπακούοντας σε
συγκεκριμένες παραδόσεις όπως το fady”, που μπορεί να μεταφραστεί ως «ταμπού» - απαγόρευση
κατανάλωσης συγκεκριμένων ειδών, οι κάτοικοι αποφεύγουν να θηρεύουν και να καταναλώνουν λεμούριους
όπως οι Propithecus edwarsi και Avahi laniger, καθώς, λόγω της ανθρωπόμορφης κορμοστασιάς τους,
θεωρείται πως ενσαρκώνουν προγόνους των κατοίκων της περιοχής. Η πρακτική αυτή έχει συμβάλει στις
επιτυχείς προσπάθειες διατήρησης των παραπάνω ειδών. Από την άλλη πλευρά, ένα παράδειγμα
δαιμονοποίησης λόγω αποκρουστικού παρουσιαστικού είναι η περίπτωση του Άι-άι (κοινώς Aye-aye ή
Daubentonia madagascariensis) που θεωρείται οιωνός θανάτου, αρρώστιας και κακοτυχίας, οπότε, σε
περίπτωση συνάντησης με τον άνθρωπο, επιβάλλεται η άμεση θανάτωσή του για την αποφυγή του «κακού»
[8]. Στις μέρες μας, οι λεμούριοι έχουν γίνει ευρέως γνωστοί κυρίως μέσω της ποπ-κουλτούρας και της
αναπαράστασής τους σε ταινίες κινουμένων σχεδίων, όπως η σειρά ταινιών «Μαδαγασκάρη» από την
DreamWorks Animation [10], η σειρά του Netflix: “All Hail King Julien” (σχετικά με τον «Βασιλιά
Τζούλιαν», πρωταγωνιστή των ταινιών «Μαδαγασκάρη», ο οποίος αποτελεί λεμούριο του είδους Lemur
catta) [11], αλλά και μέσω του ντοκιμαντέρ της Warner Bros Island of Lemurs: Madagascarπου αναφέρεται
στους λεμούριους [12].
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της IUCN των ετών 2013-2016 και τα πιο πρόσφατα δεδομένα για το
καθεστώς διατήρησης και προστασίας των πληθυσμών λεμούριων, 33 από τα 107 είδη είναι κρισίμως
κινδυνεύοντα (Critically Endangered), ενώ τα 103 εκ του συνόλου των ειδών κρίνονται απειλούμενα με
εξαφάνιση (Endangered) [1,13]. Οι κύριες απειλές που αντιμετωπίζουν οι λεμούριοι συνίστανται στην απώλεια
των ενδιαιτημάτων τους εξαιτίας της συνεχούς αποψίλωσης των δασών για δημιουργία αγροτικής γης (Εικ.5),
αλλά και στην εμμένουσα θήρευσή τους από τους ντόπιους, παρά την υπάρχουσα αυστηρή νομοθεσία για την
προστασία τους [1,3,5,14-17].
Δεδομένης της οικονομικής, υγειονομικής και επισιτιστικής κρίσης που βιώνει η Μαδαγασκάρη, η
εκμετάλλευση της σπάνιας βιοποικιλότητάς της φέρεται ως έσχατη λύση για τον βιοπορισμό των ανθρώπων
της υπαίθρου. Με πληθυσμό περί τα 26,6 εκατομμύρια ανθρώπους, η Μαδαγασκάρη κατέχει την έβδομη θέση
στη λίστα των χωρών με το μικρότερο κατά κεφαλήν εισόδημα. Το 92% του πληθυσμού ζει με λιγότερα από
δύο δολάρια την ημέρα και εκτιμάται ότι ένα στα δύο παιδιά υποσιτίζονται [18-20]. Έτσι, η παράνομη θήρευση
πολλών ειδών συνιστά μια προσπάθεια κάλυψης βασικών επισιτιστικών αναγκών των ίδιων των κυνηγών και
των οικογενειών τους. Η δραστηριότητα αυτή, λοιπόν, δεν εντάσσεται σε κάποιο πλαίσιο εθιμοτυπικής
πρακτικής των μαλαγασικών φυλών [1,14,17,21].
Εικόνα 5: Ενδεικτικό παράδειγμα αποψιλωμένης δασικής έκτασης στη Μαδαγασκάρη.
Σαπουντζή Βασιλική 01/02/2021
14
Δημοσίευση του 2019 για την επικρατούσα κατάσταση στο Εθνικό Πάρκο Makira της Μαδαγασκάρης,
κατέδειξε τα Ίντρι (Indri indri) και Άι-άι (Daubentonia madagascariensis) ως τα κατά κόρον θηρεύσιμα είδη
στην περιοχή. H συνήθης περίοδος θήρευσης κυμαινόταν από 15/03 έως 15/06, καθώς την περίοδο αυτή
παρατηρείται αυξημένη παρουσία λεμούριων, λόγω της έντονης καρποφορίας των δέντρων. Η σύλληψη των
θηραμάτων πραγματοποιούνταν κυρίως με αυτοσχέδιες παγίδες-θηλιές (snare-traps) [16]. (Εικ.6)
Σημειώνεται πως στην υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν έχει αναφερθεί μέχρι και σήμερα κάποια ζωονόσος,
προερχόμενη από κατανάλωση κρέατος «άγριων» λεμούριων. Ενδεικτικά, σε έρευνα του 2015 στον
ζωολογικό κήπο του Saint Luis των Η.Π.Α., η οποία αποσκοπούσε στην μελέτη της διαειδικής μετάδοσης
δύο νέων ρετροϊών (συγκεκριμένα δύο picornaviruses) μεταξύ των ειδών λεμούριων που ζούσαν εκεί, αλλά
και στη μελέτη μιας πιθανής μελλοντικής μεταπήδησης στον άνθρωπο, αποδείχτηκε πως η μετάδοση προς το
παρόν παραμένει ενδοειδική [22].
Κλείνοντας, μια από τις λύσεις που προτείνονται για τον μετριασμό του φαινομένου είναι πρωτίστως η
λήψη δημοσιονομικών μέτρων από την πολιτεία της Μαδαγασκάρης με σκοπό την ενίσχυση των οικονομικά
ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων που διαβιούν στην ύπαιθρο. Η επισιτιστική ασφάλεια των ανθρώπων
της υπαίθρου και κυρίως των παιδιών, μπορεί να επιτευχθεί με την παροχή επιδομάτων για τη συντήρηση
οικόσιτων ζώων, ως εναλλακτικών πηγών πρωτεΐνης. Παράλληλα, αναγκαίος κρίνεται ο επανασχεδιασμός
των προγραμμάτων διαχείρισης και διατήρησης της βιοποικιλότητας αλλά και η συντονισμένη συνεργασία
πολιτείας, επιστημόνων, κυνηγών και περιβαλλοντικών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων [1,14,17,21].
Εικόνα 6: Θήρευση και προετοιμασία λεμούριων για ανθρώπινη κατανάλωση. Η σύλληψη των ζώων γίνεται με αυτοσχέδιες παγίδες-θηλιές
(snare-traps), όπως φαίνεται στην εικόνα πάνω αριστερά. Συνήθως συλλαμβάνονται περισσότερα από ένα θηράματα.
Σαπουντζή Βασιλική 01/02/2021
15
Βιβλιογραφία
[1] Lemurs of Madagascar: a strategy for their conservation 2013-2016 [Internet]. IUCN. 2013
www.iucn.org/content/lemurs-madagascar-a-strategy-their-conservation-2013-2016 Τελευταία
επίσκεψη 25/01/2021
[2] Tattersall I. The Lemurs of the Comoro Islands. Oryx. 1977;13(5):445-448
[3] Schüßler D, Blanco M, Salmona J, Poelstra J, Andriambeloson J, Miller A et al. Ecology and morphology
of mouse lemurs (Microcebus spp.) in a hotspot of microendemism in northeastern Madagascar, with the
description of a new species. American Journal of Primatology. 2020;82(9)
[4] Wilme L. Biogeographic Evolution of Madagascar's Microendemic Biota. Science. 2006;312(5776):1063-
1065
[5] lemur | Description, Types, Diet, & Facts [Internet]. Encyclopedia Britannica. 2021.
www.britannica.com/animal/lemur-primate-suborder Τελευταία επίσκεψη 30/01/2021
[6] Petty J, Drea C. Female rule in lemurs is ancestral and hormonally mediated. Scientific Reports. 2015;5(1).
[7] lemur | Origin and meaning of lemur by Online Etymology Dictionary [Internet]. Etymonline.com. 2021.
www.etymonline.com/word/lemur Τελευταία επίσκεψη 30/01/2021
[8] Jones J, Andriamarovololona M, Hockley N. The Importance of Taboos and Social Norms to Conservation
in Madagascar. Conservation Biology. 2008;22(4):976-986
[9] Blench R, Walsh M. Faunal Names in Malagasy: Their Etymologies and Implications for the Prehistory
of the East African Coast. 2009.
[10] Madagascar (2005) - IMDb [Internet]. IMDb. 2021. www.imdb.com/title/tt0351283/ Τελευταία
επίσκεψη 30/01/2021
[11] All Hail King Julien (TV Series 20142017) - IMDb [Internet]. IMDb. 2021.
www.imdb.com/title/tt3807022/ Τελευταία επίσκεψη 30/01/2021
[12] Island of Lemurs: Madagascar (2014) - IMDb [Internet]. IMDb. 2021 [cited 30 January 2021].
www.imdb.com/title/tt3231010
[13] Almost a third of lemurs and North Atlantic Right Whale now Critically Endangered - IUCN Red List
[Internet]. IUCN. 2021. www.iucn.org/news/species/202007/almost-a-third-lemurs-and-north-atlantic-right-
whale-now-critically-endangered-iucn-red-list Τελευταία επίσκεψη 30/01/2021
[14] Borgerson C, McKean M, Sutherland M, Godfrey L. Who hunts lemurs and why they hunt them.
Biological Conservation. 2016;197:124-130
[15] Schüßler D, Radespiel U, Ratsimbazafy J, Mantilla-Contreras J. Lemurs in a dying forest: Factors
influencing lemur diversity and distribution in forest remnants of north-eastern Madagascar. Biological
Conservation. 2018;228:17-26
[16] Brook C, Herrera J, Borgerson C, Fuller E, Andriamahazoarivosoa P, Rasolofoniaina B et al. Population
viability and harvest sustainability for Madagascar lemurs. Conservation Biology. 2018;33(1):99-111
[17] Borgerson C, Razafindrapaoly B, Rajaona D, Rasolofoniaina B, Golden C. Food Insecurity and the
Unsustainable Hunting of Wildlife in a UNESCO World Heritage Site. Frontiers in Sustainable Food Systems.
2019;3
[18] Madagascar | Data [Internet]. Data.worldbank.org. 2021. data.worldbank.org/country/MG Τελευταία
επίσκεψη 30/01/2021
[19] Overview [Internet]. World Bank. 2021. www.worldbank.org/en/country/madagascar/overview#3
Τελευταία επίσκεψη 30/01/2021
[20] GDP by Country - Worldometer [Internet]. Worldometers.info. 2021. www.worldometers.info/gdp/gdp-
by-country/ Τελευταία επίσκεψη 30/01/2021
[21] Golden C, Comaroff J. The human health and conservation relevance of food taboos in northeastern
Madagascar. 2021
[22] Lim E, Deem S, Porton I, Cao S, Wang D. Species-Specific Transmission of Novel Picornaviruses in
Lemurs. Journal of Virology. 2015;89(7):4002-4010
[23] Borgerson C. Optimizing conservation policy: the importance of seasonal variation in hunting and meat
consumption on the Masoala Peninsula of Madagascar. Oryx. 2015;50(3):405-418
Σαπουντζή Βασιλική 01/02/2021
16
Πηγές Εικόνων
Εικόνα 1: Δημιουργήθηκε στον ιστότοπο mapchart.net
Εικόνα 2: © Mongabay
Εικόνα 3: © IUCN
Εικόνα 4: © Scientific Data
Εικόνα 5: © IUCN
Εικόνα 6: © IUCN
Σαπουντζή Βασιλική 01/02/2021
17
Τα… πτερύγια του καρχαρία: το «finning» και οι
καρχαρίες στη Μεσόγειο και την Ελλάδα
Δανέλης Ταξιάρχης
Ο καρχαρίας φαίνεται να κατέχει μία περίοπτη θέση στους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν δίπλα στη
θάλασσα [1], όπως για παράδειγμα στον ελληνικό, στον οποίο και θα γίνει ειδική μνεία. Όσον αφορά
χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, η σούπα από πτερύγια καρχαρία αποτελεί κατεξοχήν παραδοσιακό
πιάτο [2]. Η εκτίναξη, όμως, της ζήτησης σε πτερύγια ώθησε στην υπεραλίευση καρχαριών για αυτά [3]
συμβάλλοντας στην πίεση που ασκείται στα είδη καρχαρία, ενώ το shark finning αποτελεί την βίαιη
πρακτική αφαίρεσης πτερυγίων καρχαρία [4].
Με τον όρο καρχαρίες κοινώς γίνεται αναφορά στα σελαχίμορφα (Selachimorpha), μία υπερτάξη που
ανήκει στους ελασμοβράγχιους (υποομοταξία Elasmobranchii) και τους χονδριχθύες (ομοταξία
Chondrichthyes) [5]. Εμφανίστηκαν στα τέλη της Ορδοβίσιας περιόδου ενώ τα πρώτα απολιθώματα
συναντώνται στην αρχή της Δεβόνιας και αφορούν δόντια καρχαριών αφού ο χόνδρινος σκελετός δεν
απολιθώνεται [6]. Οι αρχαίοι καρχαρίες διαφοροποιούνται ταχέως τα τέλη της Δεβόνιας και της
Λιθανθρακοφόρου περιόδου ενώ μετά την Πέρμια εξαφάνιση διαχωρίζονται κατά την Τριασική και
Ιουρασική περίοδο οι οκτώ σύγχρονες τάξεις καρχαριών [5]. Η οικολογική τους θέση είναι αυτή των
κορυφαίων θηρευτών καθώς διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα διατηρώντας τα είδη κάτω
από αυτούς στην τροφική αλυσίδα απομακρύνοντας τα αδύναμα και ασθενή άτομα και διατηρώντας την
ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστών. Έτσι, διασφαλίζεται η ποικιλία μεταξύ των ειδών εντός του
οικοσυστήματος για αυτό και αποτελούν εν τέλει δείκτη για την υγεία των ωκεανών [7].
Όσον αφορά την κατάσταση τους στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι συναντώνται 39 με 41 είδη καρχαριών [8]
εκ των οποίων 4 χαρακτηρίζονται ως κρισίμως κινδυνεύοντα (CR) με εξαφάνιση σύμφωνα με το Κόκκινο
Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας, 2 κινδυνεύοντα (EN) και 5 τρωτά (VU) [9] (Εικ.1) ενώ
σύμφωνα με την IUCN σε παγκόσμιο επίπεδο, 12 εξ αυτών χαρακτηρίζονται ως κρισίμως κινδυνεύοντα, 7
κινδυνεύοντα και 7 τρωτά [10] (Εικ.2). Από το προεδρικό διάταγμα 67/1981 προστατεύονται δύο είδη
καρχαριών, αυτά του εξαβράγχιου (Hexanchus griseus) και του επταβράγχιου καρχαρία (Heptranchias perlo).
Η τάση των πληθυσμών είναι συνεχώς φθίνουσα με κυριότερες απειλές εκείνης της υπεραλίευσης καθώς και
της παράνομης αλίευσης και διακίνησης προστατευόμενων ειδών εξαιτίας ανεπαρκούς νομοθεσίας ή
ανεπαρκούς εφαρμογής αυτής [11-13] (Εικ.3). Σε παγκόσμιο επίπεδο, μάλιστα, ο αριθμός των καρχαριών
μειώθηκε κατά 71% σε μία 50ετία (1970-2020) [14].
5
25
524
0
5
10
15
20
25
30
NA NE VU EN CR
ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΙΔΩΝ
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ
753
7 7
12
0
5
10
15
DD LC NT VU EN CR
ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΙΔΩΝ
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ
Εικόνα 1: Κατάσταση Καρχαριών σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο
της Ελλάδας. Στην τελευταία έκδοση (2009) περιλαμβάνονται 36
είδη ενώ από συγκριτική βιβλιογραφική μελέτη λήφθηκαν υπόψη
για την εργασία 41 είδη που έχουν καταγραφεί στη χώρα εκ των
οποίων 4 χαρακτηρίζονται ως κρισίμως κινδυνεύοντα (critically
endangered - CR), 2 κινδυνεύοντα (endangered - EN) και 5 τρωτά
(vulnerable - VU) ενώ για 25 δεν υπάρχουν πληροφορίες (not
evaluated - ΝΕ) και 5 δεν συμπεριλαμβάνονται (not available - ΝΑ)
στο Κόκκινο Βιβλίο, οπότε κρίνεται απαραίτητη η αναθεώρησή του.
Εικόνα 2: Κατάσταση Καρχαριών σύμφωνα με την IUCN. Από
συγκριτική βιβλιογραφική μελέτη λήφθηκαν υπόψη για την εργασία
41 είδη που έχουν καταγραφεί στη χώρα εκ των οποίων 12
χαρακτηρίζονται ως κρισίμως κινδυνεύοντα (critically endangered -
CR), 7 κινδυνεύοντα (endangered - EN), 7 τρωτά (vulnerable - VU)
και 3 σχεδόν απειλούμενα (near threatened NT) ενώ 5 δεν
αντιμετωπίζουν ανησυχία (least concern - LC) και 7 δεν είναι
επαρκώς γνωστά (data deficient - DD). Ο ακριβής αριθμός των ειδών
στην Ελλάδα αναμένεται από την Ομάδα Ειδικών για τους Καρχαρίες
(Shark Specialist group) της IUCN.
18
Οι καρχαρίες εμφανίζονται πολλάκις στον ελληνικό πολιτισμό. Ήδη στην αρχαία ελληνική μυθολογία
συναντάται το κήτος που σκοτώνει ο Περσέας για να σώσει την Ανδρομέδα στο γνωστό μύθο το οποίο
παρουσιάζεται άλλοτε ερπετόμορφο και άλλοτε με
κεφάλι σκύλου και σώμα ψαριού ή δελφινιού,
εμπνευσμένο πιθανώς από τους ανθρωποφάγους
καρχαρίες. Ιστορικά συναντάει κανείς αναφορές
καρχαριών ήδη από τον Ηρόδοτο τον 5ο αιώνα π.Χ.,
τον 4ο αιώνα ο Αριστοτέλης θα περιγράψει αυτά τα
ζώα ενώ από διάφορους Αρχαίους Έλληνες και
Ρωμαίους συγγραφείς παραδίδονται διάφορα
ανέκδοτα περιστατικά θανάτων από καρχαρία [15]. Ο
καρχαρίας χαρακτηριστικά συναντάται στη σύγχρονη
ποίηση στον «Πόρφυρα» του Διονυσίου Σολωμού
όπου παρουσιάζεται η αγριότητα αλλά και η
μεγαλοπρέπεια της φύσης αυτού του ζώου[16], καθώς
και σε ποιήματα του Νίκου Καββαδία όπου
παρομοιάζεται το θηρίο με ναύτη που άλλοτε
«κοιμήθηκε ενώ πιλοτάρει» [17] και άλλοτε ένα
υπερφυσικό θηλυκό ον «χορεύει στο φτερό του» [18].
Σημαντική επίδραση στο σύγχρονο δυτικό και κατ’
επέκταση ελληνικό πολιτιμσό, όμως, είχε το βιβλίο του Peter Benchley “Jawsτο 1974 [19] που μεταφέρθηκε
στη μεγάλη οθόνη από τον Steven Spielberg το καλοκαίρι του 1975 το οποίο είναι γνωστό στην Ελλάδα ως
«Τα σαγόνια του καρχαρία» όπου ο καρχαρίας παρουσιάζεται περισσότερο ανθρωποκεντρικά, ως ένα τέρας
που σκοτώνει για διασκέδαση και διψά για εκδίκηση [7,19] (Εικ.4). Αυτό ενίσχυσε τον υπάρχοντα τρόμο για
τους καρχαρίες [20] και οδήγησε μέχρι το μίσος ενάντια στα ψάρια αυτά [21,22]. Οι «κατηγορίες» δεν
συμβαδίζουν με τα δεδομένα, όπου σύγχρονες αναφορές κάνουν λόγο για 14 καταγεγραμμένες επιθέσεις στα
ελληνικά νερά εκ των οποίων 11 θανατηφόρες τα τελευταία 173 χρόνια (1847-2020) [23].
Το shark finning είναι η πρακτική αφαίρεσης πτερυγίων καρχαρία και
αποτελεί μία μη επιλεκτική μέθοδο αλιείας που δεν λαμβάνει υπόψη το είδος,
το μέγεθος και την ηλικία του ζώου [4]. Η εφαρμογή της ξεκίνησε στο
ανεπιθύμητο παρεμπίπτον αλίευμα, όπως ονομάζεται εκείνος ο τύπος
αλιεύματος ο όποιος δεν έχει μεγάλη εμπορική αξία [7,24], ενώ σήμερα λόγω
της αυξημένης ζήτησης για πτερύγια πραγματοποιείται και στοχευμένη
αλίευση [3]. Κύριοι καταναλωτές πτερυγίων καρχαρία είναι χώρες της
νοτιοανατολικής Ασίας μεταξύ των οποίων η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ, η
Ταϊβάν, η Σιγκαπούρη, η Μαλαισία και το Βιετνάμ [25]. Μάλιστα, πάνω από
το 50% του παγκόσμιου εμπορίου πτερυγίων καρχαρία διακινείται μέσω του
Χονγκ Κονγκ όπου μέχρι το 2008 πάνω από το 60% επανεξαγόταν στην Κίνα
Εικόνα 4: Λευκός Καρχαρίας Carcharodon carcharias. Ένας από
τους πιο γνωστούς εκπροσώπους της υπερτάξης των
σελαχίμορφων, που πρωταγωνίστησε στο Jaws, χαρακτηρίζεται
ως EN στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας
και ως CR στην λίστα της IUCN.
Εικόνα 3: Αλιευμένα προστατευόμενα και απειλούμενα
είδη καρχαριών στην Ελλάδα το 2020. Στην αγορά
επιτρέπεται η νόμιμη διακίνηση των ειδών καρχαρία του
γένους Mustelus ως «γαλέος». (α) Καρχαρίας προσκυνητής
ή Σαπουνάς Cetorhinus maximus (GR: VU - IUCN: EN) (β)
και (γ) Εξαβράγχιος Hexanchus griseus (ΠΔ 67/81) (δ)
Ρυγχοκαρχαρίας ή Μακό Isurus oxyrinchus (GR/IUCN: CR).
Εικόνα 5: Παραδοσιακή ασιατική
σούπα από πτερύγιο καρχαρία.
Δανέλης Ταξιάρχης 01/02/2021
19
ενώ σήμερα στην κορυφή των εισαγωγών βρίσκεται το Βιετνάμ [26]. Ο κυριότερος λόγος στον οποίο οφείλεται
η μεγάλη ζήτηση για πτερύγια καρχαρία είναι η παραδοσιακή σούπα από πτερύγιο καρχαρία (Εικ.5) που
αποτελεί εκλεκτό έδεσμα σε κοινωνικές εκδηλώσεις, σύμβολο υψηλής κοινωνικής τάξης, ευημερίας αλλά και
σεβασμού και αναγνώρισης [2,4]. Ο δεύτερος λόγος αφορά την παραδοσιακή ασιατική ιατρική όπου στα
πτερύγια καρχαριών αποδίδονται θεραπευτικές ιδιότητες [27]. Παρόλα αυτά, ο χόνδρινος ιστός είναι εντελώς
άγευστος και μαγειρεύεται με ζωμό κοτόπουλου για να αποκτήσει γεύση ενώ παράλληλα καμία από τις
θεραπευτικές ιδιότητες των πτερυγίων δεν έχουν αποδειχθεί επιστημονικά. Περιγράφοντας την κατάσταση
με νούμερα, μία σούπα με λίγα γραμμάρια πτερυγίων μπορεί να φτάσει και τα 90 ευρώ ενώ σε μενού
πολυτελών εστιατορίων μπορεί να βρει κανείς την μερίδα από 120 έως και 400 ευρώ [4]. Μάλιστα τα πτερύγια
καρχαριών βαθέων υδάτων φτάνουν τα 600 ευρώ ανά κιλό (ακριβότερα και από το ασήμι) ενώ περίπου 73
εκατομμύρια καρχαρίες πεθαίνουν κάθε χρόνο αποκλειστικά για τα πτερύγια τους [4,28].
Ο λόγος που πρέπει να λέει κανείς «όχι» στα πτερύγια
καρχαριών είναι πρώτα από όλα γιατί το shark finning αποτελεί
μία απάνθρωπη τεχνική όπου για εξοικονόμηση χώρου πάνω στο
σκάφος, τα πτερύγια αφαιρούνται από το σώμα του καρχαρία όταν
ακόμα το σκάφος βρίσκεται στη θάλασσα ενώ το ψάρι μπορεί να
είναι ακόμα ζωντανό, το υπόλοιπο σώμα ρίχνεται πίσω στη
θάλασσα και έτσι, χωρίς πτερύγια, οι καρχαρίες βυθίζονται στον
πυθμένα όπου ασφυκτιούν, αιμορραγούν μέχρι θανάτου ή
τρώγονται ζωντανοί [4] (Εικ.6). Επιπλέον, τα πτερύγια κρίνονται
ανθυγιεινά, καθώς το κρέας καρχαριών έχει δειχθεί ότι είναι
εξαιρετικά επιβαρυμένο με βαρέα μέταλλα όπως ο
μεθελυδράργυρος [29-32]. Τέλος, η μεγάλη ζήτηση πτερυγίων
οδηγεί στην υπεραλίευση [3] με επιβάρυνση του οικοσυστήματος,
εξάντληση των ιχθυοαποθεμάτων ενώ παράλληλα λόγω της μη
επιλεκτικής μεθόδου αλιείας δεν ταυτοποιούνται τα είδη που
αλιεύονται με αποτέλεσμα να ασκείται πίεση στα απειλούμενα [24].
Πώς συνδέεται η Ευρώπη με όλα αυτά; Η Ευρώπη αποτελεί
προμηθευτή πτερυγίων καρχαρία με σημαντικότερη χώρα αυτή
της Ισπανίας [12]. Το 2013 η Ευρωπαϊκή Ένωση θέσπισε τον
κανονισμό Fins Naturally Attached («Φυσική Συνοχή των Πτερυγίων με το Σώμα» όπως αποδίδεται στα
ελληνικά) ο οποίος απαγορεύει την αποθήκευση, μεταφόρτωση και εκφόρτωση των πτερυγίων καρχαρία στα
ύδατα και σε όλα τα πλοία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή οι αλιείς είναι υποχρεωμένοι να εκφορτώνουν
τους αλιευμένους καρχαρίες ολόκληρους. Όμως, λίγες μόνο χώρες
έχουν θεσπίσει παρόμοιο κανονισμό π.χ. ΗΠΑ, Καναδάς, Ινδία,
Νότια Αφρική, ενώ σε πολλές χώρες εξακολουθεί να επιτρέπεται η
πρακτική του shark finning, με αποτέλεσμα τεράστιος όγκος
πτερυγίων στην παγκόσμια αγορά να μπορούν να εμπορεύονται
νόμιμα σε όλη την Ευρώπη (Εικ.7). Έτσι, μέσω της πρωτοβουλίας
ευρωπαίων πολιτών STOP FINNNG EU ζητείται η ρύθμιση του
εμπορίου ώστε να το καθιστά οικονομικά ανέφικτο και ο κανονισμός
της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επεκταθεί στις εξαγωγές και εισαγωγές
καρχαριών στα πρότυπα του Καναδά, που αποτελεί την πρώτη χώρα
στον κόσμο που επέβαλε απαγόρευση εισαγωγών και εξαγωγών
πτερυγίων καρχαρία το 2019 [4].
Εικόνα 6: Νεκροταφείο καρχαριών. Οι καρχαρίες
χωρίς τα πτερύγιά τους βυθίζονται και πεθαίνουν
ασφυκτιώντας. Τα κουφάρια τους στον πυθμένα
της θάλασσας δημιουργούν αυτές τις εικόνες
φρίκης.
Εικόνα 7: Πτερύγια καρχαριών φορτωμένα
σε κοντέινερ.
Δανέλης Ταξιάρχης 01/02/2021
20
Βιβλιογραφία
[1] Roberts CM. Ocean of Life: How Our Seas are Changing. London: Penguin Books; 2012
[2] Wang J. Discussions on the history of Chinese cuisine. Light Enterprise Press, Beijing. In: Proceedings of
the The world trade in sharks: A compendium of TRAFFIC’s regional studies volume 1. Cambridge:
TRAFFIC International; 1985. p.213
[3] Clarke S. Trade in Asian dried seafood: characterization, estimation and implications for conservation.
WCS Working Paper. 2002; 22:95
[4] STOP FINNING - Πρακτική «αφαίρεσης πτερυγίων καρχαρία». www.stop-finning-eu.org/el τελευταία
επίσκεψη 15 Νοεμβρίου 2020
[5] Heinicke MP, Naylor GJP, Hedges SB. Cartilaginous fishes (Chondrichthyes). In: Hedges SB, Kumar S,
editors. The Timetree of Life. New York: Oxford University Press; 2009. p. 320
[6] Mojetta AR. Η Εγκυκλοπαίδεια των Ζώων ΤΟΜΟΣ 1 Ο Καρχαρίας και οι Μεγάλοι Κυνηγοί της
Θάλασσας, Αθήνα: ΣΚΑΪ; 2008
[7] Griffin E, Miller KL, Freitas B, Hirshfield M. Predators as Prey: Why Healthy Oceans Need Sharks.
Washington DC: Oceana; 2008
[8] iSea - Οι καρχαρίες των ελληνικών θαλασσών. isea.com.gr τελευταία επίσκεψη 15 Νοεμβρίου 2020
[9] Λεγάκις Α, Μαραγκού Π. Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας. Αθήνα; Ελληνική
Ζωολογική Εταιρεία; 2009
[10] IUCN - Red List of Threatened Species. www.iucnredlist.org τελευταία επίσκεψη 15 Νοεμβρίου 2020
[11] Davidson LNK, Krawchuk MA, Dulvy NK. Why have global shark and ray landings declined: improved
management or overfishing?. Fish and Fisheries. 2016; 17:438-458
[12] Chabrol R. Pelagic shark meat in Europe. Preliminary research on main markets and links with iberic
longline sector. Sharkproject International. 2015
[13] Giovos I, Arculeo M, Doumpas N, Katsada D, Maximiadi M, Mitsou E, Paravas V, Aga-Spyridopoulou
RN, Stoilas VO, Tiralongo F, Tsamadias IE, Vecchioni L, Moutopoulos DK. Assessing multiple sources of
data to detect illegal fishing, trade and mislabelling of elasmobranchs in Greek markets. Marine Policy. 2020;
112:103730
[14] Pacoureau N, Rigby CL, Kyne PM, Sherley RB, Winker H, Carlson JK, Fordham SV, Barreto R,
Fernando D, Francis MP, Jabado RW, Herman KB, Liu KM, Marshall AD, Pollom RA, Romanov EV,
Simpfendorfer CA, Yin JS, Kindsvater HK, Dulvy NK. Half a century of global decline in oceanic sharks and
rays. Nature. 2021; 589:567571
[15] Mojetta AR, Travaglini A, Scacco U, Bottaro M. Where sharks met humans: The Mediterranean Sea,
history and myth of an ancient interaction between two dominant predators. Regional Studies in Marine
Science. 2018; 21: 30-38
[16] Σολωμός Δ. Ο Πόρφυρας. 3η Έκδοση. Αθήνα: Στιγμή; 2014
[17] Καββαδίας Ν. Πούσι. 4η Έκδοση. Αθήνα: Άγρα; 2015
[18] Καββαδίας Ν. Τραβέρσο. 2η Έκδοση. Αθήνα: Άγρα; 2012
[19] Benchley P. Jaws. New York: Bantam; 1974
[20] Ropeik D. How Risky Is It, Really?: Why Our Fears Don't Always Match the Facts. New York: McGraw-
Hill Education; 2010
[21] Francis B. Before and After "Jaws": Changing Representations of Shark Attacks. The Great Circle. 2012;
34:44-64
[22] Pepin-Neff CL. Considering Sharks from a Post-Jaws Perspective. In: Pepin-Neff CL. Flaws. Berlin:
Springer; 2019. p. 163-188
[23] Μπαρδάνης Ε. ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΡΧΑΡΙΩΝ - ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ; 2008
[24] Bonfil R. The problem of incidental catches of sharks and rays, its likely consequences and some
possible solutions. Sharks 2000 Conference, Hawaii, 21-24 February; 2000
[25] Dent F, Clarke S. State of the global market for shark products. FAO technical paper; 2015
[26] Sheaa KH, To AWL. From boat to bowl: Patterns and dynamics of shark fin trade in Hong Kong -
implications for monitoring and management. Marine Policy. 2017; 81:330-339
[27] Wu J. Shark fin and mobulid ray gill plate trade. TRAFFIC Report 194; 2016
Δανέλης Ταξιάρχης 01/02/2021
21
[28] Clarke SC, McAllister MK, Milner-Gulland EJ, Kirkwood GP, Michielsens CGJ, Agnew DJ, Pikitch EK,
Nakano H, Shivji MS. Global estimates of shark catches using trade records from commercial markets.
Ecology Letters. 2016; 9:1115-1126
[29] Hueter RE, Fong WG, Henderson G, French MF, Manire CA. Methylmercury concentration in shark
muscle by species, size and distribution of sharks in Florida coastal waters. Water, Air, and Soil Pollution.
1995; 80:893899
[30] Nalluri D, Baumann Z, Abercrombie DL, Chapman DD, Hammerschmidt CR, Fisher NS. Methylmercury
in dried shark fins and shark fin soup from American restaurants. Science of The Total Environment. 2015;
496:644-648
[31] Matos J, Lourenço HM, Brito P, Maulvault AL, Martins LL, Afonso C. Influence of bioaccessibility of
total mercury, methyl-mercury and selenium on the risk/benefit associated to the consumption of raw and
cooked blue shark (Prionace glauca). Environmental Research. 2015; 143:123-129
[32] Matulik AG, Kerstetter DW, Hammerschlag N, Divoll T, Hammerschmidt CR, Evers DC.
Bioaccumulation and biomagnification of mercury and methylmercury in four sympatric coastal sharks in a
protected subtropical lagoon. Marine Pollution Bulletin. 2017; 12, 116:357-364
Πηγές εικόνων
Εικόνα 3: Από τον τύπο
Εικόνα 4: ©iSea
Εικόνα 5: Wikimedia Commons
Εικόνα 6: ©Oceana
Εικόνα 7: ©C. Gstoettner
Δανέλης Ταξιάρχης 01/02/2021
22
Νυχτερίδες: ένας μεζές στο πιάτο…
Κλάδου Κατερίνα
Οι νυχτερίδες αποτελούν τα μόνα θηλαστικά με την ικανότητα πτήσης, γεγονός που επιτρέπει τη μεγάλη
διασπορά τους σε διάφορους οικοτόπους κατά τη διάρκεια διαφορετικών εποχών. Είναι αναπόσπαστο
κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού, με τους πολιτισμούς της Δύσης να τους προσδίδουν μυστικιστικές
ιδιότητες κυρίως ενώ στην Ανατολή να είναι συνώνυμο της καλής τύχης και καλοζωίας. Επίσης, η
νυχτερίδα χρησιμοποιείται τόσο ως «γιατροσόφι» πολλών ασθενειών όσο ως «μεζές» με την υπερβολική
θήρευση να απειλεί συγκεκριμένα είδη με εξαφάνιση. Τέλος, οι νυχτερίδες αποτελούν συχνά φορείς
διάφορων ασθενειών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσφατη συσχέτιση τους με τον κορονοϊό
σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου τύπου 2 (Sars-CoV-2).
Αρχικά, οι νυχτερίδες αποτελούν νυκτόβια θηλαστικά,
σχηματίζοντας την τάξη των Χειρόπτερων, τη δεύτερη
μεγαλύτερη τάξη θηλαστικών, με περισσότερα από 1000
είδη! Αυτή χωρίζεται σε δύο Υποτάξεις, αυτές των
Μεγαχειρόπτερων και των Μικροχειρόπτερων[1]. Ανάλογα
με τη διατροφή τους όμως, διακρίνονται οι εξής κατηγορίες:
Σαρκοβόρες: συναντώνται μόνο στην Ευρώπη.
Νυχτερίδες που τρέφονται με τους καρπούς των
οπωροφόρων δέντρων (Εικ.1).
Είδη που τρέφονται από το αίμα ζώων, όπως η
νυχτερίδα βρικόλακας [2].
Επίσης, ένα σημαντικό γνώρισμα των νυχτερίδων είναι η
ικανότητα της πτήσης. Οι νυχτερίδες είναι τα μόνα
θηλαστικά που πετάνε χωρίς να φέρουν φτερά. Το γεγονός
αυτό οφείλεται στην ανατομία των μπροστινών τους άκρων,
που είναι ενωμένα μεταξύ τους με μια μεμβράνη (Εικ.2).
Μάλιστα, η νυχτερίδα δεν κουνά ολόκληρο το άκρο για την
πτήση, αλλά μόνο τα ενωμένα δάκτυλά της. Στο σημείο
αυτό οφείλεται να αναφερθεί πως λόγω της πτήσης οι
νυχτερίδες είναι από τα θηλαστικά με την ευρύτερη
διασπορά, αφού συναντώνται σε όλους σχεδόν τους
οικοτόπους, με εξαίρεση με πολύ χαμηλές τιμές
θερμοκρασίας (υψηλά γεωγραφικά πλάτη στον Αρκτικό
κύκλο και την Ανταρτική) και κάποιων απομονωμένων
ωκεάνιων νησιών. Με άλλα λόγια, διαφορετικά είδη
επιλέγουν διαφορετικά ενδιαιτήματα κατά τη διάρκεια
διαφορετικών εποχών, που κυμαίνονται από παραλίες έως
βουνά και ερήμους. Για παράδειγμα, και με δεδομένα ότι οι νυχτερίδες είναι νυκτόβια ζώα, τα περισσότερα
είδη φαίνεται να ζουν σε σπηλιές κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Επίσης, τονίζεται ότι στις τροπικές περιοχές
εμφανίζονται περισσότερα είδη από ότι στις εύκρατες [1,2].
Συνεχίζοντας, οι νυχτερίδες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό και την ιστορία
τόσο σε συμβολικό όσο και οικονομικό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, οι νυχτερίδες συναντώνται πολλάκις στη
μυθολογία, τη θρησκεία και τις τέχνες, ενώ δεν είναι και λίγες οι προκαταλήψεις γύρω από το ζώο αυτό,
ειδικότερα στους δυτικούς πολιτισμούς. Παραδείγματα εντοπίζονται και στον αρχαίο κόσμο όπως στην
μυθολογία των Μάγια, όπου ένας από τους θεούς που λάτρευαν, με το όνομα Camazotz, ήταν νυχτερίδα [3].
Ακόμη και στον ελλαδικό χώρο και συγκεκριμένα στην αρχαία Μακεδονία, οι άνθρωποι θεωρούσαν τις
νυχτερίδες από τα πιο τυχερά ζώα, με αποτέλεσμα συχνά να φορούν φυλακτά από οστά νυχτερίδας για καλή
τύχη. Επίσης, αξιοσημείωτη είναι και η επιρροή αυτού του ζώου στην Κίνα, καθώς η λέξη νυχτερίδα
Εικόνα 2: Ανατομία των φτερών της νυχτερίδας. Tα
μπροστινά άκρα ενώνονται με μεμβράνη.
Εικόνα 1: Μια Αιγυπτιακή Νυχτερίδα των φρούτων
σε πτήση.
23
θεωρείται συνώνυμη με την καλοζωία και την ευτυχία. Το γεγονός αυτό διαφαίνεται ήδη από την ίδια την
Κινεζική γλώσσα, καθώς οι δύο λέξεις είναι ομόφωνες, και μάλιστα τα δύο ιδεογράμματα μοιάζουν, με τη
διαφορά να φαίνεται στις ρίζες τους(
=good blessing, fortune //
= bat)[4] .
Από την άλλη πλευρά, σε κάποιες περιοχές, οι νυχτερίδες είναι συνώνυμο της μαύρης μαγείας. Για
παράδειγμα, στη βόρεια Αφρική οι νυχτερίδες χρησιμοποιούνται για βουντού ενώ στην Ακτή Ελεφαντοστού
θεωρούνται ως φαντάσματα ή πνεύματα[5]. Φυσικά, ακόμα και στη σύγχρονη εποχή δεν λείπουν οι αναφορές
τους στις τέχνες, όπως η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, με πολύ γνωστά παραδείγματα, όπως ο
Δράκουλας του Bram Stoker και ο Batman.
Επιπροσθέτως, οι νυχτερίδες χρησιμοποιούνται πολλές φορές και στην ιατρική ως θεραπεία διάφορων
ασθενειών ,με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά αναλόγως τον εκάστοτε πολιτισμό. Σύμφωνα με μια έρευνα του
2010 διαπιστώθηκε πως στη Βολιβία κάθε χρόνο πωλούνται 3000 νυχτερίδες, καθώς οι ιθαγενείς πιστεύουν
πως το αίμα των νυχτερίδων θεραπεύει την επιληψία[6]. Επίσης, στην αρχαία Κίνα πίστευαν ότι τα
περιττώματα των νυχτερίδων καταπολεμούν τα συμπτώματα της νυκτερινής τύφλωσης και επίσης στο
Μπαγκλαντές χρησιμοποιούν το τρίχωμα της ως φάρμακο έναντι του πυρετού και του ρίγους [7]. Ακόμη, σε
διάφορες φυλές της Ινδίας υπήρχε η πεποίθηση πως η κατανάλωση ψημένου κρέατος από ένα συγκεκριμένο
είδος νυχτερίδας ανακουφίζει από πόνους στην πλάτη καθώς επίσης και ότι αποτελεί θεραπεία για ρευματικές
παθήσεις ακόμα και για το άσθμα. Παράλληλα, ιστορικές πηγές αναφέρουν την χρήση των κυνόδοντων του
ζώου για την κατασκευή κοσμημάτων με σκοπό να αποκτήσουν αξία ως νομισματική μονάδα. Ακόμη, ευρεία
είναι και η χρήση του ξηρού δέρματος και των οστών της νυχτερίδας για τη κατασκευή και διακόσμηση
διάφορων οργάνων από κυνηγετικά όπλα, όπως το δόρυ και το τσεκούρι, μέχρι και χαρταετών, όπως
συμβαίνει στα νησιά Σολομώντα[8,9].
Παράλληλα, ευρέως γνωστή είναι η κατανάλωση αυτού του άγριου είδους από τον άνθρωπο. Οι
νυχτερίδες φαίνεται πως εκμεταλλευόντουσαν ως φαγητό από τον άνθρωπο ακόμη και πριν από 74.000
χρόνια, όπου τις έπιαναν μέσα σε σπηλιές με ελάχιστη προσπάθεια, ενώ σε πολλές χώρες της Ασίας, της
Αφρικής, της Ωκεανίας και σε νησιά του Ειρηνικού η εκμετάλλευση αυτή ακολουθείται μέχρι και σήμερα.
Μάλιστα, υποστηρίζεται πως περίπου το 50% των Pteropodidae (φρουτοφάγων νυχτερίδων) και το 13% του
συνολικού πληθυσμού τους κυνηγιέται και διατίθεται ως φαγητό σε αρκετές χώρες[10]. Ωστόσο, στην
Ευρώπη, η κατανάλωση των νυχτερίδων είναι σχεδόν μηδαμινή, για πληθώρα λόγων, όπως το ότι είναι
μικρότερες σε μέγεθος, ο πληθυσμός τους είναι λιγότερος σε σχέση με
τα τροπικά κλίματα, ενώ σημαντικό ρόλο έχει διαδραματίσει και η
θρησκεία, όπου συνήθως οι νυχτερίδες ταυτίζονται με τη μαγεία και
ακάθαρτα πνεύματα [11]. Πιο συγκεκριμένα, στην Αφρική το κυνήγι
νυχτερίδων συναντάται κυρίως στη Βόρεια και Κεντρική Αφρική, με
τουλάχιστον 55 είδη να χρησιμοποιούνται ως τροφή, ενώ στη Γκάνα
έρευνες υποστηρίζουν ότι πωλούνται 100.000 νυχτερίδες ετησίως.
Κατά κανόνα, οι καταναλωτές δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στα είδη
με μεγαλύτερο και μεσαίο μέγεθος[12]. Επιπλέον, στην Ωκεανία ευρεία
κατανάλωση γίνεται στα νησιά Φίτζι, Νέα Καληδονία και Βανουάτου.
Οι νυχτερίδες είναι τα μόνα γηγενή θηλαστικά σε κάποια νησιά και
παρόλα αυτά, εκτιμάται ότι το
23% των ωκεάνιων ειδών
διατίθεται για κυνήγι και εκμετάλλευση[10].
Ταυτόχρονα, στην Ασία υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 64 είδη των
νυχτερίδων διατίθενται ως φαγητό, με την ένταση αυτού να αλλάζει
από περιοχή σε περιοχή (Εικ.3). Στις χώρες της ΝΑ Ασία, εκτός της
Σιγκαπούρης, μάλιστα χρησιμοποιείται το 17% των ειδών νυχτερίδας
, δηλαδή 56 είδη, προς κατανάλωση, με τις χώρες της Ινδονησίας και
των Φιλιππίνων να ηγούνται αυτής της εκμετάλλευσης, κυνηγώντας το
1/3 των νυχτερίδων που ζουν εκεί παρά τους νόμους και τις
περιβαλλοντικές οργανώσεις που υπάρχουν με σκοπό την προστασία
τους[10] (Εικ.4). Πιο συγκεκριμένα παραδείγματα είναι ότι στο Βόρειο
Σουλαγέσι, περιοχή της Ινδονησίας, έχει καταγραφεί μέσος όρος
κατανάλωσης νυχτερίδων 1 φορά το μηνά ανά άτομο, στο Phu Khaeo της Ταϊλάνδης η κατανάλωση
Εικόνα 4. Μεζές νυχτερίδας στην
Ινδονησία.
Εικόνα 3: Προετοιμασία μαγειρέματος
στο wok.
Κλάδου Κατερίνα 01/02/2021
24
αντιπροσωπεύει το 7% των νοικοκυριών καθώς επίσης και στη Μαλαισία το κρέας νυχτερίδας θεωρείται
πολυτελές έδεσμα [13,14]. Αντίστοιχα, στη Νότια Ασία, και συγκεκριμένα στο Μπαγκλαντές, το 49% των
χωριών επιδίδονται στο κυνήγι νυχτερίδας, με την πλειοψηφία να χρησιμοποιείται για κατανάλωση
κρέατος[10]. Ειδικότερα, για την Κίνα, η κατανάλωση κρέατος νυχτερίδας δεν είναι συνήθης σε όλη την
έκταση της χώρας, αντίθετα με τις αντιλήψεις των Δυτικών, αλλά εντοπίζεται κυρίως στην Νότια Κίνα όπου
νυχτερίδες πωλούνται σε αγορές ή σε εστιατόρια, όπως στην αγορά του Ουχάν.
Στην αγορά του Ουχάν, το Δεκέμβριο του 2019, εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα του κορονοϊού
σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου τύπου 2 (Sars-CoV-2) και κατ’επέκταση της ασθένειας COVID-
19. Μέσω ανάλυσης του γονιδιώματος νυχτερίδας, οι ερευνητές ανακάλυψαν πως ο Sars-CoV-2 σχετίζεται
φυλογενετικά με άλλους ιούς νυχτερίδας τύπου SARS επομένως οι νυχτερίδες είναι πιθανό ότι αποτελούν
την πρωτογενή προέλευση του ιού, χωρίς ωστόσο να έχει διευκρινιστεί η ενδιάμεση πηγή μεταφοράς του
στους ανθρώπους, δηλαδή το ζώο που λειτούργησε ως ξενιστής. Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί πως
μετά την πανδημία, από τον Ιανουάριο του 2020 υπάρχουν νόμοι στην Κίνα που απαγορεύουν την
κατανάλωση κρέατος άγριων ζώων, όπως αυτό της νυχτερίδας[15,16,17].
Ωστόσο, τα προβλήματα και οι απειλές που
μπορούν να προκύψουν από την κατανάλωση του
κρέατος νυχτερίδας είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτού
του «μεζέ». Ένα από αυτά είναι η υπερεκμετάλλευση
αυτού του ζώου που απειλεί να οδηγήσει στην
εξαφάνιση διάφορων ειδών του. Επιπλέον, οι
νυχτερίδες είναι πιο ευάλωτές στο κυνήγι διότι έχουν
φυσικά χαμηλά ποσοστά αναπαραγωγής και πολλά
είδη είναι εξαιρετικά αποικιακά, γεγονός που καθιστά
ευκολότερο να κυνηγηθούν σε μεγάλο αριθμό[14].
Παράδειγμα για όσα αναφέρονται παραπάνω αποτελεί
η πεποίθηση ότι το υπερβολικό κυνήγι είναι η κύρια
αιτία εξαφάνισης δύο μεγάλων ειδών νυχτερίδας, του
μικρού Pteropus niger και του Pteropus tokudae [18].
Συνοψίζοντας, οι νυχτερίδες σχετίζονται με πληθώρα ασθενειών, καθώς μπορούν να μεταφέρουν
πολλούς διαφορετικούς ιούς, χωρίς να προσβληθούν οι ίδιες, όπως είναι π.χ. ο Nipah, ο Ebola και ο Sars-
CoV-2[19] (Εικ.5). Η γνώση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο οι νυχτερίδες μεταφέρουν τόσους ιούς και
συμβιώνουν μαζί τους, αποτελεί διαχρονικό ερώτημα για τους επιστήμονες. Η ικανότητα της συνύπαρξής
τους με τέτοιου είδους ιούς μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες όταν ο άνθρωπος εισβάλλει στον χώρο
τους, καταστρέφει τον βιότοπό τους, τις τρώει και τις προωθεί στο εμπόριο [20].
Εικόνα 5. Στιγμιότυπο από την αγορά του Ουχάν μετά τη
διασπορά του ιού στην περιοχή.
Κλάδου Κατερίνα 01/02/2021
25
Βιβλιογραφία
[1] Wallis, W.D. (1911). The Encyclopedia Britannica. American Anthropologist, 6(4), pp.239247.
[2] Bernhard Grzimek and Mcdade, M.C. (2003). Grzimek’s Animal life encyclopedia Mammals II. 2nd ed. :
, pp.310311.
[3] Wild, P.H. (2008). William S. Burroughs and the Maya Gods of Death: The Uses of Archaeology., 35(1),
pp.3857 doi:10.1353/lit.2008.0009.
[4] Lunney, D. and Moon, C. (2011). Blind to bats: Traditional prejudices and today’s bad press render bats
invisible to public consciousness. The Biology and Conservation of Australasian Bats, pp.4463. doi:
10.7882/fs.2011.008
[5] Kingston, T. (2015). Cute, Creepy, or CrispyHow Values, Attitudes, and Norms Shape Human Behavior
Toward Bats. Bats in the Anthropocene: Conservation of Bats in a Changing World, pp.571595.
[6] Lizarro, D.; Galarza, M. I.; Aguirre, L. F.(2010) Tráfico y comercio de murciélagos en Bolivia. Articulos
Cientificos- Techicos.Rev.Bol.Ecol y Cons. Amb; pp.63- 75
[7] Rahmatullah, M., Ayman, U., Akter, F., Sarker, M., Sifa, R., Sarker, B., Chyti, H.N., Jahan, F.I.,
Chowdhury, M.H. and Chowdhury, S.A. (2012). Medicinal Formulations of a Kanda Tribal Healer A Tribe
on the Verge of Disappearance in Bangladesh. African Journal of Traditional, Complementary, and
Alternative Medicines, 10(2), pp.213222.
[8] Nowak, R.M. and Walker, E.P. (1999). Walker’s Mammals of the World. 6th ed. pp. 264271.
[9] Padmanabhan, P. and Sujana, K.A. (2008). Animal products in traditional medicine from Attappady hills
of Western Ghats. IJTK, 7(2), pp.326329
[10] Mildenstein, T., Tanshi, I. and Racey, P.A. (2015). Exploitation of Bats for Bushmeat and Medicine. Bats
in the Anthropocene: Conservation of Bats in a Changing World, pp.325375
[11] Riccucci, M. (n.d.). Pipistrelli come cibo. Aspetti etnografici e sanitari..
https://www.academia.edu/7845919/Pipistrelli_come_cibo_Aspetti_etnografici_e_sanitari?auto=download
τελευταία επίσκεψη 18 Φεβρουαρίου 2021
[12] Ebewore, S.O., Ovharhe, O.J. and Emaziye, P.O. (2015). Acceptability of Bush Meat as a Source of
Animal Protein in Delta State, Nigeria: Implication for Extension Services. Journal of Northeast Agricultural
University (English Edition), 22(3), pp.6778
[13] Sheherazade and Tsang, S.M. (2015). Quantifying the bat bushmeat trade in North Sulawesi, Indonesia,
with suggestions for conservation action. Global Ecology and Conservation, pp.324330.
doi:10.1016/j.gecco.2015.01.003
[14] Mickleburgh, S., Waylen, K. and Racey, P. (2009). Bats as bushmeat: a global review. Oryx, 43(02),
p.217. doi:10.1017/S0030605308000938
[15] Adnan Shereen, M., Khan, S., Kazmi, A., Bashir, N. and Siddique, R. (2020). COVID-19 infection: origin,
transmission, and characteristics of human coronaviruses. Journal of Advanced Research, 24, pp.9198.
[16] The Observers - France 24. (2020). Is bat soup a delicacy in China? We debunk a rumour on the origin
of the coronavirus. Available at: http://observers.france24.com/en/20200203-china-coronavirus-bat-soup-
debunk-videos-viral-palau-indonesia [Accessed 15 Jan. 2021].
[17] Palmer, J. (2020). Don’t Blame Bat Soup for the Coronavirus. Foreign Policy.
foreignpolicy.com/2020/01/27/coronavirus-covid19-dont-blame-bat-soup-for-the-virus/ τελευταία επίσκεψη 15 Ιανουαρίου 2021
[18] Cooper, J.W. (1994). The flying foxes Pteropus samoensis and Pteropus tonganus: status in Fiji and
Samoa. Biological Conservation, 70(3), p.298
[19] CNN, K.H. (2020). Bats, the source of so many viruses, could be the origin of Wuhan coronavirus, say
experts. edition.cnn.com/2020/01/29/health/bats-viruses-coronavirus-scn/index.html τελευταία επίσκεψη 15 Ιανουαρίου 2021
[20] THE NEW YORK TIMES (2020). Ο ιός, οι νυχτερίδες και εμείς. www.moneyreview.gr/nytimes/6958/o-
ios-oi-nychterides-kai-emeis/ τελευταία επίσκεψη 16 Φεβρουαρίου 2021
Πηγές εικόνων
Εικόνα 1: © Sherri and Brock Fenton
Εικόνα 2: Τhe Amazing Bat theamazingbat.com
Εικόνα 3: Edwin S, Wikimedia Commons
Εικόνα 4: © Gunawan Kartapranata
Εικόνα 5: © Nicolas Asfouri
Κλάδου Κατερίνα 01/02/2021
Κλάδου Κατερίνα 01/02/2021
26
Γάλα καμήλας αρωματισμένο με μια δόση MERS
Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος
Οι καμήλες, από ζώα των ανοικτών εκτάσεων, είτε άγριες είτε εξημερωμένες, βρέθηκαν στοιβαγμένες
σωρηδόν σε εκτροφεία για το κρέας και το γάλα τους. Αυτή η απότομη μετάβαση στη μαζική εκτροφή
αποτέλεσε το έναυσμα για το ξέσπασμα μιας επιδημίας από έναν άγνωστο μέχρι τότε ιό, τον MERS-
CoV.
Εικόνα 1: Τα δύο είδη καμήλας. Αριστερά η Δρομάδα (Camelus dromedarius) και δεξιά η Βακτριανή (Camelus bactrianus). Φαίνονται οι
χαρακτηριστικές δύο καμπούρες στη Βακτριανή, μαζί με την εντονότερη παρουσία τριχώματος.
Η καμήλα ανήκει στην οικογένεια Camelidae στο γένος Camelus. Υπάρχουν δύο διακριτά είδη: η Δρομάδα
(Camelus dromedarius) και η Βακτριανή (Camelus bactrianus). Η πρώτη είναι γνωστή και ως Αραβική
καμήλα”. Εμφανίζεται σε περιοχές της Μέσης Ανατολής από τη Βόρεια Ινδία μέχρι τη Βόρεια Αφρική. Η
Βακτριανή από την άλλη, εμφανίζεται σε περιοχές στης Κεντρικής Ασίας και Δυτικής Κίνας(Εικ. 1 & 2).
Και τα δύο είδη απαντώνται σε άνυδρες ερημικές περιοχές. Κύρια διαφορά τους αποτελεί το γεγονός ότι οι
Δρομάδες φέρουν μία καμπούρα ενώ, οι βακτριανές, δύο[1,2] . Ο άγριος πληθυσμός Βακτριανής απειλείται με
εξαφάνιση (CR) και βρίσκεται στις ερήμους τις Μογγολίας. Το 2008 αριθμούσε περί τα 950 άτομα και έφθινε.
Γι’ αυτή την κατάσταση ευθύνεται η μείωση των περιοχών με νερό σε συνδυασμό με ανθρώπινες
δραστηριότητες. Για να αντιμετωπισθεί αυτή η μείωση έχουν ανακηρυχθεί προστατευόμενες περιοχές και
έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα αναπαραγωγής σε αιχμαλωσία (Μογγολία)[3]. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση
Εικόνα 2: Χάρτης της παγκόσμιας κατανομής καμήλας. Με κίτρινο είναι σημειωμένη η κατανομή της δρομάδας και με ανοικτό πράσινο, η
κατανομή της βακτριανής. Με σκούρο πράσινο είναι σημειωμένες οι περιοχές όπου τα δύο είδη συνυπάρχουν.
27
του πληθυσμού Δρομάδων που βρίσκεται στην Αυστραλία. Εισήχθησαν τον 19ο αιώνα και έκτοτε έχουν
αυξηθεί[4,5].
Η Δρομάδα καμήλα εξημερώθηκε στα τέλη περίπου της τρίτης χιλιετίας π.Χ.[5,6]. Η Βακτριανή, από την
άλλη είχε εξημερωθεί νωρίτερα (6000-5000 π.Χ) [7]. Οι λαοί της Αραβικής Χερσονήσου και αργότερα των
γειτονικών περιοχών της Μέσης Ανατολής την χρησιμοποιούσαν ως ζώο για μεταφορές σε μεγάλο βαθμό. Η
αξιοσημείωτη ικανότητά τους να αποθηκεύουν νερό, να αντέχουν στη ζέστη και να μπορούν να μεταφέρουν
βαριά φορτία σε μεγάλες αποστάσεις, τις καθιστούσαν τη σημαντικότερη περιουσία των νομάδων τη Μέσης
Ανατολής.
Με την ανάπτυξη οργανωμένων πόλεων, η χρήση της καμήλας εκτινάχθηκε καθώς σε πολλές περιπτώσεις
σχηματίζονταν καραβάνια που αριθμούσαν 12.000 ή και παραπάνω ζώα (Τιμπουκτού) [8]. Φυσικά, ο ρόλος
της ως μέσο μεταφοράς παρουσιάστηκε και σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπως η Μογγολία και η Δυτική
Κίνα. Εκεί βέβαια μιλάμε για διαφορετικό είδος, τη Βακτριανή [9].
Πέραν αυτού, σε αυτές τις περιοχές ήταν το κατ’ εξοχήν ζώο για πόλεμο αντικαθιστώντας το άλογο. Από
τη μάχη του Qarqar (853 π.Χ.) και τον Κύρο τον Μέγα στον Μωάμεθ (που ξεκίνησε καμηλιέρης) και τους
υποστηρικτές του και από τους Ναπολεόντειους πολέμους στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο όλες οι αντιμαχόμενες
πλευρές θα αλληλοεξοντώνονται από την πλάτη της[10-13].
Στη σύγχρονη εποχή η καμήλα διαδραματίζει έναν διαφορετικό ρόλο. Εκτρέφονται ειδικές «ράτσες», για
αγώνες και ιπποδρομίες. Πρόκειται για αρχαία παράδοση και σήμερα έχει καθιερωθεί σε πολλές χώρες της
Αραβίας και του Περσικού κόλπου[4]. Τέλος, η καμήλα αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί για τους
κατοίκους της ερήμου, καλή πηγή τροφής. Τόσο το κρέας της όσο και το γάλα της χρησιμοποιούνται σε
έντονο βαθμό από αρκετούς λαούς αυτών των περιοχών. Ιδίως το γάλα, είναι αρκετά όμοιο σε γεύση και
διατροφική αξία με το αγελαδινό (Πιν.1). Εξαίρεση σε αυτό αποτελούν οι Εβραίοι, οι οποίοι δεν
καταναλώνουν το κρέας της λόγω θρησκευτικών κανόνων σχετικά με την διατροφή που απαγορεύουν τη
βρώση συγκεκριμένων ειδών τροφής. [14].
Πίνακας 1: Σύγκριση της σύστασης του γάλακτος βοοειδών και καμήλων. Φαίνεται ότι οι διαφορές τους είναι ελάχιστες.
Προσαρμοσμένο[16].
Είδος
Σύνοψη
%Λίπος
%Πρωτεΐνη
%Λακτόζη
Cattle (Bos
taurus)
ΜΟ
3.42
4.09
4.82
Min
2.54
3.23
4.40
Max
4.19
5.34
5.33
Camel
(Camelus)
MO
3.26
3.80
4.30
Min
2.06
2.35
2.77
Max
5.23
6.67
5.85
Οι δύο σύγχρονες αυτές χρήσεις τις καμήλας
έχουν δημιουργήσει την ανάγκη για αύξηση του
αριθμού τους. Γι’ αυτό, σε πολλές χώρες έχουν
ανοίξει φάρμες εκτροφής. Το φαινόμενο έχει
επεκταθεί, με τα επιμέρους προϊόντα να
αποφέρουν πολύ υψηλά ετήσια έσοδα πωλήσεων
(μόνο το γάλα 10 δισ. δολάρια [15] (Εικ.3), ενώ ο
πληθυσμός τους έφτασε το 2010 τα 14
εκατομμύρια ζώα[16]. Έτσι, περισσότεροι
άνθρωποι ασχολούνται και περισσότεροι
άνθρωποι έρχονται σε επαφή με τις καμήλες, σε
δομές όπου πολλά ζώα είναι σταβλισμένα μαζί
και ο χώρος είναι περιορισμένος ενώ ο καθαρισμός δύσκολος. Αυτό αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για έναν ιό
που μέχρι τότε ήταν άγνωστος, τον MERS-CoV (Middle East Respiratory Syndrome Coronavirus).
Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος 01/02/2021
Εικόνα 3: Ραβδόγραμμα των εσόδων (καταγεγραμμένων και μελλοντικών)
για την βιομηχανία προϊόντων καμήλας.
28
Πρόκειται για ρετροϊό της οικογένεια των β-κορωνοϊών ο
οποίος μολύνει θηλαστικά. Το RNA του είναι μονόκλωνο με
μήκος περίπου 30 kb και κωδικοποιεί 4 πρωτεΐνες με κυριότερη,
την πρωτεΐνη της ακίδας που βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά
του ιικού φακέλου και ρόλος της είναι η σύνδεση και η σύντηξη
του ιού με το κύτταρο στόχο[17] (Εικ.4).
Μεταδίδεται κυρίως μεταξύ Δρομάδων, αλλά και από τις
καμήλες στον άνθρωπο. Δυσκολότερη είναι η μετάδοση από
άνθρωπο σε άνθρωπο. Έχει βρεθεί ότι ο ιός δεν περιορίζεται
μόνο στη Μέση Ανατολή αλλά έχει επεκταθεί και σε περιοχές
της Αφρικής (εμφανίζονται αντισώματά του σε καμήλες),
πάντοτε όμως σε Δρομάδες και όχι σε βακτριανές.
Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2012 στη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας όταν απομονώθηκε ένας άγνωστος
μέχρι τότε ιός από έναν 60χρονο που έπασχε από οξεία πνευμονία. Σταδιακά, μεταδόθηκε σε τουλάχιστον
άλλες 25 χώρες στην Αμερική, Ευρώπη και Νότια Κορέα και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020 είχαν
καταγραφεί 2400 κρούσματα και περίπου 850 θάνατοι παγκοσμίως. σημειώνοντας μια θνησιμότητα της τάξης
του 35%[18]. Η πιο πρόσφατη έξαρση του ιού ήταν το 2015 στη Ν. Κορέα όπου καταγράφηκαν 185
επιβεβαιωμένα κρούσματα και 38 θάνατοι. Αποτελεί κατεξοχήν περίπτωση μετάδοσης του ιού από άνθρωπο
σε άνθρωπο καθώς από ένα ταξιδιώτη που γύρισε από την Αραβική Χερσόνησο προκλήθηκε η
προαναφερθείσα έξαρση[19]. Έκτοτε καταγράφονται μικρά ξεσπάσματα σε χώρες όπως Σαουδική Αραβία,
Ιορδανία κλπ (Εικ.5).
Πολύ μεγαλύτερη ικανότητα εξάπλωσης βέβαια επιδεικνύεται από καμήλα σε καμήλα, με εξάρσεις σε
μεγάλους πληθυσμούς ζώων κυρίως στη Βόρεια Αφρική. Πιθανό αρχικό ξενιστή του ιού αποτελούν οι
νυχτερίδες, χωρίς όμως αυτό να έχει επιβεβαιωθεί. Κυριότερο ξενιστή αποτελεί η Δρομάδα καμήλα. Συνήθως
μολύνονται νεαρά ζώα ηλικίας περίπου 6 μηνών και μεταδίδουν τον ιό μέσα στους πληθυσμούς τους. Η
μετάδοση στον άνθρωπο γίνεται σποραδικά ενώ από άνθρωπο σε άνθρωπο, γίνεται μόνο μέσα στο σπίτι ή σε
νοσοκομεία και κέντρα υγείας, δηλαδή σε μέρη όπου η έκθεση είναι αυξημένη[17]. Σε κάθε περίπτωση ο
τρόπος μετάδοσης είναι ένας: επαφή με σταγονίδια και βλέννα από μολυσμένο άτομο.
Δεν έχει ξεκαθαριστεί το τι πυροδοτεί τη μεταπήδηση από την καμήλα στον άνθρωπο. Αυτό που είναι σίγουρο
όμως, είναι το γεγονός ότι ο ιός δεν είναι καλά εφοδιασμένος για μετάδοση μεταξύ ανθρώπων και εμφανίζει
δείκτη μέσο R0 ίσο με 0,72% (από 0,57-0,9) [19,20]
6
. Οι καταγεγραμμένες εξάρσεις του λοιπόν οφείλονται στον
6
Επιδημιολογικός δείκτης που δηλώνει την μεταδοτικότητα ενός μικροοργανισμού. Ουσιαστικά αποτυπώνει τον μέσο αριθμό
ανθρώπων που θα κολλήσουν τη νόσο από έναν άνθρωπο. Δηλαδή, αν το "R0" είναι πάνω από το 2, ο φορέας του ιού θα
κολλήσει τουλάχιστον άλλους δύο.
Εικόνα 4: Αναπαράσταση του MERS-CoV με
σημειωμένες τις κυριότερες δομές του.
Εικόνα 5: Χάρτης της εξάπλωσης του MERS-CoV κατά το διάστημα 2012-2020. Το χρώμα των χωρών δηλώνει τον τρόπο μετάδοσης.
Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος 01/02/2021
Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος 01/02/2021
29
συνδυασμό συχνής μετάδοσης από καμήλες και κακών συνθηκών υγιεινής μαζί με την έκθεση σε υψηλό ιικό
φορτίο[21].
Σε μολυσμένα ζώα, ο ιός προκαλεί φλεγμονή της άνω αεροφόρου οδού, με ή χωρίς συμπτώματα. Στους
ανθρώπους από την άλλη, τα συμπτώματα ξεκινούν από ήπια (πυρετό, βήχα) και μπορούν να φτάσουν σε
πνευμονία και νεφρική ανεπάρκεια και τέλος, ακόμη και στον θάνατο[22].
Η ακραία αυτή περίπτωση έδειξε τις επικίνδυνες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η εντατική χρήση και
εκτροφή ζώων. Η στροφή προς τη μαζική παραγωγή προϊόντων καμήλας, ευνόησε τη εμφάνιση μιας νέας
ζωονόσου, οδηγώντας σε μεγάλο αριθμό θυμάτων και νέες συνθήκες για όσους εργάζονται στον κλάδο.
Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος 01/02/2021
30
Βιβλιογραφία
[1] San Diego Zoo Global Library - ielc.libguides.com/sdzg/factsheets/extantcamels/taxonomy. Τελευταία
επίσκεψη 06/01/2021
[2] University of Michigan: Museum of Zoology - animaldiversity.org/accounts/Camelus_dromedarius/
Τελευταία επίσκεψη 06/01/2021
[3] Hare, J. 2008. Camelus ferus. The IUCN Red List of Threatened Species 2008: e.T63543A12689285
[4] Faye B. 2014. The Camel today: assets and potentials. Anthropozoologica 2014; 49:2
[5] Cantrell D. Camels and Caravans: Joseph’s trip to Egypt. Biblical illustrator 2014; pp 6-9
[6] Heide M. The domestication of the Camel: Biological, Archaeological and Inscriptional evidence form
Mesopotamia, Egypt, Israel, and Arabia and Literary Evidence from the Hebrew Bible. Ugarit-Verlag,
Münster. 2011
[7] Ji.R, Cui P, Ding F, Geng J, Gao H, Zhang H, Yu J, Hu S, Meng H. Monophyletic origin of domestic
bactrian camel (Camelus bactrianus) and its evolutionary relationship with the extant wild camel (Camelus
bactrianus ferus). Animal Genetics. 2009;40:4 p.77-382
[8] Willard, A. Gold, Islam and Camels: The Transformative Effects of Trade and Ideology. Comparative
Civilizations Review. 1993; 28 : 28 , Article 6
[9] Polo M. “Τα ταξίδια”. Στοχαστής. 1298. Έκτη ελληνική έκδοση. 2009. p.46-47
[10] Jewish Virtual Library - www.jewishvirtuallibrary.org/karkar. Τελευταία επίσκεψη 06/01/2021
[11] Hicks J. The Persians. Time-Life Books 1975 pp 21
[12] Journal of the Royal United Services Institute for Defense Studies, 1885, Volume 29, p. 535.
[13] New Zealand History - nzhistory.govt.nz/war/camel-corps/camels-and-cameliers, updated 2-Sep-2014.
Τελευταία επίσκεψη 06/01/2021
[14] Harris M. Η ιερή αγελάδα και ο βδελυρός χοίρος. 1987 Πρώτη ελληνική έκδοση 1989. Τροχαλία. Σελ.84-
85
[15] Breulmann M, Böer B., Wernery U., Wernery R. et al.. A Proposal Towards Combating Desertification
via the Establishment of Camel Farms Based on Fodder Production From Indigenous Plants and Halophytes.
Published by Doha UNESCO office. 2007
[16] Silanikove N, Leitner G, Merin U. An overview on the major non-bovine milk producing species and
effects of animal health on milk quality for dairy processing. In: Non-bovine milk. Elsevier. 2016
[17] Li YH, Yu Hu C., Wu N.P, Yao H.P. Li L.J.. Molecular Characteristics, Functions, and Related
Pathogenicity of MERS-CoV Proteins. Engineering 2018; 5 p.940-947
[18] Killerby ME, Biggs HM, Midgley CM, Gerber SI, Watson JT. Middle East Respiratory Syndrome
Coronavirus Transmission. Emerg Infect Dis. 2020;26:2 p.191-198
[19] World Health Organization www.who.int/westernpacific/emergencies/2015-mers-outbreak. Τελευταία
επίσκεψη 06/01/2021
[20] Dudas G., Carvalho L. M., Rambaut A., Bedford T.. MERS-CoV spillover at the camel-human interface.
eLife 2018;7
[21] Liu J, Xie W, Wang Y, Xiong Y, Chen S. Han J, Wuab Q. A comparative overview of COVID-19, MERS
and SARS: Review article. International Journal of Surgery. 2020;81, p.1-8
[22] World Health Organization - www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/middle-east-respiratory-
syndrome-coronavirus-(mers-cov). Τελευταία επίσκεψη 06/01/2021
Πηγές Εικόνων
Εικόνα 1: (α) Pitara (β) Alchetron
Εικόνα 2: Biller A.Z. Three New Roman Period Camel (Camelus Linne,1758) Remains from Hungary.
2017; 14:1 p.50
Εικόνα 3: www.grandviewresearch.com/industry-analysis/camel-milk-products-market Τελευταία επίσκεψη
31/01/2021
Εικόνα 4: iGEM Athens
Εικόνα 5: Metabolic Medicine: health Clinics for Autoimmune and Chronic Diseases www. drtsoukalas.
com/coronovirus-study-review-su-299. html. Τελευταία επίσκεψη 6/01/2021
Μπέχλης Λαέρτης-Βασίλειος 01/02/2021
31
Παγκολίνος: Η άγρια φύση χάνει τις "ασπίδες" της
Κωνσταντινίδου Ελένη
Το πιο κυνηγημένο και διακινούμενο ζώο της άγριας φύσης, ο Παγκολίνος, που έγινε γνωστός ως
πιθανός ενδιάμεσος ξενιστής του SARS-CoV-2 είναι το μοναδικό φολιδωτό θηλαστικό σήμερα, που
εντοπίζεται σε Ασία και Αφρική, έχοντας διαχρονικά, τεράστια πολιτισμική αξία.
Το όνομα παγκολίνος προέρχεται από τη Μαλαισιανή
λέξη «Penggulung», που σημαίνει «κάτι που κυλάει».
Η μοναδική εναπομένουσα οικογένεια που σώζεται
μέχρι σήμερα είναι οι Μανίδες και έχουν ένα γένος,
το Manis, το οποίο αποτελείται από οχτώ είδη,
που έχουν διαστάσεις από 30 μέχρι 100 εκατοστά
μήκος. Ο παγκολίνος έχει μεγάλες προστατευτικές
κεράτινες φολίδες που καλύπτουν το δέρμα του, σαν
πανοπλία, την οποία και χρησιμοποιεί για να αμυνθεί
σε επιθέσεις των θηρευτών του (Εικ.1). Είναι το μόνο
γνωστό θηλαστικό με αυτή την προσαρμογή, η οποία
παραμένει αμετάβλητη τα τελευταία 56 εκατ. χρόνια.
Χωρίς δόντια και όντας το θηλαστικό με το μεγαλύτερο
μέγεθος γλώσσας αναλογικά με το σώμα του,
ο παγκολίνος είναι θηρευτής αποκλειστικά και μόνο
μυρμηγκιών και τερμιτών, γι’ αυτό και κατοικεί σε κουφάλες και λαγούμια[1]. Τα οχτώ
είδη παγκολίνου εντοπίζονται σε Ασία και Αφρική, τέσσερα είδη ανά ήπειρο (Εικ.2). Κατά την IUCN το
γένος Manis είναι απειλούμενο, με τον Κινέζικο (Manis pentadactyla), τον Μαλαισιανό (Manis javanica)
και τον παγκολίνο των Φιλιππίνων (Manis culionensis) να είναι κρισίμως κινδυνεύοντα (CR), ενώ τα
υπόλοιπα πέντε είναι είτε κινδυνεύοντα (Phataginus tricuspis, Smutsia gigantea, Manis crassicaudata) είτε
τρωτά (Smutsia temminckii, Phataginus tetradactyla) [2].
Η πρώτη καταγραφή χρήσης παγκολίνου για ιατρικούς σκοπούς, έγινε γύρω στα 500μ.Χ. στο
Μπεν Κάο Τζίντσι Ζου, ενώ το 752 μ.Χ. αναφέρεται η εκμετάλλευση φολίδων για την εφαρμογή τους σε
θηλάζουσες γυναίκες, προκειμένου να υποβοηθηθεί η έκκριση και παραγωγή γάλακτος, μία χρήση που
βρίσκει εφαρμογές και σήμερα[3].
Εικόνα 1:Ο γιγάντιος παγκολίνος (Smutsia gigantea) στο φυσικό του
περιβάλλον.
Εικόνα 2:Η κατανομή των οχτώ ειδών του γένους Manis. Στην Ασία εντοπίζονται ο Μαλαισιανός,
ο Κινέζικος, ο Ινδικός και ο παγκολίνος των Φιλιππινών, ενώ στην Αφρική βρίσκεται ο black-bellied,
ο white-bellied, ο γιγάντιος παγκολίνος και ο παγκολίνος με «μακριά ουρά».
32
Διαχρονικά, οι μύθοι που αφορούν το μυρμηγκοφάγο θηλαστικό μεταβάλλονται, έχοντας όμως πάντοτε
στο επίκεντρό τους τον παγκολίνο ως ζώο καλότυχο, που φέρει μία σειρά συσχετίσεων με τον ουρανό και το
έδαφος. Φυλές της Νότιας Αφρικής τους χαρακτηρίζουν ως ζώα
που κατάγονται από τον ουρανό, ενώ οι Mbuti του Κονγκό,
πιστεύουν παραδοσιακά πως ένας θυμωμένος παγκολίνος έχει
τη δύναμη να σύρει τους ανθρώπους στον κάτω κόσμο μέσα
από τα λαγούμια του, προσδίδοντας στο ζώο αυτό μία «ήρεμη»
δύναμη[4]. Παράλληλα, πολλές χώρες της Αφρικής και της
Ασίας, όπως οι: Νιγηρία, Γκάνα, Κίνα και Βιετνάμ θεωρούν το
ζώο, συγκεκριμένα τις φολίδες που αποσπώνται από αυτό,
ικανές να θεραπεύσουν πληγές, ψυχικές ασθένειες, εγκεφαλικά
επεισόδια, ακόμη και να αναστρέψουν την στειρότητα,
καθιστώντας τον, έτσι, σύμβολο ελπίδας[5]. Οι «θεραπευτικές»
αυτές ιδιότητες των κεράτινων φολίδων, προκύπτουν από τα
συστήματα αξιών των κοινωνιών και όχι από επιστημονικά
τεκμηριωμένα πορίσματα[6].
Στις περιοχές που εντοπίζεται, ο παγκολίνος πέραν της
ιερότητας και των συμβολισμών που φέρει και όντας αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού των ανθρώπων
αυτών, αποτελεί σημαντικό «αναλώσιμο» για την Παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική (TCM), καθώς και για την
αστική τάξη της Ασίας που τον καταναλώνει χαρακτηριστικά, σε εστιατόρια και δείπνα ως τελετουργική
τροφή επικύρωσης μεγάλων επιχειρηματικών συμφωνιών[6] (Εικ.3). Για να καταφέρει να φτάσει στο πιάτο
του καταναλωτή, θα πρέπει να κυνηγηθεί και να αιχμαλωτιστεί. Κατά το πρώτο στάδιο της αιχμαλωσίας,
τοπικοί «μαυραγορίτες» εντοπίζουν και παγιδεύουν το
θηλαστικό, το οποίο στη συνέχεια βράζεται, ώστε να
απομονωθούν οι φολίδες του και να διατεθούν στο εμπόριο στην
αρχική, ανέγγιχτή τους μορφή. Έπειτα επεξεργάζονται και είτε
αποξηραίνονται, είτε μετατρέπονται σε σκόνη που προορίζεται
για την παραγωγή «πατενταρισμένων» αλοιφών και φαρμάκων
στην TCM[7] (Εικ.4). Τα παραπάνω, εάν το ζώο προορίζεται για
κατανάλωση αποκλειστικά και μόνο των φολίδων του. Εάν
όμως η ζήτηση επικεντρώνεται στον παγκολίνο ως τροφή, η
διαδικασία περιλαμβάνει μόνο τη θανάτωσή
του. Ο παγκολίνος χρησιμοποιείται στην βιομηχανία δέρματος
προκειμένου να παραχθούν ρούχα και παπούτσια, αλλά και
περαιτέρω φάρμακα και αρωματικά προϊόντα.
Για την τέλεση των παραπάνω, υπολογίζεται ότι
αιχμαλωτίζονται γύρω στους 100.000 παγκολίνους το χρόνο ενώ πάνω από 1.000.000 έχουν θανατωθεί από
το 2010 και μετά (Εικ.5). Τα δεδομένα αυτά θέτουν το γένος Manis, ως το πιο κυνηγημένο και διακινούμενο
ζώο της άγριας φύσης, με την λαθροθηρία να αποτελεί
την κυριότερη απειλή του γένους, αφού αποκλειστικά η
άνομη διακίνηση του, αποτελεί το 20% όλου του
παράνομου εμπορίου άγριων ζώων[8].
Οι φολίδες με αφρικανική προέλευση ξεκινούν
κυρίως από την Νιγηρία και ακολουθούν η Γκάνα, η
Κένυα και το Καμερούν με κύριο προορισμό την Ασία,
συγκεκριμένα την Κίνα και το Βιετνάμ [8] (Εικ.6). Αν
και υπάρχει νομοθεσία που προστατεύει το θηλαστικό,
καθώς και ομάδες και οργανώσεις που πασχίζουν να το
διασώσουν, οι προσπάθειες δεν βρίσκουν μεγάλη
ανταπόκριση. Οι τοπικές κοινωνίες, λόγω άγνοιας δεν
στηρίζουν το έργο τους και οι «μαυραγορίτες»
διαφεύγουν διαρκώς από τον νόμο.
Εικόνα 3:Έμβρυο παγκολίνου σε σούπα, ένα γεύμα που
καταναλώνεται συχνά σε εύπορα δείπνα, κατά μήκος της
Ασίας.
Εικόνα 4:«Πατενταρισμένα» φάρμακα της TCM
(Παραδοσιακής Κινέζικης Ιατρικής) που εμπεριέχουν
φολίδες παγκολίνου.
Εικόνα 5: Διάγραμμα απεικόνισης των αρπαγών παγκολίνων (σε
χιλιάδες ) για τα έτη 2007-2018.
Κωνσταντινίδου Ελένη 01/02/2021
33
Έτσι, ο παγκολίνος απειλείται πρωτίστως από το κυνήγι, την αιχμαλωσία και διακίνησή του και
δευτερευόντως από τίς υπόλοιπες απειλητικές συνθήκες, που έπονται, όπως η κλιματική αλλαγή,
ο κατακερματισμός των βιοτόπων του, η αποψίλωση των δασών και η κατασκευή και διαχείριση φραγμάτων
στα οικοσυστήματα του[9].
Τη δεδομένη στιγμή πραγματοποιούνται αδιάκοπες προσπάθειες για την προστασία ολόκληρου του
γένους, στοχεύοντας στην συλλογή επαρκών ερευνητικών δεδομένων για βασικά χαρακτηριστικά του κάθε
είδους (μέγεθος πληθυσμού, κατανομή και τάσεις, απειλές και η επίδρασή τους στο περιβάλλον τους κ.α.)
που θα πρέπει να συνδυάζονται με την έρευνα του παραεμπορίου σε τοπικό και διηπειρωτικό
επίπεδο[8] .Επιτακτική κρίνεται η ανάγκη για προστασία και διαχείριση των βιοτόπων, η δημιουργία σχεδίου
αποκατάστασης του είδους και ελέγχου του παραεμπορίου, καθώς και η εκπαίδευση, ενημέρωση και
ευαισθητοποίηση των ανθρώπων σε τοπικό και διεθνές επίπεδο.
Ο παγκολίνος βέβαια, δεν έγινε γνωστός χάρη στις
μοναδικές φολίδες του ή την πρωτιά του
στο παρεμπόριο. Κατά το τέλος του 2019, παρατηρήθηκε
το πρώτο κρούσμα από έναν υψηλά παθογόνο κορωνοϊό,
τον SARS-CoV-2, που εντοπίστηκε στους υπαίθριους
πάγκους (wet markets) στη Γιουχάν της Κίνας (Εικ.7). Ο
ιός μεταδόθηκε ταχύτατα παγκοσμίως, προκαλώντας την
ασθένεια COVID-19 και κατ’ επέκταση την πανδημία του
2020. Ο κορωνοϊός είναι ένας ζωονοτικός, υψηλής
παθογένειας, ιός με γονιδίωμα μονόκλωνου RNA
θετικής πολικότητας , που δρα σε αναπνευστικό, εντερικό
και νευρικό σύστημα, καθώς και στο ήπαρ των ζώων και
των ανθρώπων.[10]
Έπειτα από σύγκριση του ανθρώπινου SARS-CoV-2 με
τον RaTG13 (κορωνοϊός των νυχτερίδων), παρατηρήθηκε
96% γονιδιωματική ταύτιση, καθιστώντας τις νυχτερίδες
ως ενδεχόμενο αρχικό ξενιστή του SARS-CoV-2 [11,12].
Εκτός από τον RaTG13 όμως, ο Pangolin-CoV είναι ο πιο στενά συνδεδεμένος κορωνοϊός με τον SARS-
CoV-2 και θεωρείται ο κυριότερος πιθανός ενδιάμεσος ξενιστής μεταξύ άλλων όπως είναι η γάτα, το ρακούν,
η μοσχογαλή και ο ασβός, ζώα που βρέθηκαν σε αγορές άγριων ζωντανών ζώων[13,14]. Ο αριθμός των
ενδεχόμενων ενδιάμεσων ξενιστών όμως, είναι ακόμη αβέβαιος[15]. Η μετάδοση
των ζωονοτικών κορωνοϊών στους ανθρώπους δια μέσω ενδιάμεσων ξενιστών, σχετίζεται με την
κατανάλωση των τελευταίων για το κρέας και το γάλα τους ή και από άμεση επαφή με αυτούς, γεγονός που
παρατηρείται και στην περίπτωση του παγκολίνου. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαία η απομάκρυνση και
Εικόνα 6:Απεικόνιση των κύριων διαδρομών προέλευσης και προορισμού του παγκολίνου και των φολίδων του για τα έτη 2007-2018.
Εικόνα 7: Εικόνα από υπαίθριους πάγκους (wet markets)
στην Γκαμπόν, της Κεντρικής Αφρικής. Νεκροί παγκολίνοι
διατίθενται στο εμπόριο, σε υψηλές τιμές, για το κρέας τους. Η
κατανάλωση παγκολίνων έχει μειωθεί, λόγω της συσχέτισής του
με τον νέο κορωνοϊό.
Κωνσταντινίδου Ελένη 01/02/2021
Κωνσταντινίδου Ελένη 01/02/2021
34
διακίνηση του θηλαστικού στις υγρές αγορές και για υγειονομικούς λόγους, ώστε να αποφευχθεί
η ζωονοσολογική μετάδοση [16].
Με μία σφαιρική ματιά, από μία -όσο δύναται- αντικειμενική οπτική, είναι φανερός ο στιγματισμός και η
εκμετάλλευση του θηλαστικού αυτού, που προκύπτουν από την εντατικοποίηση του παρεμπορίου, την
αδυναμία προστασίας του λόγω έλλειψης τόσο ερευνητικών δεδομένων, όσο και ισχυρών νομοθετικών
πλαισίων, καθώς και από την άγνοια και την έλλειψη ενημέρωσης. Μια συντονισμένη, ηχηρή δράση κρίνεται
απαραίτητη, με πρωταρχικό στόχο την ευαισθητοποίηση τόσο τοπικών κοινωνιών, όσο και των κρατικών
μηχανισμών, για την έγκαιρη διάσωση και των 8 ειδών, πριν να είναι αργά (Εικ.8).
Εικόνα 8: Ιστορικό σκίτσο παγκολίνου. Χρειάζεται συλλογική προσπάθεια και συμπεριληπτική ενημέρωση σε κάθε γωνιά του πλανήτη, για να
καταφέρουν να γνωρίσουν τον παγκολίνο και οι επόμενες γενιές.
Κωνσταντινίδου Ελένη 01/02/2021
35
Βιβλιογραφία
[1] Gaudin, Timothy and Emry, Robert and Wible, John. The Phylogeny of Living and Extinct Pangolins
(Mammalia, Pholidota) and Associated Taxa: A Morphology Based Analysis. Journal of Mammalian
Evolution. 2009;16 p. 235-305
[2] Manidae Search Results www.iucnredlist.org/search?taxonomies=101561&searchType=species
Τελευταία επίσκεψη 24/01/2021.
[3] Xing, S., Bonebrake, T. C., Cheng, W., Zhang, M., Ades, G., Shaw, D., Zhou, Y. Meat and medicine:
historic and contemporary use in Asia. In Challender, D.; Nash, H.; Waterman, C. (eds.). Pangolins: Science,
Society and Conservation (First ed.). Academic Press. 2019 p. 233
[4] Can the power of cultural mythology help give pangolins more than the ghost of a chance? eia-
international.org/blog/can-power-cultural-mythology-help-give-pangolins-ghost-chance/ Τελευταία
επίσκεψη 24/01/2021
[5] Heinrich, S., Wittman, T.A., Ross, J.V., Shepherd, C.R., Challender, D.W.S., and Cassey, P. (2017). The
Global Trafficking of Pangolins: A comprehensive summary of seizures and trafficking routes from 2010
2015. TRAFFIC, Southeast Asia Regional Office, Petaling Jaya, Selangor, Malaysia
[6] UNODC, Wildlife Crime: Pangolin scales. United Nations Office on Drugs and Crime. 2020
[7] Pangolin scale seizures at all-time high in 2019, showing illegal trade still booming
www.nationalgeographic.com/animals/2020/09/pangolin-scale-seizures-all-time-high-2019/ Τελευταία
επίσκεψη 24/01/2021
[8] Challender, D.W.S., Shepherd, C.R., Heinrich, S. and Katsis, L.. International trade and trafficking in
pangolins, 1900-2018. In: Challender, DWS., Nash, HC., Waterman, C. , Editors, Pangolins: Science, Society
and Conservation, Academic Press.2019
[9] Threats www.pangolinsg.org/pangolins/threats/ Τελευταία επίσκεψη 24/01/2021
[10] Liu, J., Xie, W., Wang, Y., Xiong, Y., Chen, S., Han, J., & Wu, Q. A comparative overview of COVID-
19, MERS and SARS: Review article. International journal of surgery. 2020;81 p.18.
[11] P. Zhou, X.-L. Yang, X.-G. Wang, B. Hu, L. Zhang, W. Zhang, et al., A pneumonia outbreak associated
with a new coronavirus of probable bat origin. Nature 2020;579:7798. p. 270273
[12] Z.J. Cheng, J. Shan, Novel coronavirus: where we are and what we know, Infection 2020;48:2. p. 155
163
[13] Zhang T, Wu Q, Zhang Z. Probable Pangolin Origin of SARS-CoV-2 Associated with the COVID-19
Outbreak. Current Biology. 2020 Apr 6;30(7):1346-1351.e2.
[14] Y. Guan, B.J. Zheng, Y.Q. He, X.L. Liu, Z.X. Zhuang, C.L. Cheung, et al., Isolation and characterization
of viruses related to the SARS coronavirus from animals in southern China, Science. 2003;302:5643. p. 276
278
[15] J. Shi, Z. Wen, G. Zhong, H. Yang, C. Wang, B. Huang, et al., Susceptibility of Ferrets, Cats, Dogs, and
Other Domesticated Animals to SARS-Coronavirus 2, Science. 2020;368 p.1016-1020
[16] Lam TT, Jia N, Zhang YW, Shum MH, Jiang JF, Zhu HC, Tong YG, Shi YX, et al. Identifying SARS-CoV-2-related
coronaviruses in Malayan pangolins. Nature. 2020;583:7815 p.282-285
Πηγές εικόνων
Eικόνα 1: © Nigel J Dennis
Εικόνα 2: © 2015 WhatSpecies
Εικόνα 3: © Dennis D. Grey
Εικόνα 4: © TRAFFIC
Εικόνα 5: © UNODC
Εικόνα 6: © UNODC
Εικόνα 7: © Steeve Jordan AFP
Εικόνα 8: BioDivLibrary on VisualHunt.com / CC BY
Κωνσταντινίδου Ελένη 01/02/2021
Κωνσταντινίδου Ελένη 01/02/2021
36
Σιβέτες επί ξυρού ακμής: Μεταξύ παράδοσης και
επιδημίας
Συμεωνίδου Ευτυχία
Η μασκοφόρος σιβέτα είναι ένα από τα πολλά είδη ζώων που διαβιούν στις τροπικές περιοχές της
Νοτιοανατολικής Ασίας και το κρέας της εμπορεύεται στις υπαίθριες αγορές των περιοχών αυτών. Οι
σιβέτες συσχετίστηκαν με την εμφάνιση του SARS το 2002 και θεωρήθηκαν ο φυσικός ξενιστής του ιού
αν και αργότερα η υπόθεση αυτή διαψεύστηκε.
Οι σιβέτες (ελ. μοσχογαλές) είναι μια μεγάλη ομάδα
νυκτόβιων θηλαστικών που κατατάσσονται στην
ευρύτερη οικογένεια Viveridae και ζουν σε ποικιλία
τροπικών ενδιαιτημάτων της Αφρικής και της Ασίας [1].
Η Ασιατική μασκοφόρος σιβέτα (masked palm civet
Paguma larvata) η οποία έχει συσχετιστεί με την
εμφάνιση του ιού SARS-CoV, είναι το είδος στο οποίο θα
εστιάσει το συγκεκριμένο άρθρο (Εικ.1).
Η ονομασία της μασκοφόρου σιβέτας σχετίζεται με
τα χαρακτηριστικά του προσώπου (μάσκα) καθώς φέρει
μια χαρακτηριστική λευκή λωρίδα που χωρίζει το
πρόσωπο σε δύο ημισφαίρια και εκτείνεται από τη μύτη
ως το μέτωπο. Χαρακτηρίζεται ως νυκτόβιος θηρευτής
και διαθέτει ένα τεράστιο γεωγραφικό εύρος κατανομής,
καθώς διαβιεί σε βιοτόπους σε όλη την Νοτιοανατολική
Ασία (Εικ.2) και θεωρείται σύμφωνα με την κόκκινη
λίστα της IUCN (IUCN Red List Κατάλογος με καταγραφή της κατάστασης διατήρησης ειδών ζώων και
φυτών) ως είδος χαμηλής σημασίας (LC Least Concern) [2,3]. Οι κυριότεροι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η
ασιατική μασκοφόρος σιβέτα είναι ο κατακερματισμός ή και η πλήρης απώλεια του ενδιαιτήματος της καθώς
και το κυνήγι σε όλο το εύρος της κατανομής της, παρότι δεν είναι τόσο ευάλωτη όσο άλλα είδη πανίδας.
Εικόνα 1: Ασιατική Μασκοφόρος Σιβέτα (Masked Palm
Civet Paguma larvata). Στο πρόσωπο διακρίνεται η
χαρακτηριστική λευκή γραμμή της μάσκας.
Εικόνα 2: Κατανομή μασκοφόρου σιβέτας. Περιοχές που αποτελούν το φυσικό ενδιαίτημα της μασκοφόρου σιβέτας (πορτοκαλί), περιοχές
στις οποίες έχει εισαχθεί (μωβ) και περιοχές στις οποίες δεν είναι γνωστή η παρουσία της ή μη (γκρι).
37
Οι σιβέτες είναι μια από τις πιο διαδεδομένες «λιχουδιές» που πωλούνται σε υπαίθριες αγορές (wet
markets) της Ασίας. Στις συγκεκριμένες αγορές πωλούνται ζωντανά ζώα κυρίως για βρώση αλλά και για
φαρμακευτικούς σκοπούς και θανατώνονται την στιγμή της πώλησης. Στις μέρες μας, το εμπόριο σιβετών και
άλλων ειδών άγριας πανίδας φαίνεται να εντείνεται ακόμη περισσότερο και αποτελεί δείγμα της
μεταβαλλόμενης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Συγκεκριμένα, η κατανάλωση σπάνιων αγρίων
θηραμάτων αποτελεί ένδειξη πλούτου και ισχύος καθώς το κρέας τους θεωρείται πιο υγειινό και θρεπτικό. Η
αυξημένη ζήτηση έχει οδηγήσει στην εντατική θήρευση αλλά και στην δημιουργία εκτροφείων για την
κάλυψη των αγοραστικών αναγκών αλλά και ως πηγή εισοδήματος για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα
[4,5].
Ένα από τα πιο γνωστά και ακριβοπληρωμένα πιάτα στο οποίο περιέχεται το κρέας της σιβέτας, είναι η
κινέζικη σούπα Δράκος, Τίγρης και Φοίνικας (Dragon, Tiger, and Phoenix soup). Η συγκεκριμένη σούπα
περιέχει κρέας σιβέτας που αποτελεί την «τίγρη» του μείγματος αλλά και κρέας από φίδια και κοτόπουλο που
αντιστοιχούν στον «δράκο» και τον «φοίνικα». Οι πελάτες των εστιατορίων που σερβίρουν πιάτα με
συστατικά άγριας πανίδας πληρώνουν υπέρογκα ποσά για να δοκιμάσουν την περίφημη σούπα που θεωρείται
πως διαθέτει θεραπευτικές ιδιότητες [6,7].
Η συνύπαρξη των σιβετών με διάφορα άλλα είδη άγριας πανίδας καθώς με τους ανθρώπους στις
υπαίθριες αγορές αποτελεί μια ιδιαίτερα επικίνδυνη πρακτική η οποία θεωρείται πως οδήγησε στην εμφάνιση
του ιού SARS-CoV που προκαλεί το Σοβαρό Οξύ Αναπνευστικό Σύνδρομο (SARS Severe Acute
Respiratory Syndrome). Ο ιός SARS-CoV (Εικ.3) ανήκει στην οικογένεια των κορωνοϊών (Coronaviridae)
οι οποίοι προκαλούν λοιμώξεις του αναπνευστικού και του εντερικού συστήματος. Ο συγκεκριμένος ιός
μολύνει το βλεφαριδοφόρο (κροσσωτό) βρογχικό επιθήλιο και τα πνευμονοκύτταρα τύπου 2 [8]. Τα αρχικά
συμπτώματα του SARS περιλαμβάνουν πυρετό, μυαλγίες και πονοκέφαλο ενώ μετά την πρώτη βδομάδα τα
συμπτώματα ίσως γίνουν πιο έντονα με υψηλό πυρετό που ξεπερνά τους 38°C, βήχα και δυσκολία στην
αναπνοή [9].
Τα πρώτα κρούσματα του SARS εμφανίστηκαν τον Νοέμβριο του 2002 στην επαρχία Guangdong της
Κίνας. Στην πλειονότητα τους, οι πρώτοι ασθενείς είχαν επαφή με ζώα πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων
και σχετίζονται με τις υπαίθριες αγορές της πόλης Guangzhou [10]. Τρεις μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο
του 2003, ο ιός είχε φτάσει στο Χονγκ-Κονγκ και από εκεί μεταφέρθηκε μέσω ασθενών στο Βιετνάμ, την
Σιγκαπούρη και τον Καναδά. Λίγο αργότερα, τον Μάρτιο του 2003 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO)
σήμανε παγκόσμιο συναγερμό με την επιδημία να τελειώνει τον Ιούλιο του ίδιου έτους με 8098 κρούσματα
και 779 θανάτους σε 29 χώρες [11].
Συμεωνίδου Ευτυχία 01/02/2021
Εικόνα 3: Δομή το κορωνοϊού SARS-CoV. Οι κορωνοϊοί πήραν το όνομα τους από τις χαρακτηριστικές ακίδες που εντοπίζονται στην
επιφάνεια τους και δίνουν την εντύπωση ενός στέμματος/κορώνας.
38
Τα πρώτα ζώα που «ενοχοποιήθηκαν» για την μετάδοση του SARS στον άνθρωπο ήταν οι σιβέτες. Πιο
συγκεκριμένα, σε δείγματα από 25 διαφορετικά ζώα (που ανήκαν σε 7 διαφορετικά είδη) που πάρθηκαν το
2003 στην αγορά της Shenzhen βρέθηκαν 3 σιβέτες θετικές στον SARS-CoV και απομονώθηκε ένα στέλεχος
ενός ιού όμοιου με τον ανθρώπινο SARS-CoV [8,12,13]. Παράλληλα, σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν την
ίδια χρονιά βρέθηκε πως η εμφάνιση αντισωμάτων για τον SARS-CoV ήταν πολύ υψηλότερη στους εμπόρους
άγριας πανίδας και ιδίως στους εμπόρους μασκοφόρων σιβετών (ποσοστό 72 %). Τέλος, σε έλεγχο 4
κρουσμάτων σε ανθρώπους που προέκυψαν την περίοδο 2003-2004 (μετά το πέρας της επιδημίας) βρέθηκε
πως κανένας δεν είχε ιστορικό επαφής με άλλο μολυσμένο άτομο αλλά όλοι είχαν έρθει σε επαφή με κάποιο
ζώο (δεν είναι γνωστό αν πρόκειται για σιβέτες) [13].
Παρά το γεγονός ότι πολλά ζώα βρέθηκαν να είναι επιρρεπή στην μόλυνση από τον ιό, το ενδιαφέρον
εστιάστηκε στις σιβέτες καθώς αποτελούσαν μεγάλο ποσοστό του συνολικού εμπορεύματος στις υπαίθριες
αγορές. Ωστόσο, σε περαιτέρω εξετάσεις σε εκτροφεία και σε αγορές βρέθηκε πως τα ζώα δεν διέθεταν
αντισώματα για τον ιό, δηλαδή δεν αποτελούσαν την φυσική δεξαμενή επώασης του, αλλά πιθανότερα ήταν
και οι ίδιες φορείς του που ασθενούσαν από αυτόν. Η παραπάνω υπόθεση ενισχύθηκε επιπλέον όταν σιβέτες
που μολύνθηκαν πειραματικά με δύο διαφορετικά στελέχη του ιού εμφάνισαν συμπτώματα του συνδρόμου
[13]. Μεταγενέστερες μελέτες έδειξαν πως οι φυσικοί ξενιστές του ιού είναι νυχτερίδες (horsehoe bats
νυχτερίδες με μύτη που μοιάζει με πέταλο αλόγου) του γένους Rhinolophus. Οι νυχτερίδες είναι
ασυμπτωματικοί φορείς μεγάλου εύρους ιών κάποιοι από τους οποίους μπορούν να μολύνουν και ζώα (Εικ.4).
Οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν πως το προγονικό στέλεχος του ιού στις νυχτερίδες πιθανόν μεταλλάχθηκε
και κατάφερε να μεταδοθεί στις σιβέτες ή σε άλλα θηλαστικά που το μετέδωσαν σε αυτές και από εκεί στους
ανθρώπους [8]. Η επαφή και η μετάδοση του στελέχους από τις νυχτερίδες στον ενδιάμεσο φορέα μπορεί να
έχει συμβεί με πολλούς τρόπους όπως μέσω της αλληλεπίδρασης στο φυσικό περιβάλλον (π.χ. σπηλιές όπου
ζουν οι νυχτερίδες) αλλά και στις υπαίθριες αγορές όπου πωλείται ποικιλία ζώων τα οποία στοιβάζονται σε
κλουβιά με μεγάλη εγγύτητα μεταξύ τους [13].
Οι υπαίθριες αγορές και το εμπόριο αγρίων ζώων σε αυτές αποτελούν μια ιδιαίτερα επικίνδυνη πρακτική
η οποία ωστόσο αποτελεί μέρος της παράδοσης των λαών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Οι ίδιες οι σιβέτες
έχουν κατηγορηθεί για την εμφάνιση του SARS, ιδίως στα πρώτα χρόνια της εμφάνισης του, και πολλές
οδηγήθηκαν στον θάνατο. Το πρόβλημα της εκμετάλλευσης των αγρίων ζώων αποτελεί ένα μείζον ζήτημα
ακόμη και στις μέρες μας και απαιτεί συνετή διαχείριση και εξομάλυνση.
Εικόνα 4: Πιθανότερη πορεία μετάδοσης του SARS.
Συμεωνίδου Ευτυχία 01/02/2021
39
Βιβλιογραφία
[1] Gaulbert P, Wozncraft WC, Cordeiro-Estrela P, Veron G. Mosaics of Convergences and Noise in
Morphological Phylogenies: What’s in a Viverrid like Carnivoran? Systematic Biology 2005; doi:
10.1080/10635150500232769
[2] IUCN Red List Database: www.iucnredlist.org/species/41692/45217601 τελευταία επίσκεψη: 6/1/2021
[3] Thai National Parks Database: www.iucnredlist.org/species/41692/45217601 τελευταία επίσκεψη:
6/1/2021
[4] Magouras I., Brookes V.J, Jori F. Martin A., Pfeiffer D.U., Dürr S. Emerging Zoonotic Diseases: Should
We Eethink the Animal-Human Interface? Frontiers in Veterinary Science 2020; doi:
10.3389/fvets.2020.582743
[5] Volpato G., Fontefrancesco M.F., Gruppuso P., Zocchi D.M., Pieroni A. Baby pangolins on my plate
possible lessons to learn from the COVID-19 pandemic, Journal of Ethnobiology and Ethnomedicine 2020;
doi: 10.1186/s13002-020-00366-4
[6] Slate Magazine Database: https://slate.com/news-and-politics/2004/01/what-does-civet-cat-taste-
like.html Τελευταία επίσκεψη: 7/1/2021
[7] The Guardian Database: www.theguardian.com/world/2003/may/24/china.sars Τελευταία επίσκεψη
7/1/2021
[8] Cui J., Li F., Shi Z.L. Origin and Evolution of pathogenic coronaviruses, Nature Reviews Microbiology
2019; doi: 10.1038/s41579-018-0118-9
[9] Mayo Clinic Database: www.mayoclinic.org/diseases-conditions/sars/symptoms-causes/syc-20351765
τελευταία επίσκεψη: 8/1/2021
[10] Yang Y., Peng F., Wang R. et al. The deadly coronaviruses: The 2003 SARS pandemic and the 2020
novelcoronavirus epidemic in China, Journal of Autoimmunity 2020; doi: doi. /10.1016/j.jaut.2020.102434
[11] Lam W. C., Zhong N.S., Tan W.C. Overview on SARS in Asia and the World, Respirology 2003; doi:
10.1046/j.1440-1843.2003.00516.x
[12] Webster R.G. Wet markets a continuing source of severe acute respiratory syndrome and influenza?,
Lancet 2004; doi: 10.1016/S0140-6736(03)15329-9
[13] Wang LF, Eaton TB. Bats, Civets and the Emergence of SARS, n: Childs J.E., Mackenzie J.S., Richt J.A.
editors Wildlife and Emerging Zoonotic Diseases: The Biology, Circumstances and Consequences of Cross-
Species Transmission. Current Topics in Microbiology and Immunology, vol 315. Springer, Berlin,
Heidelberg.
Πηγές Εικόνων
Εικόνα 1: ©Denise Chan
Εικόνα 2: IUCN, 2016. Geographic Range - Paguma larvata,
Εικόνα 3: Holmes V.K, SARS-Associated Coronavirus, N Engl J Med 2003; doi: 0.1056/NEJMp030078
Εικόνα 4: Sheahan T.P., Baric R.S. SARS Coronavirus Pathogenesis and Therapeutic Treatment Design. In:
Lal S. (eds) Molecular Biology of the SARS-Coronavirus 2010; Springer, Berlin, Heidelberg. doi:
/10.1007/978-3-642-03683-5_13
Συμεωνίδου Ευτυχία 01/02/2021
40
Η μοσχογαλή κι ο ακριβότερος καφές: οι κόποι για το
Kopi Luwak
Παντελιδάκης-Χατζόπουλος Μάξιμος- Γεώργιος
Ο ακριβότερος καφές του κόσμου (Kopi Luwak) παράγεται στην Ινδονησία από τα περιττώματα ενός
μικρού θηλαστικού (Paradoxurus hermaphroditus). Μια συνήθεια, αρχικά για την κάλυψη βιοτικών
αναγκών, ενσωματώθηκε στην αγορά και διαφημίστηκε ως παραδοσιακή τακτική, καθιστώντας τον
καφέ «προϊόν πολυτελείας». Η αυξημένη ζήτηση εντατικοποίησε την παραγωγή και, επακόλουθα, την
βίαιη εκμετάλλευση του ζώου.
Το Paradoxurus hermaphroditus (Pallas, 1777)
είναι ένα μικρό (2-5 kg) θηλαστικό που ενδημεί
στην νότια και νοτιοανατολική Ασία. Ταξινομικά,
ανήκει στην Τάξη των Σαρκοφάγων, αν και είναι
παμφάγο[1]. Στα ελληνικά, η κοινή ονομασία της
οικογένειας Viverridae είναι «μοσχογαλή»:
μόσχος, οσμή, λόγω των πρωκτικών εκκρίσεων
(σημαντικός ρόλος στην ενδοειδική επικοινωνία)
και γαλή, γάτα ή νυφίτσα, στα αρχαία ελληνικά
(λόγω της ομοιότητας με τα δύο αυτά ζώα).
Πρόσφατες έρευνες προτείνουν τον διαχωρισμό
του P. hermaphroditus σε τρία διαφορετικά
υποείδη και χαρακτηρίζουν το τάξο του ως
παραφυλετικό[2].
Η μοσχογαλή είναι νυκτόβιο, δεντρικό και
μοναχικό ζώο (Εικ. 1). Ζευγαρώνει καθ’ όλη την
διάρκεια του έτους, τα μικρά θηλάζουν για δύο
μήνες ενώ, μετά τον απογαλακτισμό, εκλείπει
εντελώς η γονική φροντίδα. Τα δέντρα τής προσφέρουν κάλυψη από θηρευτές. Την ημέρα κοιμούνται πάνω
τους για περίπου 16 ώρες, ενώ το βράδυ, είναι εξαιρετικά δραστήρια αναζητώντας και κυνηγώντας την τροφή
τους [3]. Η δίαιτά της περιλαμβάνει κατ’ εξοχήν καρπούς δέντρων, αλλά τρέφεται επίσης με έντομα και μικρά
σπονδυλωτά[4]. Η μοσχογαλή έχει ευρύ φάσμα ενδιαιτημάτων και
εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα. Τα ζώα επισκέπτονται
κατοικημένες περιοχές, αναζητώντας τροφή σε κήπους, αποθήκες
και σκουπίδια (Εικ. 2). Ως εκ τούτου, προκαλούν όχληση στους
ανθρώπους καταστρέφοντας καρποφόρα δέντρα ή προκαλώντας
θορύβους κατά τις νυχτερινές «επισκέψεις». Έχουν σημειωθεί
περιστατικά θανάτωσης από κατοίκους, με πρόσχημα αυτήν την
ενόχληση. Στην αντίπερα όχθη, αν και εξαιρετικά σπάνια, έχουν
γίνει προσπάθειες εξημέρωσης του ζώου και υιοθέτησης ως
κατοικίδιο.
Το P. hermaphroditus είναι παγκοσμίως γνωστό για την
συμβολή του στην παραγωγή του ακριβότερου καφέ στον κόσμο, του kopi luwak (μτφ. «καφές νυφίτσας»).
Η διαδικασία είναι η εξής: κόκκοι του καφέ συλλέγονται από τα περιττώματα της μοσχογαλής και, αφού
καθαριστούν, αφυδατωθούν και καβουρδιστούν, πωλούνται για 100$ το κιλό, το λιγότερο (Εικ. 3).
Η τεχνική αυτή δεν αποτελεί παραδοσιακή πρακτική: δημιουργήθηκε από την ανάγκη των ιθαγενών λαών
της Ινδονησίας να επωφεληθούν από την -παράνομη- αγοραπωλησία καφέ, κατά την περίοδο της Ολλανδικής
Εικόνα 2: Μοσχογαλές στην σκεπή μιας οικίας.
Εικόνα 1: Μία μοσχογαλή αναρριχόμενη σε κλαδί δέντρου την νύχτα
(πιο δραστήρια). Στα πλαίσια, μερικοί χαρακτηριστικοί φαινότυποι του
είδους.
41
αποικιοκρατίας[9]. Οι αποικιοκράτες εισήγαγαν το φυτό
(Coffeea arabica και Coffea canephora) με σκοπό την
παραγωγή καφέ, αλλά η αυτόνομη καλλιέργεια, η
συγκομιδή και η κατανάλωση ήταν παράνομα για τους
ντόπιους. Όταν οι ιθαγενείς ανακάλυψαν (19ο αι.) πως
τα περιττώματα της μοσχογαλής περιείχαν σχεδόν
άθικτους τους καρπούς, βρήκαν μία «διέξοδο» στο
εμπάργκο. Πιθανολογείται ότι η γαστρεντερική χλωρίδα
της μοσχογαλής, και συγκεκριμένα οι ενζυμικές
εκκρίσεις του βακτηρίου Gluconobacter που ενδημεί
εκεί[6], αποτελεί περιβάλλον ζύμωσης των καρπών
τροποποιώντας την γεύση του τελικού προϊόντος. Η
«μοναδική» γεύση και η «παραδοσιακή» τεχνική
παραγωγής του καφέ, έχουν διαφημιστεί επαρκώς ώστε
να μυθοποιηθεί εμπορικά. Η ακρίβεια του όμως, δεν
οφείλεται στο κόστος παραγωγής ή σε κάποια ιδιαίτερα
συστατικά του συγκεκριμένου καφέ (Πίν. 1), αλλά στην
ιστορία που λέγεται πως ακολουθεί το προϊόν.
Λόγω της προσαρμοστικότητάς της, η μοσχογαλή
έχει υποστεί και τις συνέπειες της αστικοποίησης.
Αιχμαλωτίσεις ή και θάνατος από ανθρώπους που
ενοχλήθηκαν, ατυχήματα σε αυτοκινητόδρομους, εκτεταμένη ξύλευση που αφαιρεί το φυσικό της «σπίτι» (τα
δέντρα) είναι μερικές από τις απειλές. Παρ’ όλα αυτά, έχει δείξει εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα και
επικρατεί η άποψη ότι η σημαντικότητα των προαναφερθέντων απειλών δεν είναι μεγάλη[7]. Άλλες έρευνες,
βασισμένες κυρίως σε πρωτογενή δεδομένα (π.χ. συνεντεύξεις με ντόπιους) υπογραμμίζουν την λαθροθηρία
ως μείζον πρόβλημα. Η λαθροθηρία οφείλεται πρωτίστως στην όχληση (όπως προαναφέρθηκε) ενώ, ιδιαίτερα
στην περιοχή της Κίνας, η μοσχογαλή θηρεύεται και για το κρέας της[8].
Πίνακας 2 Οι διαφορές στο χημικό περιεχόμενο του κλασσικού καφέ (arabica) με τον kopi luwak . Προσαρμοσμένο[9].
Όσον αφορά την παραγωγή του kopi luwak το ζώο απειλείται από τις βίαιες και μη ελεγχόμενες μεθόδους
αιχμαλώτισης που συχνά το τραυματίζουν. Μετά την αιχμαλώτιση, η εκτροφή στα κλουβιά αποτελεί ένα
εξαιρετικά στρεσογόνο περιβάλλον. Φυσιολογικά, την ημέρα ξεκουράζεται ή/και κοιμάται ώστε να έχει την
απαραίτητη ενέργεια για θήρευση και ζευγάρωμα την νύχτα. Η διατροφή του περιλαμβάνει μια ποικιλία από
φρούτα, έντομα και μικρά σπονδυλωτά. Οι δύο αυτές συνήθειες του ζώου αντιστρέφονται κατά την εκτροφή
του σε φάρμες kopi luwak: α) το ζώο είναι αιχμαλωτισμένο σε μικρά κελιά αποτρέποντάς το από το να κινηθεί
επαρκώς (το σκαρφάλωμα και το κυνήγι είναι αγαπημένες/αναγκαίες δραστηριότητες) και β) η διατροφή του
περιορίζεται σε καρπούς Coffeea arabica, με στόχο την μεγάλη παραγωγή περιττωμάτων αλλά με συνέπεια
την έλλειψη των απαραίτητων θρεπτικών που προσφέρουν άλλες πηγές τροφής. Το κέρδος αυξάνεται με την
χρήση εργαστηριακών καρπών (όχι αγρίου-τύπου), μειώνοντας επιπρόσθετα την διατροφική αξία της δίαιτας.
Κατά την επιδημία του SARS-CoV το 2003 – 2004, οι μοσχογαλές εικάζονταν πως αποτελούσαν πηγή του
ιού[11]. Ως εκ τούτου, το 2004 στην Κίνα, 10.000 άτομα του συγγενικού είδους Paguma larvata,
θανατώθηκαν[12]. Όμως, πολλαπλές φυλογενετικές αναλύσεις των ιικών στελεχών απέδειξαν ότι οι
μοσχογαλές ήταν ενδιάμεσοι φορείς του ιού, που με την σειρά τους προσβλήθηκαν από εξελιγμένα στελέχη[5]
(πιθανώς από άλλα ζώα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου).
Κατά την τρέχουσα πανδημία του SARS-CoV-2 η μοσχογαλή δεν αποτέλεσε ενδιάμεσο φορέα του νέου
κορωνοϊού[10].
Χημική σύσταση (%)
Τύπος καφέ
Πρωτεΐνη
Καφεΐνη
Σάκχαρα
Λίπη
Οξύτητα
(pH)
Arabica
9,48
0,7
1,9
8,5
6,9
Kopi Luwak (καβουρδισμένος)
8,8
0,52
1,6
9,3
5,7
Εικόνα 3: Συνοπτικά, η διαδικασία παραγωγής του kopi
luwak από το φυτό στο φλιτζάνι.
Παντελιδάκης-Χατζόπουλος Μάξιμος-Γεώργιος 01/02/2021
42
Βιβλιογραφία
[1] Wozencraft W. C. Order Carnivora. Ιn: Wilson D. E. Reeder D. M., editors. Mammal species of the world:
a taxonomic and geographic reference. Johns Hopkins University Press, Baltimore, Maryland; 2005. p. 532-
628
[2] Patou, M.-L., Wilting, A., Gaubert, P., Esselstyn, J. A., Cruaud, C., Jennings, A. P., Fickel, J., Veron, G.,
Evolutionary history of the Paradoxurus palm civets - a new model for Asian biogeography. Journal of
Biogeography. 2010; doi:10.1111/j.1365-2699.2010.02364.x
[3] Anup R. Joshi, James L. David Smith, Francesca J. Cuthbert, Influence of Food Distribution and Predation
Pressure on Spacing Behavior in Palm Civets, Journal of Mammalogy. 1995; doi:10.2307/1382613
[4] Nakashima, Y., Inoue, E., Inoue-Murayama, M., & Sukor, J. A. High Potential of a Disturbance-Tolerant
Frugivore, the Common Palm Civet Paradoxurus hermaphroditus (Viverridae), as a Seed Disperser for Large-
Seeded Plants. Mammal Study. 2010; doi:10.3106/041.035.0307
[5] Wang, M., Yan, M., Xu, H., Liang, W., Kan, B., Zheng, B., … Xu, J. SARS-CoV Infection in a Restaurant
from Palm Civet. Emerging Infectious Diseases. 2005; doi:10.3201/eid1112.041293
[6] Watanabe H, Ng CH, Limviphuvadh V, Suzuki S, Yamada T. Gluconobacter dominates the gut
microbiome of the Asian palm civet Paradoxurus hermaphroditus that produces kopi luwak. PeerJ Life and
Environment. 2020; doi:10.7717/peerj.9579
[7] Nakabayashi M., Nakashima Y., Hearn A.J., Ross J., Alfred R., Samejima H., Wilting A., Predicted
distribution of the common palm civet Paradoxurus hermaphroditus (Mammalia: Carnivora: Viverridae) on
Borneo. Raffles Bulletin of Zoology. 2016;33:8488
[8] Jelil et al., Poaching record of a Common Palm Civet Paradoxurus hemaphroditus from Assam, India.
Small Carnivore Conservation. 2016;56:3135
[9] Ifmalinda, I., Setiasih, I., Muhaemin, M., & Nurjanah, S., Chemical Characteristics Comparison of Palm
Civet Coffee (Kopi Luwak) and Arabica Coffee Beans. Journal of Applied Agricultural Science and
Technology. 2019; doi:10.32530/jaast.v3i2.110
[10] Yuan S., Jiang SC., Li ZL., Analysis of Possible Intermediate Hosts of the New Coronavirus SARS-CoV-
2. Frontiers in Veterinary Sciences. 2020; doi:10.3389/fvets.2020.00379
[11] In China the civet cat is a delicacy - and may have caused Sars, The Guardian,
https://www.theguardian.com/world/2003/may/24/china.sars Τελευταία επίσκεψη 19 Ιαν. 2021
[12] China to Kill 10,000 Civet Cats in Effort to Eradicate SARS, The New York Times,
https://www.nytimes.com/2004/01/05/world/china-to-kill-10000-civet-cats-in-effort-to-eradicate-sars.html,
Τελευταία επίσκεψη 19 Ιαν. 2021
Πηγές εικόνων
Εικόνα 1: Τροποποιημένη φωτογραφία από Bernard Dupont, flic.kr/p/cRCgLA (CC-BY-SA 2,0)
Εικόνα 2: Dominic Robinson / Alamy Stock Photo, www.alamy.com/stock-photo-common-palm-civet-or-
toddy-cat-on-corrugated-metal-roof-in-bharatpur-135638355.html
Εικόνα 3: Πρωτότυπο κολλάζ χρησιμοποιώντας τις φωτογραφίες:
John Reiner, Kopi Luwak https://flic.kr/p/bfyHpk (CC BY-NC 2.0)
Mike, civet coffee tartar van java https://flic.kr/p/MmrXuy (CC BY-SA 2.0)
shankar s., Cluster of coffee beans as excreted by the animal, prior to clearing and roasting
https://flic.kr/p/PtxK9T (CC BY 2.0)
Bernard DUPONTF, Common Palm Civet (Paradoxurus hermaphroditus) https://flic.kr/p/cRCgLA (CC-BY-
SA 2,0)
Παντελιδάκης-Χατζόπουλος Μάξιμος-Γεώργιος 01/02/2021
43
Και αυτά τα άσχημα πουλιά… καπνίζονται;
Η κρίση των Αφρικανικών γυπών και η θέση τους στις παραδοσιακές πρακτικές
Ταλιούρα Άρτεμις
Οι γύπες αποτελούν παρεξηγημένα πτηνά που σχεδόν πάντοτε παρουσιάζονται ως κακά, ύπουλα και
βρώμικα. Ο Δαρβίνος, μάλιστα, συναντώντας ένα είδος του Νέου κόσμου, τους χαρακτήρισε ως
«αηδιαστικά πουλιά… γεννημένα να διασκεδάζουν στην σήψη» [1]. Τα ζώα αυτά, ωστόσο, αποτελούν
ένα σημαντικό στοιχείο της βιοποικιλότητας και του πολιτισμού των τόπων όπου ζουν και προσφέρουν
σημαντικές οικολογικές υπηρεσίες [18].
Υπάρχουν 23 είδη γυπών που διακρίνονται στους γύπες του Νέου και του Παλαιού Κόσμου. Οι γύπες του
Νέου κόσμου (7 είδη), απαντώνται αποκλειστικά στην Αμερική ενώ αυτοί του Παλαιού κόσμου αποτελούν
τα υπόλοιπα 16 είδη και απαντώνται στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία. Αποτελούν μεγάλα Αετόμορφα
πτωματοφάγα πτηνά, με χαρακτηριστικό γυμνό λαιμό (Εικ.1), που τρέφονται με κουφάρια άγριων ή και
οικόσιτων ζώων. Ως τα μόνα γνωστά επιτυχημένα αποκλειστικά πτωματοφάγα ζώα, είναι απολύτως
προσαρμοσμένοι σε αυτόν τον τρόπο ζωής[1,19].
Εκμεταλλευόμενοι τα ανοδικά θερμά
αέρια ρεύματα μπορούν να πετούν για
μεγάλα χρονικά διαστήματα [2] και σε
μεγάλα υψόμετρα [3], καλύπτοντας
τεράστιες αποστάσεις με σχετικά μικρή
κατανάλωση ενέργειας. Σε συνδυασμό με
την καταπληκτική όρασή τους και την
ικανότητά τους να παρατηρούν τις
κινήσεις άλλων γυπών στον αέρα,
δημιουργούν τεράστια δίκτυα, έκτασης
πολλών χιλιομέτρων, για την από κοινού
αναζήτηση τροφής [2]. Το μέγεθός τους
(2-11 kg) τους επιτρέπει να
καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες
τροφής και το ειδικά προσαρμοσμένο
όξινο στομάχι τους (τιμές pH 1-2) τους
δίνει την δυνατότητα να «καθαρίζουν»
οργανικά απορρίμματα και παθογόνους μικροοργανισμούς, γεγονός που βοηθάει σημαντικά στην μείωση της
εξάπλωσης ενός πλήθους ασθενειών [1]. Οι μοναδικές αυτές προσαρμογές τους, τους καθιστούν τους πλέον
σημαντικούς «καθαριστές» του οικοσυστήματος.
Στην Αφρική εντοπίζονται 11 είδη γύπα (Πίν.1), εκ των οποίων τα 7 σύμφωνα με την IUCN είναι ήδη
ταξινομημένα ως Απειλούμενα, με 3 να έχουν χαρακτηριστεί ως Κινδυνεύοντα (Endangered) και 4 Κρισίμως
Κινδυνεύοντα (Critically Endangered). Όλα τα είδη αυτά τα τελευταία 50 χρόνια έχουν υποστεί σημαντικές
μειώσεις, σε ποσοστά 80-97%, οδηγώντας στην λεγόμενη κρίση των γυπών της Αφρικής (African Vulture
Crisis)[4,17,20,21].
Από τις αρχές του γένους Homo, υπάρχουν ενδείξεις που υποστηρίζουν την αλληλεπίδρασή του με τους
γύπες. Φαίνεται, αρχικά, να εκμεταλλεύονταν την παρατήρηση των ζώων αυτών για τον εντοπισμό νεκρών
ζώων ώστε να τραφούν, ενώ στην πορεία του χρόνου, ευρήματα υποδηλώνουν χρήση των πτηνών αυτών σε
πολιτισμικές πρακτικές και δοξασίες, καθώς και ως εργαλεία. Με την αύξηση των πληθυσμών του ανθρώπου
και την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, η «χρήση» τους περιορίστηκε κυρίως στον καθαρισμό του
περιβάλλοντος από νεκρά ζώα [5].
Εικόνα 1: Ένας Trigonoceps occipitalis και δύο Gyps africanus.
44
Οι αντιλήψεις για τα ζώα αυτά μεταξύ των φυλών της Αφρικής ποικίλουν. Για πολλούς, οι γύπες είναι
συνδεδεμένοι με μαύρη μαγεία, κακούς οιωνούς και αρρώστιες. Πολλές φυλές, από την άλλη, φαίνεται να
σέβονται και να τιμούν τους γύπες, με τις διάφορες λαϊκές ονομασίες να προδίδουν την θέση τους στην
Αφρικανική Λαογραφία. Σύμφωνα με αναφορές, ο γύπας αποτελεί σύμβολο γονιμότητας, ασφάλειας,
αγνότητας και ζωής, ενώ ιστορίες τον θέλουν να είναι η Αρχική Μητέρα Γη. Μάλιστα, ορισμένες φυλές της
Γκάνας τους θεωρούν είδη τοτέμ που συμβολίζουν την δύναμη, την ειρήνη και την υπομονή [6] και τους
συμβουλεύονται για πνευματική έμπνευση και μιμούνται τα χαρακτηριστικά τους [7].
Παρά την μακροχρόνια αλληλεπίδραση των ανθρώπων με τα πτηνά αυτά, οι πληθυσμοί των γυπών της
Αφρικής, κινδυνεύουν κατά κύριο λόγο από ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Οι καταγεγραμμένοι θάνατοι
(7.819) κατά το διάστημα 1972-2014[4] αποδόθηκαν κατά 61% σε δηλητηριάσεις (σκόπιμες και μη), κατά
29% σε αγοραπωλησία και χρήσεις συσχετιζόμενες με πολιτισμικές πρακτικές, κατά 9% από συγκρούσεις με
ανθρώπινες υποδομές (κυρίως πυλώνες και ανεμογεννήτριες), ενώ μόνο το υπολειπόμενο 1% αποδίδεται σε
άλλα αίτια όπως είναι το κυνήγι για τροφή, η απώλεια ενδιαιτήματος, η κλιματική αλλαγή κ.α. [2]. Οι απειλές
αυτές, σε συνδυασμό με τους αργούς αναπαραγωγικούς ρυθμούς των γυπών και την υψηλή θνησιμότητα των
νεοσσών, καθιστούν τους πληθυσμούς αρκετά ευάλωτους [1,8,20].
Όσον αφορά τις δηλητηριάσεις, οι γύπες αποτελούν συχνά ακούσια θύματα της σύγκρουσης μεταξύ
ανθρώπων και άλλων σαρκοφάγων ή σαπροφάγων ζώων, καθώς δηλητηριάζονται δευτερογενώς από
δηλητηριασμένα ζώα ή δολώματα [2] , ή από κτηνοτροφικά ζώα που έχουν λάβει τοξικές, για τους γύπες,
αγωγές (π.χ. diclofenac). Στις δηλητηριάσεις περιλαμβάνονται και σκόπιμες επιθέσεις από λαθροκυνηγούς
μεγάλων θηλαστικών [9,20]. Η απειλή αυτή είναι πολύ καταστροφική για τα είδη, καθώς από ένα μόνο
δηλητηριασμένο κουφάρι ζώου μπορεί να θανατωθούν έως και εκατοντάδες άτομα [4,10,22]. Μάλιστα, σε
πολλές περιπτώσεις, θανατωμένα ζώα εντοπίζονται χωρίς μέλη του σώματος τους, γεγονός που υπονοεί ένα
επιπλέον κίνητρο, το εμπόριο των ζώων για χρήση σε παραδοσιακές πρακτικές [4,9,20].
Σε περιοχές της Υποσαχάριας Αφρικής [1], πρακτικές παραδοσιακής ιατρικής γνωστές και ως Muthi, Jedu,
Wudu ή Fetish, χρησιμοποιούν μέρη του σώματος του πτηνού. Εδώ, γίνεται αναφορά στον όρο «ιατρική»,
χωρίς να είναι επιβεβαιωμένα τα πραγματικά ιατρικά οφέλη των πρακτικών αυτών [9]. Ένα εκτενές δίκτυο
παραδοσιακών θεραπευτών, που καλούνται Sangomas, χρησιμοποιεί και ωθεί τους πελάτες του να
χρησιμοποιήσουν μέλη του σώματος του γύπα σε muthi και διαφόρων ειδών τελετές ως μια προσπάθεια
θεραπείας μιας ποικιλίας σωματικών και νοητικών ασθενειών (όλα τα μέρη του σώματος) [7,9,6], ρευματισμού
Πίνακας 1:Οι Γύπες του Παλαιού κόσμου και ο ήπειροι κατανομής τους.
Ταλιούρα Άρτεμις 01/02/2021
45
(κόκκαλα) [7], για προστασία από μαγεία (κεφάλι, εγκέφαλος, φτερά) [7], πνευματική προστασία (νύχια,
ράμφος, φτερά) [7], καθώς και για την αύξηση της ευφυΐας παιδιών που πηγαίνουν σχολείο [2,6,7]. Η πιο
σημαντική από τις χρήσεις, ωστόσο, φαίνεται να είναι το κάπνισμα του εγκεφάλου για απόκτηση
διορατικότητας και μαντικής ικανότητας (κεφάλι, εγκέφαλος)[7,11] ή για να κατορθώσουν ανώτερη
επικοινωνία με το μεταφυσικό και να δημιουργήσουν σύνδεση μεταξύ φυσικού και πνευματικού κόσμου. Σε
πολλές αφρικάνικες κοινότητες, οι άνθρωποι θεωρούν πως η ατυχία, η επιτυχία ή οι ασθένειες, δεν είναι
τυχαία γεγονότα, αλλά επηρεάζονται από μαγεία και πνεύματα [6,7,11]. Έτσι, οι παραδοσιακές πρακτικές είναι
υψηλής εκτίμησης και χρησιμοποιούνται ευρέως. Έρευνες έχουν δείξει πως περισσότερο από το 60% [6,11,12]
των Νοτιοαφρικάνων κάθε φύλου και ηλικίας, ζητούν βοήθεια από Sangomas, ενώ συνηθίζεται φυλές με
χαμηλότερο οικονομικό επίπεδο ή και περιορισμένη πρόσβαση στην Δυτική ιατρική, να προτιμούν τέτοιες
πρακτικές [11,12] (Εικ.2) .
Εικόνα 2:Χάρτης της Αφρικής όπου απεικονίζονται οι περιοχές όπου είναι πιο έντονη η βασισμένη σε πολιτισμικές αξίες ζήτηση και χρήση
των γυπών.
Οι γύπες που χρησιμοποιούνται σε τέτοιες πρακτικές, συλλαμβάνονται από διάφορες περιοχές,
προστατευόμενες και μη, με μέσα σύλληψής που περιλαμβάνουν κατά κύριο λόγο δηλητήρια, καθώς και όπλα
ή παγίδες [11,13]. Πωλούνται ολόκληροι ή μόνο μέλη τους, με το κεφάλι και τον εγκέφαλο να έχουν την
υψηλότερη αγοραστική και χρηστική αξία, ακολουθούμενα από τα νύχια, το ράμφος τα κόκκαλα και τα φτερά
του πτηνού [7,11]. Η ζήτηση των τμημάτων αυτών έχει δείξει να αυξάνεται ραγδαία κατά την διάρκεια μεγάλων
αθλητικών διοργανώσεων ή για χρήση σε τυχερά λαχεία, ξεφεύγοντας από την εραπευτική” βάση των
πρακτικών [5,6,11,12,14].
Οι οικολογικές υπηρεσίες που οι γύπες προσφέρουν είναι πολύ σημαντικές. Ελλείψει των πτηνών αυτών,
πτωματοφάγα θηλαστικά και τρωκτικά, που αποτελούν γνωστούς φορείς ασθενειών όπως είναι η λύσσα ή η
βουβωνική πανώλη, φαίνεται να αυξάνονται πληθυσμιακά, καθιστώντας ευκολότερη την μετάδοσή τους σε
άλλα είδη συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου [1,15]. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η
Ταλιούρα Άρτεμις 01/02/2021
46
αντίστοιχη Κρίση των γυπών της Ασίας, όπου μετά την απότομη μείωση των πληθυσμών των γυπών (κατά
99%) λόγω της βρώσης νεκρών κτηνοτροφικών ζώων στα οποία είχε χορηγηθεί το κτηνιατρικό φάρμακο
diclofenac, το οποίο εκ των υστέρων αποδείχθηκε τοξικό για τους γύπες, σημειώθηκε τεράστια εξάπλωση
λύσσας από άγρια σκυλιά με πολύ σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στην υγεία αλλά και στην οικονομία [5].
Οι οικολογικές και οικονομικές επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης εξαφάνισης των γυπών είναι πολύ μεγάλες και
εξίσου σημαντική είναι η απώλεια παραδόσεων και γνώσεων που αποτελούν σημαντικό κομμάτι του
Αφρικανικού πολιτισμού [5,11].
Το εμπόριο γυπών (Εικ.3) είναι ένα αρκετά κερδοφόρο τμήμα του παράνομου εμπορίου, αλλά οι έμποροι
δεν βασίζονται σε αυτό, δίνοντας ελπίδα για ελάττωση και αντιμετώπιση της συγκεκριμένης απειλής. Οι
Αφρικανικοί γύπες κατατάσσονται στο παράρτημα ΙΙ του CITES [4,23], που υποχρεώνει την ρύθμιση και
επιτήρηση της παγκόσμιας αγοραπωλησίας τους και τα τελευταία χρόνια, γίνονται όλο και μεγαλύτερες
προσπάθειες ελάττωσής της [24]. Αρχικοί στόχοι είναι η κατανόηση της πολιτισμικής βάσης της χρήσης του
συγκεκριμένου ζώου και η αναζήτηση εναλλακτικών (π.χ. φυτικών) πρακτικών που θα μπορούσαν να
εφαρμοστούν [26], καθώς και η ενημέρωση των κατοίκων για την κατάσταση διατήρησης και την σημασία
των γυπών [11,16,17]. Μάλιστα, το πρώτο Σάββατο κάθε Σεπτέμβρη έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Μέρα
ευαισθητοποίησης για τους Γύπες (International Vulture Awareness Day IVAD)[16].
Εικόνα 3:Παράνομο εμπόριο μελών γύπα.
Ωστόσο, η έλλειψη προτίμησης για κάποιο συγκεκριμένο είδος [7], η άγνοια ή η αδιαφορία για την
κατάσταση διατήρησης του ζώου [14], καθώς και το γεγονός ότι τέτοιες πρακτικές είναι ανοιχτές μόνο σε
μυστικές ομάδες ατόμων [7,11], έχουν ως αποτέλεσμα τα δεδομένα για την έκταση του εμπορίου αυτού να είναι
ανεπαρκή ή ανακριβή, καθιστώντας δύσκολη την εκτίμηση της κατάστασης [7]. Παράλληλα, παρότι έχουν
βρεθεί και εφαρμοστεί ορισμένες εναλλακτικές πρακτικές [25], φαίνεται να μην υπάρχει αποδεκτή
εναλλακτική σε χρήσεις με πιο βαθιές πολιτισμικές ρίζες [6,7,11]. Τέλος, η ευρεία εξάπλωσή των γυπών[18]
καθώς και οι λανθασμένες αντιλήψεις για αυτούς καθιστούν δυσκολότερη την διαχείριση και προστασία τους,
η οποία απαιτεί πιο ευρείες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις [18].
Οι κοινότητες των πτωματοφάγων ζώων είναι περίπλοκες και όχι τυχαία δομημένες. Οι γύπες έχουν την
μεγαλύτερη συμβολή στην δομή αυτή λόγω της υψηλής εξειδίκευσής τους και χωρίς την παρουσία τους, ο
χρόνος αποσύνθεσης των