ChapterPDF Available

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ

Authors:

Abstract

Με τη σεξουαλική απελευθέρωση που πραγματοποιήθηκε την δεκαετία του 1970 και καθώς ο πληθυσμός της Γης αποκτά όλο και περισσότερους ηλικιωμένους (υπολογίζεται ότι μέχρι το 2030, το 25% του πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών), ο ρόλος της σεξουαλικής ζωής στην τρίτη ηλικία αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Για πολλές δεκαετίες, η έλλειψη τόσο επιδημιολογικών δεδομένων που θα κατέγραφαν συνήθειες και συμπεριφορές, όσο και θεραπευτικών δυνατοτήτων αντιμετώπισης των σεξουαλικών δυσλειτουργιών, συνετέλεσαν στην προφανώς λανθασμένη εκτίμηση ότι η σεξουαλική ζωή είναι προνόμιο ορισμένων ηλικιών, καθότι η ερωτική επιθυμία χάνεται μετά από κάποια αόριστη ηλικία. Μια πρόσφατη έρευνα που περιελάμβανε δίωρες προσωπικές συνεντεύξεις με 3.005 ηλικιωμένους και των δυο φύλων, καθώς και εξετάσεις αίματος και σιέλου για τον προσδιορισμό των επιπέδων των ορμονών που σχετίζονται με τη σεξουαλική επιθυμία κατέδειξε οτι η ερωτική επιθυμία δεν μειώνεται μετά τα εβδομήντα χρόνια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, περισσότεροι από το ένα τρίτο των ηλικιωμένων 75 έως 85 ετών ανέφεραν τουλάχιστον ένα επεισόδιο σεξουαλικής δραστηριότητας και περισσότεροι από το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων άνω των 85 ετών, ανέφερε ότι είχε τουλάχιστον μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή τον περασμένο χρόνο. Μια άλλη μελέτη σχετικά με τη σεξουαλικοτητα στην τρίτη ηλικια αποκαλύπτει ότι η τυχόν απουσία ερωτικής επαφής, φαίνεται να οφείλεται στην απουσία ερωτικού συντρόφου και όχι επιθυμίας, ειδικά στις γυναίκες. Επιπλέον, τα σεξουαλικά προβλήματα μπορεί να είναι ενδείξεις διαβήτη, λοιμώξεων ή άλλων παθήσεων, ενώ αμιγώς ερωτικής φύσεως προβλήματα που αγνοούνται ή δεν θεραπεύονται μπορεί να οδηγήσουν σε κατάθλιψη, έως και κοινωνική περιθωριοποίηση.
139
ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ
Κ. Σταματίου
Με τη σεξουαλική απελευθέρωση που πραγματοποιήθηκε την δεκαετία του 1970 και καθώς ο
πληθυσμός της Γης αποκτά όλο και περισσότερους ηλικιωμένους (υπολογίζεται ότι μέχρι το 2030, το
25% του πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών), ο ρόλος της σεξουαλικής ζωής στην τρίτη ηλικία
αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Για πολλές δεκαετίες, η έλλειψη τόσο επιδημιολογικών
δεδομένων που θα κατέγραφαν συνήθειες και συμπεριφορές, όσο και θεραπευτικών δυνατοτήτων
αντιμετώπισης των σεξουαλικών δυσλειτουργιών, συνετέλεσαν στην προφανώς λανθασμένη εκτίμηση
ότι η σεξουαλική ζωή είναι προνόμιο ορισμένων ηλικιών, καθότι η ερωτική επιθυμία χάνεται μετά
από κάποια αόριστη ηλικία. Μια πρόσφατη έρευνα που περιελάμβανε δίωρες προσωπικές
συνεντεύξεις με 3.005 ηλικιωμένους και των δυο φύλων, καθώς και εξετάσεις αίματος και σιέλου για
τον προσδιορισμό των επιπέδων των ορμονών που σχετίζονται με τη σεξουαλική επιθυμία κατέδειξε
οτι η ερωτική επιθυμία δεν μειώνεται μετά τα εβδομήντα χρόνια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της,
περισσότεροι από το ένα τρίτο των ηλικιωμένων 75 έως 85 ετών ανέφεραν τουλάχιστον ένα επεισόδιο
σεξουαλικής δραστηριότητας και περισσότεροι από το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων άνω των 85
ετών, ανέφερε ότι είχε τουλάχιστον μία ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή τον περασμένο χρόνο. Μια
άλλη μελέτη σχετικά με τη σεξουαλικοτητα στην τρίτη ηλικια αποκαλύπτει ότι η τυχόν απουσία
ερωτικής επαφής, φαίνεται να οφείλεται στην απουσία ερωτικού συντρόφου και όχι επιθυμίας, ειδικά
στις γυναίκες. Επιπλέον, τα σεξουαλικά προβλήματα μπορεί να είναι ενδείξεις διαβήτη, λοιμώξεων ή
άλλων παθήσεων, ενώ αμιγώς ερωτικής φύσεως προβλήματα που αγνοούνται ή δεν θεραπεύονται
μπορεί να οδηγήσουν σε κατάθλιψη, έως και κοινωνική περιθωριοποίηση. Άλλη μελέτη στις ΗΠΑ
που πραγματοποιήθηκε από Νational Council on the Αging την τελευταία δεκαετία, σε δείγμα 1.300
ανδρών και γυναικών ηλικίας άνω των 60 ετών, κατέγραψε ότι το 48% του δείγματος είχε
τουλάχιστον μία σεξουαλική επαφή ανά μήνα. Σε σχέση με το φύλο και την ηλικία, από τα άτομα
ηλικίας 60-69 ετών, 7 στους 10 άνδρες, και 5 στις 10 γυναίκες ανέφεραν πως είχαν σεξουαλικές
επαφές. Αλλά και για την επόμενη ηλικιακή εικοσαετία, δηλαδή στις ηλικίες 80-89 ετών, τα ποσοστά
παρέμειναν εντυπωσιακά: 3 στους 10 άνδρες, και 2 στις 10 γυναίκες ανέφεραν πως είχαν σεξουαλικές
επαφές. Στην ίδια μελέτη, το 39% του δείγματος δήλωσε ικανοποιημένο με τη συχνότητα των
επαφών, ενώ ένα άλλο 39% δήλωσε ότι θα ήθελε να έρχεται σε σεξουαλική επαφή συχνότερα. Μόνο
4% δήλωσε ότι επιθυμούσε να έχει λιγότερες επαφές. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το 74% των
ανδρών και το 70% των γυναικών δήλωσαν ότι σε αυτή την ηλικία είναι περισσότερο συναισθηματικά
ικανοποιημένοι με τη σεξουαλική τους ζωή, συγκριτικά με την ηλικία των 40-49 ετών.
140
Πρόσφατη έρευνα της Συμβουλευτικής γραμμής σεξουαλικής υγείας του ινστιτούτου ψυχικής και
σεξουαλικής υγείας, μεταξύ 1.200 ανδρών ηλικίας 60 έως 80 ετών, διαπίστωσε ότι και στη χώρα μας
τα άτομα αυτής της ηλικίας έχουν έντονη σεξουαλική επιθυμία, καθώς το 50% δηλώνει ότι θα ήθελε
να έχει σεξουαλικές επαφές περισσότερες από τις μισές ημέρες του μήνα. Σύμφωνα με τα δεδομένα
του ίδιου φορέα, το ποσοστό κλήσεων των ατόμων της τρίτης ηλικίας είναι αρκετό υψηλό (18%),
γεγονός που δείχνει ότι οι άνθρωποι ηλικίας 60-80 ετών αναγνωρίζουν το δικαίωμά τους στη
σεξουαλική ζωή και ενδιαφέρονται για τη διατήρηση ή ακόμη και βελτίωσή της. Είναι
χαρακτηριστικό ότι η σεξουαλικότητα στην τρίτη ηλικία δεν σχετίζεται με το μορφωτικό ή κοινωνικό
επίπεδο: το 32% των καλούντων είναι απόφοιτοι λυκείου, το 24% απόφοιτοι ΑΕΙ, το 22% απόφοιτοι
δημοτικού, 14% απόφοιτοι γυμνασίου και 8% απόφοιτοι ΤΕΙ. Αντίστοιχα, το 6% είναι δημόσιοι
υπάλληλοι, το 10% ιδιωτικοί υπάλληλοι, το 39% συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι, το 32%
συνταξιούχοι ιδιωτικοί υπάλληλοι, το 13% συνταξιούχοι ελεύθεροι επαγγελματίες. Αντίθετα, η
σεξουαλικότητα στην τρίτη ηλικία σχετίζεται με την οικογενειακή κατάσταση και συγκεκριμένα με
την παρουσία μόνιμου συντρόφου: η συντριπτική πλειοψηφία των καλούντων είναι έγγαμοι (84%), το
8% χήροι, το 5 % άγαμοι και το 3% συμβιώνουν.
Μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη χώρα μας σε άντρες 60- 79 ετών από το Σεξολογικό Ινστιτούτο
αποκαλύπτει ότι το πιο συχνό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ηλικιωμένοι είναι αυτό της στυτικής
δυσλειτουργίας (59,3%) και ακολουθούν η πρόωρη εκσπερμάτιση (2,7%) ενώ ένα ποσοστό 34,7%
δηλώνει ότι αντιμέτωπίζει και τα δύο αυτά προβλήματα. Παράλληλα, το 39,3% των ανδρών ανέφεραν
και ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας.
Άλλη μελέτη καταδεικνύει ότι σε ότι αφορά τη συχνότητα της ερωτικής επιθυμίας, το 13% των
ανδρών έχει 1-5 φορές το μήνα, το 11% 6-10 φορές το μήνα, το 43% 10-20 φορές το μήνα και το 45%
20 φορές και πάνω, ενώ σε ότι αφορά τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών το 61% έχει
σεξουαλικές επαφές 1-5 φορές το μήνα, το 13% έχει 6-10 φορές το μήνα, το 18% έχει 10-20 φορές το
μήνα ενώ το 8 % 20 φορές και άνω. Τα παραπάνω αποτελέσματα δεν διαφοροποιούνται γενικά από τα
αντίστοιχα στοιχεία που παρέχουν αντίστοιχες διεθνείς μελέτες εκτός από το ποσοστό που εμφανίζει
επιπλέον μειωμένη libido και που πάντως είναι κατά πολύ μικρότερο από εκείνο των ηλικιωμένων με
φυσιολογική σεξουαλικοτητα.
Γενικά, ο άνδρας μέχρι και τα βαθιά του γεράματα μπορεί να έχει καλή σεξουαλική ζωή. Ασφαλώς ο
βιολογικός κύκλος στον άνδρα με την πάροδο των χρόνων εμφανίζει διαφοροποιήσεις, χωρίς όμως να
αναστέλλεται η σεξουαλική του δραστηριότητα. Το γεγονός ότι η συχνότητα των επαφών δεν είναι
αντίστοιχη της επιθυμίας οφείλεται κυρίως στο ότι η συγκεκριμένη ηλικία χαρακτηρίζεται από την
παρουσία οργανικών νοσημάτων τα οποία σχετίζονται άμεσα με την εμφάνιση σεξουαλικών
δυσλειτουργιών και κυρίως με την διαταραχή στύσης. Σύμφωνα με την παραπάνω μελέτη, το 67%
141
των ηλικιωμένων ανδρών αντιμετωπίζει στυτική δυσλειτουργία, το 9% πρόωρη εκσπερμάτιση, το 4%
ανεσταλμένη εκσπερμάτιση, το 4% νόσο του Peyronie, το 6% στυτική δυσλειτουργία και πρόωρη
εκσπερμάτιση και το 4% παλίνδρομη εκσπερμάτιση.
Η στυτική δυσλειτουργία αναφέρεται στη δυσκολία απόκτησης ή διατήρηση στύσης κατά τη διάρκεια
της σεξουαλικής επαφής. Παραδοσιακά, τα άτομα αυτής της ηλικιακής ομάδας θεωρείται ότι πάσχουν
κυρίως από οργανικής αιτιολογίας στυτική δυσλειτουργία. Ωστόσο, ενα μικρό ποσοστό πάσχει από
ψυχογενή στυτική δυσλειτουργία ενώ συχνά η οργανική στυτική δυσλειτουργία περιπλέκεται με την
ψυχογενή ως αποτέλεσμα της επίδρασής στην ποιότητα ζωής: σύμφωνα με την προαναφερθείσα
μελέτη του ελληνικού Σεξολογικού Ινστιτούτου τα αίτια της σεξουαλικής δυσλειτουργίας ήταν
οργανικά σε ποσοστό 26% και μικτά στο 43%. Οι Araujo και συνεργάτες και Helgason και
συνεργάτες επιβεβαιώνουν τη συσχέτιση της σεξουαλικής ανεπάρκειας στους ηλικιωμένους με την
ποιότητα ζωής και την ανάσπτυξη ψυχιατρικών διαταραχών και κυρίως της κατάθλιψης (Araujo et al,
2000 και Helgason et al, 1997).
Στην πραγματικότητα η ηλικία δεν αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα για την ανάπτυξη
στυτικής δυσλειτουργίας αλλά αντίθετα άλλες καταστάσεις που συνήθως συμπορεύονται μαυτήν
είναι τα πραγματικά αίτια της. Σύμφωνα με τους Jonler και συνεργάτες, το σημαντικότερο ποσοστό
των ηλικιωμένων ανδρών με διαταραχή στύσης, αντιμετωπίζει κάποιο οργανικό νόσημα, το οποίο
συχνά προκαλεί αγγειακή, νευρογενή, ορμονική, ανατομική ή οφειλόμενη σε φάρμακα και ουσίες
στυτική δυσλειτουργία. Η αρτηριακή πίεση, ο σακχαρώδης διαβήτης, χοληστερίνη, στεφανιαία νόσος,
περιφερικού τύπου αγγειακές διαταραχές, η υπερτροφία προστάτη, ο καρκίνος του προστάτη ο
υπογοναδισμός και οι θυρεοειδoπάθειες αποτελούν τους συχνότερους επιβαρυντικούς παράγοντες για
τη στυτική λειτουργία. Από τις παραπάνω παθήσεις συχνότερη αιτία στυτικής δυσλειτουργίας είναι ο
σακχαρώδης διαβήτης. Σύμφωνα μάλιστα με διεθνείς μελέτες ένας στους δύο άνδρες που πάσχει από
διαβήτη θα εμφανίσει στυτικό πρόβλημα οφειλόμενο σε νευροπάθεια ή και αγγειοπάθεια περιφερικού
τύπου. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας είναι η νόσος του
Peyronie, ο πριαπισμός και οι χειρουργικές επεμβάσεις του προστάτη και της πυέλου (Hannan JL et
al. 2008). Ο μέσος κίνδυνος για την εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας στους ηλικιωμένους είναι 43-
100% για την ριζική προστατεκτομή, 30-50% για την ριζική προστατεκτομή με διατήρηση των
αγγειονευροδών δεματίων, 15-100% από την κοιλιοπεριναική εκτομή, και 2-49% για την εξωτερική
σφιγκτηροτομία. Φαρμακευτικοί παράγοντες που σχετίζονται με την εμφάνιση στυτικής
δυσλειτουργίας είναι οι αναστολείς ιόντων υδρογόνου σιμετιδίνη και ρανιτιδίνη, τα φάρμακα για τον
καρκίνο του προστάτη, οι β-αναστολείς και άλλα. Άλλες επιβαρυντικές καταστάσεις είναι η νεφρική
ανεπάρκεια τελικού σταδίου σε περιτοναϊκή διάλυση, οι διάφορες νευρολογικές διαταραχές όπως το
ΑΕΕ, η νόσος του Parkinson η νόσος Alzheimer, οι παθήσεις του αναπνευστικού και οι
142
νεοπλασματικές παθήσεις κυρίως λόγω του μόνιμου άλγους, των εκτροπών και των στομιών που
δρουν δυσμενώς τόσο έμμεσα επηρεάζοντας την αυτοεκτίμηση του πάσχοντα όσο και άμεσα με τη
δυσλειτουργικότητα που εισάγουν. Οι παραπάνω παθήσεις σχετίζονται επίσης με την μείωση της
libido είτε άμεσα είτε έμμεσα ως αποτέλεσμα της ψυχολογικής επιβάρυνσης, της μείωσης της
διανοητικής θέσης και των παρενεργειών της φαρμακοθεραπείας. Καταστάσεις που είναι συχνές
στους ηλικιωμένους και σχετίζονται με μείωση της libido είναι η κατάθλιψη, η χρήση οινοπνεύματος,
η έλλειψη του συντρόφου και προβλήματα με τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Πίνακας 1. Ενδείξεις Στυτικής δυσλειτουργίας.
Σχετικές με την ΣΔ ερωτήσεις
Κλινική σημασία
Υπάρχει δυσκολία στην επίτευξη στύσης ικανής
για την επίτευξη ικανοποιητικής σεξουαλικής
επαφής τις περισσότερες φορές;
Παρουσία πραγματικής στυτικής δυσλειτουργίας
Η στυτική δυσλειτουργία εμφανίστηκε ξαφνικά;
νυκτερινές ή πρωινές στύσεις; Υπάρχουν
προβλήματαμε τη συντροφο;
Πιθανή ψυχογενής αιτία
Είναι οι στύσεις επώδυνες ή κάμπτεται το πέος;
Παρουσία νόσου Peyronie
Υπάρχει μείωση στην επιθυμία για σεξουαλική
δραστηριότητα;
Υπογοναδισμός ή διαταραχή του θυμικού
Υπήρξε τραυματισμός του πέους, πολύωρη
ποδηλασία ή χειρουργική επέμβαση στην περιοχή;
Η πολύωρη ποδηλασία προκαλεί παροδική στυτική
δυσλειτουργία λόγω πίεσης του αιδοιικού νεύρου
Φαρμακευτικό ιστορικό
Στο 25% περίπου των περιστατικών η ΣΔ αποδίδεται στα
φάρμακα όπως αντικαταθλιπτικά (ειδικότερα οι εκλεκτικοί
αναστολείς της σεροτονίνης, η σπειρολακτόνη, οι κλονιδίνη
γουανεθιδίνη μεθυλντόπα, η θειαζίδη, η σπειρολακτόνη, και
η σιμετιδίνη
Συμπτώματα καρδιακών παθήσεων όπως
θωρακικός πόνος μετά από άσκηση και
δύσπνοια,συμπτώματα και σημεία
ενδοκρινολογικών παθήσεων όπως
υπογοναδισμός, διαβήτης, αλλά και υπέρταση
υπερλιπιδαιμία, άπνοια, ανησυχία και κατάθλιψη.
143
Αξιολόγηση και φυσική εξέταση
Καταρχάς, είναι σημαντικό να διευκρινισθεί η φύση του προβλήματος, δηλαδή εάν το αρχικό
πρόβλημα είναι η στυτική δυσλειτουργία ή η διαταραχή στην εκσπερμάτιση, ή η μειωμένη libido.
Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι το προβλημα είναι η στυτική δυσλειτουργία το ιστορικό στρέφεται στην
διάκριση της ψυχογενούς από την οργανική στυτική δυσλειτουργία. Στην συντριπτική πλειοψηφία
των ηλικιωμένων το αίτιο είναι οργανικό. Από το ιατρικό ιστορικό πρέπει να προσδιοριστούν τυχόν
παράγοντες κινδύνου για τη στυτική δυσλειτουργία. Σημαντική βοήθεια προσφέρει το
ερωτηματολόγιο ΙΙΕF 5.
Πόση εμπιστοσύνη έχεις στον εαυτό
σου ότι μπορεί να πετύχει και να διατ
ηρήσει μια στύση
Καθόλου
1
Χαμηλή
2
Μέτρια
3
Υψηλή
4
Πολύ
υψηλή
5
Κατά τη διάρκεια του σεξουαλικού ερεθισμού
πόσο συχνά πέτυχες στύσεις τόσο σκληρές
που θα σου επέτρεπαν διείσδυση (να μπεις);
Σχεδόν
. ποτέ
1
Λιγότερες
από τις
μισές
φορές
2
Περίπου
τις
μισές
φορές
3
Πολύ
περισσότερες
. από τις
μισές
φορές
4
Σχεδόν
πάντα
5
Κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής
επαφής πόσο συχνά κατάφερες να
διατηρήσεις τη στύση σου μετά τη διείσδυση;
Σχεδόν
ποτέ
1
Λιγότερες
από τις
μισές
φορές
2
Περίπου
τις
μισές
φορές
3
Πολύ
περισσότερες
. από τις
μισές
φορές
4
Σχεδόν
πάντα
5
Κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής
επαφής ήταν δύσκολο να διατηρήσεις
τη στύση σου μέχρι την ολοκλήρωση της
επαφής (εκσπερμάτιση);
Πάρα
πολύ
δύσκολο
1
Πολύ
δύσκολο
2
Δύσκολο
3
Λίγο
δύσκολο
4
Καθόλου
.δύσκολο
5
Όταν προσπάθησες να έρθεις σε σεξουαλική επαφή πόσο
συχνά κατάφερες να διεισδύσεις
(να μπεις);
Σχεδόν
. ποτέ
1
Λιγότερες
από τις
μισές
φορές
2
Περίπου
τις
μισές
φορές
3
Πολύ
περισσότερες
. από τις
μισές
φορές
4
Σχεδόν
πάντα
5
ΑΘΡΟΙΣΜΑ
144
H φυσική εξέταση πρέπει να περιλάβει τον έλεγχο του μεγέθους του πέους και των όρχεων τον έλεγχο
για οποιουδήποτε ασυμμετρία, μάζα, ή υπογοναδισμού, καθώς και αναζήτηση πλάκας Peyronie,
έλεγχο του βολβοσηραγγώδους αντανακλαστικού και εξέταση του προστάτη και του τόνου του
σφιγκτήρα.
Η αμιγής πρόωρη εκσπερμάτιση όπου ο άνδρας δεν έχει βουλητικό έλεγχο της εκσπερμάτισης και
μπορεί να εκσπερματίσει πριν ή μετά την είσοδο στον κόλπο είναι σχετικά σπάνια στην τρίτη ηλικία
και είναι συνήθως αποτέλεσμα της παρενέργειας διαφόρων φαρμάκων. Αντίθετα η ανεσταλμένη
εκσπερμάτιση όπου ο άνδρας αντιμετωπίζει δυσκολία στο να εκσπερματίσει και η παλίνδρομη
εκσπερμάτιση όπου το σπέρμα αντί να κατευθύνεται στο έξω στόμιο της ουρήθρας, καταλήγει στο
εσωτερικό της ουροδόχου κύστεως είναι συχνότερες στην τρίτη ηλικία και μπορεί να είναι
αποτέλεσμα της παρενέργειας διαφόρων φαρμάκων και χειρουργικών επεμβάσεων.
Τέλος η νόσος του Peyronie σχετίζεται με την μειωμένη σεξουαλική λειτουργικότητα των
ηλικιωμένων τόσο λόγω της επώδυνης κάμψη κατά τη στύση όσο και γιατί η νόσος συνοδεύεται από
στυτική δυσλειτουργία.
Όσον αφορά τις προσδοκίες που έχουν τα άτομα της τρίτης ηλικίας για τη θεραπεία του σεξουαλικού
προβλήματος, το 14% πιστεύει ότι ο ειδικός μπορεί να τους βοηθήσει στην επίλυση του προβλήματος,
το 23% σκέφτεται να επισκεφτεί έναν ειδικό, εκ των οποίων το 17% τελικά το αποφασίζει και
διεκδικεί λύση. Τα ποσοστά αυτά είναι αρκετά χαμηλά και φανερώνουν τη δυσκολία των ατόμων
αυτής της ηλικίας να ζητήσουν βοήθεια για το σεξουαλικό τους πρόβλημα, καθώς ακόμη και σήμερα
η σεξουαλική διεκδίκηση σε μεγαλύτερη ηλικία αποτελεί θέμα ταμπού.
Μολονότι η εισαγωγή και ευρεία επικράτηση της εμπειρικής στοχευμένης θεραπείας με τους
αναστολείς της 5 φωσφοδιεστεράσης (sildenafil, vardenafil και tadalafil) έχει οδηγήσει σε μια
απλοποίηση της κλινικής αξιολόγησης στους ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία (De Berardis G et al.
2008), ωστόσο τα νεώτερα δεδομένα καθιστούν την διερεύνηση της αιτιολογίας της στυτικής
δυσλειτουργίας είναι απαραίτητη όχι τόσο για την επιλογή της θεραπείας όσο για την ανάδειξη της
αιτίας της. Σύμφωνα με τους Thompson και συνεργάτες οι άνδρες με στυτική δυσλειτουργία έχουν
45% περισσότερες πιθανότητες να υποστούν ένα καρδιαγγειακό επεισόδιο σε διάστημα 5 ετών από
την εμφάνιση της ΣΔ σε σχέση με τους άνδρες χωρίς ΣΔ (Thompson et al 2000). Η συσχέτιση των δυο
καταστάσεων είναι τόσο ισχυρή ώστε θεωρούνται διαφορετικές εκδηλώσεις της ίδιας υποκείμενης
αγγειακής παθολογίας. Κατά τρόπο παράδοξο η επίπτωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων μειώνεται
στους ηλικιωμένους με ΣΔ σε αντίθεση με τους νεώτερους (48.52 % στην ηλικιακή ομάδα 40-49,
27.15 στην ηλικιακή ομάδα 50-59, 23.97 στην ηλικιακή ομάδα 60-69 και 29.63 στην ηλικιακή ομάδα
>70) (Inman BA et al. 2009). Mε βάση τα παραπάνω, η διερεύνηση της αιτιολογίας της στυτικής
δυσλειτουργίας είναι απαραίτητη, τουλάχιστον στους νεώτερους ασθενείς με ΣΔ καθότι αυτοί είναι
145
ιδανικοί υποψήφιοι για προσυμπτωματικό έλεγχο των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου και
ιατρικής παρέμβασης. Στους ηλικιωμένους, η ΣΔ έχει μικρή προγνωστική σημασία ωστόσο η
διερεύνηση της αιτιολογίας της στυτικής δυσλειτουργίας έχει σημασία στην πρόγνωση της θεραπείας.
Υπάρχει ποικιλία διαθέσιμων θεραπευτικών επιλογών για την στυτική δυσλειτουργία. Ο πάσχων
ηλικιωμένος πρέπει να συζητήσει τους κινδύνους και τα οφέλη τους πλήρως με τον θεράποντα
προκειμένου να γίνει η καλύτερη επιλογή θεραπείας.
Θεραπευτικές επιλογές
1. Οι αναστολείς της 5 φωσφοδιεστεράσης
2. Η τεστοστερόνη
3. εγχύσεις με διάφορα φάρμακα που υποκινούν τη στύση
4. Η ψυχοθεραπεία και η θεραπεία συμπεριφοράς, με ή χωρίς ψυχοενεργά φάρμακα
1. Οι αναστολείς της 5 φωσφοδιεστεράσης
Από την εισαγωγή τους το 1998, οι αναστολείς της 5 φωσφοδιεστεράσης αποτελούν την πρώτη
γραμμή θεραπείας της ΣΔ. Υπάρχουν προς το παρόν διαθέσιμα τρία φάρμακα σε αυτήν την κατηγορία
(sildenafil, vardenafil και tadalafil) που χρησιμοποιούνται ευρέως σε μορφή ταμπλέτας. Αυτή την
περίοδο βρίσκεται στο στάδιο των κλινικών δοκιμών ένας νέος αναστολέας της 5 φωσφοδιεστεράσης
η Udenafil (Salem EA et al. 2007). Η ουδεναφίλη συνοδεύεται από σχετικά γρήγορη έναρξη δράσης
(όπως η σιλδεναφίλη και η βαρδεναφίλη) αλλά και από σχετικά παρατεταμένη δράση (όχι όμως τόσο
όσο η ταδαλαφίλη). Επιπλέον, δεν αναστέλλει το PDE11 (όπως η ταδαλαφίλη) και δεν συνοδεύεται
από οπτικές διαταραχές και μυαλγία (όπως η σιλδεναφίλη, βαρδεναφίλη και η ταδαλαφίλη,
αντίστοιχα) (Paick JS et al, 2008). Με βάση τα παραπάνω, αποτελεί μια εναλλακτική λύση
αυξάνοντας τις θεραπευτικές δυνατότητες και δίνοντας περισσότερες επιλογές προσαρμογής στο
προφίλ των ασθενών. Άλλοι PDE5i όπως η αβαναφίλη και η μιροδεναφίλη βρίσκονται στο στάδιο της
μελέτης (Hatzimouratidis K, Hatzichristou DG. 2008).
Οι ηλικιωμένοι με στυτική δυσλειτουργία πρέπει να ερωτώνται για την ανοχή στην άσκηση και εάν
είναι σεξουαλικά ενεργείς ή όχι προτού να τους δοθεί αγωγή με αναστολείς της 5 φωσφοδιεστεράσης,
επειδή η σεξουαλική δραστηριότητα διπλασιάζει τις πιθανότητες καρδιαγγειακού επεισοδίου
Επιπλέον οι αναστολείς της 5 φωσφοδιεστεράσης μπορούν να προκαλέσουν σημαντική μείωση της
αρτηριακής πίεσης εάν χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με φάρμακα νιτρικών αλάτων, τα οποία
χρησιμοποιούνται συχνά στους ηλικιωμένους καρδιοπαθείς (Cheitlin MD et al. 1999). Ενώ σε
ορισμένους ασθενείς νεώτερης ηλικίας μπορεί να αποφευχθεί η λήψη νιτρικών αλάτων για 24 ώρες
προκειμένου να ληφθούν οι sildenafil ή vardenafil, και για 48 ώρες για την tadalafil, στα ηλικιωμένα
άτομα κατά γενικό κανόνα πρέπει να αποφεύγεται η διακοπή της θεραπείας με νιτρικά άλατα (Cheitlin
MD. 2003). Η λήψη α blockers για την θεραπεία των ενοχλημάτων από το κατώτερο ουροποιητικό
146
είναι συχνή στους ηλικιωμένους. Μερικές φορές τα φάρμακα αυτά όταν συνδυάζονται με αναστολείς
της 5 φωσφοδιεστεράσης, προκαλούν υπόταση (Kloner RA et al. 2004).
Η Sildenafil είναι καλύτερα να λαμβάνεται με κενό στομάχι. Καθότι η δράση της αρχίζει 30 έως 60
λεπτά μετά την λήψη, πρέπει να ληφθεί μια ώρα πριν από τη σεξουαλική δραστηριότητα. Η επίδρασή
της διαρκεί τέσσερις με έξι ώρες. Οι κυριότερες παρενέργειες είναι ο πονοκέφαλος, οι στομαχικές
διαταραχές (καύσος, τάση προς έμμετο), ναυτία, διάρροια και ρινική συμφόρηση. Σε ένα μικρό
ποσοστό (3% των χρηστών) παρατηρείται το φαινόμενο της μπλε όρασης (αδυναμία διάκρισης
μεταξύ του πράσινου και του μπλέ χρώματος). Το φαινόμενο αυτό που παρατηρείται μόνο με την
sildenafil, διαρκεί δύο έως τρεις ώρες και δεν είναι επικίνδυνο. Σχετικά με την αποτελεσματικότητά
της στους ηλικιωμένους έχει παρατηρηθεί ότι δεν μπορούν να αποκριθούν εξίσου όλα τα άτομα (Fink
HA et al. 2002). Η Vardenafil και tadalafil είναι παρόμοιες από πολλές απόψεις με τη sildenafil. Οι
σημαντικότερες διαφορές περιλαμβάνουν τη δυνατότητα λήψης με γεμάτο στομάχι και την
μεγαλύτερη σχετικά διάρκεια δράσης (περίπου 12 ώρες για την Vardenafil και 24 έως 36 ώρες για την
tadalafil). Η χρήση της Vardenafil σχετίζεται επιπλέον με παρενέργειες όπως πόνος στην πλάτη,
μυικός πόνος και πόνος στις αρθρώσεις.
Η Alprostadil διατίθεται σε ενέσιμη μορφή και μορφή μαλακής κάψουλας που εφαρμόζεται στην
ουρήθρα. Είναι αποτελεσματική για τα άτομα όλων των ηλικιών, και σε αντίθεση με τα από του
στόματος χορηγούμενα δεν απαιτεί τη σεξουαλική διέγερση ως προυπόθεση για να προκαλέσει στύση.
Στις παρενέργειες της περιλαμβάνονται υποτασικά επεισόδια και για αυτό στους ηλικιωμένους η
πρώτη δόση πρέπει να χορηγηθεί παρουσία ιατρού, τοπικός πόνος και πριαπισμός.
2. Τεστοστερόνη
Τα άτομα που εμφανίζουν σημεία υπογοναδισμού και όσοι δεν βελτιώνονται με τους αναστολείς της
5 φωσφοδιεστεράσης χρειάζεται να ελέγξουν τα επίπεδα τεστοστερόνης τους (Kulmala RV and
Tamella TL. 1995). Υποψία υπογοναδισμού τίθεται όπου υπάρχει μειωμένο λίμπιντο, διανοητική
βραδύτητα, αδυναμία μυών και χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης (Cope DW. 2006). Μπορεί να
αντιμετωπιστεί με θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης (O'Carroll R και Bancroft J. 1984).
Χαρακτηριστικά, ενώ η θεραπεία αντικατάστασης τεστοστερόνης δεν βελτιώνει τη στυτική
λειτουργία στα άτομα με κανονικά επίπεδα τεστοστερόνης, στα άτομα με τη χαμηλή τεστοστερόνη,
αυξάνει το λίμπιντο, τις νυκτερινές στύσεις και τη συχνότητα της σεξουαλικής επαφής. Επιπλέον, ο
συνδυασμός τεστοστερόνης και αναστολέων της 5 φωσφοδιεστεράσης μπορεί να βοηθήσει εκείνους
τους ασθενείς στους οποίους η μονοθεραπεία με αναστολείς της 5 φωσφοδιεστεράσης ή τεστοστερόνη
αποτυγχάνει (Mulligan T. 1993 και Shabsigh R et al. 2006). Οι παρενέργειες της θεραπεία
τεστοστερόνης, όπως βλάβη στο ήπαρ, γυναικομαστία, μείωση των επιπέδων της ΗDL, την
υπερπαραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων, την αύξηση του σωματικού βάρους, την υπέρταση, τη
147
στειρότητα και την αύξηση του μεγέθους του προστάτη είναι σπάνιες (Rogol AD και Yesalis CE, III.
1992). Ενώ δεν φαίνεται να είναι καρκινογόνος, υπάρχουν στοιχεία ότι η προστιθέμενη τεστοστερόνη
μπορεί να υποκινήσει την αύξηση ενός υπάρχοντος καρκίνου. Γιαυτό το λόγο, πρίν αρχίζουν τη
θεραπεία αντικατάστασης, οι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν με δακτυλική εξέταση του προστάτη και
PSA, γενική εξέταση αίματος, ηπατικά ένζυμα και λιπίδια ορού. Η τεστοστερόνη διατίθεται σε
ενέσιμη μορφή, σε ταμπλέτες, σε μορφή διαδερμικών επιθεμάτων και δερματικής γέλης. Τα επίπεδα
της τεστοστερόνης ελέγχονται δύο εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας και κάθε τρεις
μήνες μέχρι η τεστοστερόνη να φθάσει τη χαμηλή ή τη μέση κανονική τιμή (American Association of
Clinical Endocrinologists. 2002).
3. Ψυχοθεραπεία και θεραπεία συμπεριφοράς
Στα άτομα που η ΣΔ προκαλείται από ψυχολογικούς παράγοντες όπως η κατάθλιψη και η ανησυχία η
ψυχοθεραπεία (με ή χωρίς ψυχοενεργά φάρμακα) μπορεί να ωφελήσει (Kernohan AF et al. 2005),
ωστόσο, μερικά καταπραϋντικά φάρμακα προκαλούν μόνα τους ΣΔ. Επιπλέον, παρενέργειες όπως η
ταχυκαρδία και η υπέρταση περιορίζουν τη χρήση μερικών αντικαταθλιπτικών χαπιών στα άτομα με
τις καρδιακές παθήσεις.
4. Μη φαρμακευτικές θεραπείες
Οι αντλίες κενου δημιουργούν ένα κενό αέρος γύρω από το πέος αναγκάζοντας το αίμα για ρεύσει στο
πέος. Μόλις επιτευχθεί στύση, ένα δαχτυλίδι τοποθετείται στη βάση του πέους και η αντλία
αφαιρείται. Η παραπάνω μέθοδος στερείται των παρενεργειών των φαρμάκων και μπορεί να ωφελήσει
ηλικιωμένους ασθενείς στοθς οποίους η θεραπεία με τη συμβατική φαρμακοθεραπεία αντενδείκυται,
ωστόσο έχει το μειονέκτημα ότι αντενδείκνυται στους ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά λόγω της
αιμορραγίας που προκαλείται.Εάν όλες οι άλλες θεραπείες αποτυγχάνουν, η χειρουργική επέμβαση,
συμπεριλαμβανομένης της τοποθέτησης πεικών προθέσεων θα μπορούσε να εξεταστεί. Οι προθέσεις
διατίθενται σε διάφορες ποικιλίες, αλλά έχουν μεγάλο κόστος, υψηλά ποσοστά μόλυνσης, ειδικά
στους διαβητικούς, και ένα υψηλό ποσοστό αποτυχίας.
Η ορθή ενημέρωση και η συνεργασία των ατόμων της ηλικίας αυτής με τους ειδικούς μπορεί να
συμβάλλει στην επιλογή της σωστής θεραπείας. Πάντως, τα νεώτερα δεδομένα στην
φαρμακοθεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας διευκολύνουν τις θεραπευτικές παρεμβάσεις στους
ηλικιωμένους με αντίστοιχη μείωση των εξετάσεων τον περιορισμό των ενέσεων στα σηραγγώδη, τον
περιορισμό των συσκευών κενού και των επεμβατικών θεραπειων.
Από την έρευνα προκύπτει ότι η στάση ενός μεγάλου ποσοστού των γυναικών άνω των 60 χρόνων
παραμένει παραδοσιακά αρνητική και απορριπτική απέναντι στη σεξουαλική επαφή. Σύμφωνα με τα
ελληνικά δεδομένα, ένα 27,1% των ηλικιωμένων ελληνίδων δηλώνει ότι είναι παθητική, ένα 23% ότι
είναι αρνητική και ένα 49,7% ότι συμμετέχει ενεργά στο σεξ.
148
Γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία
Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς μελέτες αναφέρουν ένα ποσοστό μεταξύ 35 και 55% των
ηλικιωμένων γυναικών πιθανώς πάσχει από γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία. Η σεξουαλική
δυσλειτουργία στις γυναίκες, μπορεί να οφείλεται σε ανατομικούς, ορμονικούς, ψυχολογικούς και
κοινωνικούς παράγοντες. Θεωρείται μια κατάσταση αρκετά κοινή και ταξινομείται ως εξής :
α) διαταραχη της σεξουαλικης επιθυμιας
β) διαταραχη της διεγερσης
γ) διαταραχη του οργασμου
δ) διαταραχες οφειλομενες σε πονο κατα την διαρκεια της σεξουαλικής επαφής
Οι αιτίες μπορεί να είναι οργανικές ψυχογενείς ή μικτές. Στις ηλικιωμένες οι περισσότερο συχνές
αιτίες είναι η έλλειψη εφύγρανσης κόλπου, η εμμηνόπαυση και οι ορμονικές διαταραχές του
θυροειδούς, οι μετεγχειριτικές κακώσεις και ανατομικές αλλοιώσεις, αλλά και οι τοπικές λοιμώξεις
και παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος (Kaplan C. 2009).
Ο ορμονικός παράγοντας στη γυναίκα είναι καθοριστικός στην έκφραση της σεξουαλικότητάς της
σεξουαλικής επιθυμίας, της διέγερσης και του οργασμού καθότι έχουν σημαντική παρουσία στην
καλή λειτουργία της επιθυμίας ενώ οι διαταραχές του ορμονικού άξονα αναστέλλουν την επιθυμία, τη
διέγερση και τον οργασμό. Αν και η εμμηνόπαυση στη γυναίκα ουσιαστικά συνεπάγεται την ορμονική
της σιγή δεν οδηγεί και στη σεξουαλική νέκρωση (Pitkin J. 2009). Παρόλο που οι ορμόνες σταματούν
να λειτουργούν, επιφέροντας μια σημαντική μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας και συνοδά σωματικά
φαινόμενα (ξηρότητα κόλπου, ατροφία κολπικού τοιχώματος) που εμποδίζουν τη σεξουαλική ζωή η
τελευταία είναι συχνά επιθυμητή από τις ηλικιωμένες. Η διαφορά από τον άνδρα είναι ότι εκείνος
εξακολουθεί να έχει τη σεξουαλική του ορμή στη πρώτη γραμμή ως έκφραση επιβεβαίωσης και
επιθυμίας μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ η γυναίκα όσο μεγαλώνει ηλικιακά μετά την
εμμηνόπαυση, δεν αναζητά τη σεξουαλική επαφή στον ίδιο βαθμό με τον άνδρα και δεν την θεωρεί
πρώτο μέλημά της. Αν και η συμμετοχή της ορμονικής απορύθμισης στην γυναικεία σεξουαλική
δυσλειτουργία, η τελευταία είναι συχνό φαινόμενο στον υποθυρεοειδισμό που είναι επίσης συχνός
στις ηλικιωμένες γυναίκες. Οι χειρουργικές επεμβάσεις που μπορούν να απορυθμίσουν τη σεξουαλική
ζωή των γυναικών, είναι η χειρουργική αφαίρεση των γεννητικών οργάνων (ολική υστερεκτομή), ενώ
και η αφαίρεση του μαστού μετά από κακοήθεια φαίνεται να αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα
εμφάνισης σεξουαλικής δυσλειτουργίας στις ηλικιωμένες. Αν και οι επεμβάσεις αυτές δεν
αποστερούν τη σεξουαλική ζωή της γυναίκας, αυτή αισθάνεται ότι πλέον δεν έχει δικαίωμα στη
σεξουαλική ζωή, κάτι στο οποίο συμβάλλει και ο σύντροφος με τη στάση του, φοβούμενος να μην την
δοκιμάσει μετά την εγχείρηση που εκλαμβάνεται ως σωματική αναπηρία.
149
Φαρμακευτική αγωγή που χαρακτηρίζεται από μακροχρόνια χορήγηση και συστηματική λήψη
σχετίζονται με την εμφάνιση σεξουαλικής δυσλειτουργίας στις γυναίκες (Gutierrez MA et al. 2008).
Φάρμακα που θα μπορούσαν να ενοχοποιηθούν είναι αυτά που χορηγούνται σε ψυχικές διαταραχές
όπως κατάθλιψη, φοβίες, άγχος, ψυχώσεις, νευρώσεις, χρόνιες νευρολογικές παθήσεις, φάρμακα που
χορηγούνται σε χρόνιες παθήσεις, όπως ο καρκίνος, τα οποία παρεμβαίνουν στον ορμονικό άξονα και
σε άλλες μεταβολικές λειτουργίες (Kummer A. 2008).
Οι διαθέσιμες θεραπείες (ψυχοσεξουαλική θεραπεία, και φαρμακευτική θεραπεία) επιλέγονται μετά
από προσεκτικό ιατρικό έλεγχο ο οποίος περιλαμβάνει ψυχιατρική εξέταση καθώς και ορμονικό,
γυναικολογικό, ουρολογικό και ειδικό αγγειακό έλεγχο (Marnach ML, Casey PM. 2008).
Τα τελευταία 10 χρόνια, αρκετές έρευνες αρχίζουν να υποστηρίζουν την νευροχημική διάσταση της
σεξουαλικής της έκφρασης, προσπαθώντας να εντοπίσουν και άλλους οργανικούς παράγοντες στον
εγκέφαλο και το Κ.Ν.Σ., προκειμένου να αντιληφθούν καλύτερα και να εξηγήσουν περισσότερο την
πολυπλοκότητα της σεξουαλικής της απάντησης. Προσπάθειες να δοθούν φαρμακευτικές αγωγές που
έχουν ως στόχο την αύξηση της σεξουαλικής της επιθυμίας και να επιφέρουν οργασμικές κορυφώσεις,
μέχρι τώρα δεν έχουν σημαντική απόδοση στη γενικότερη σεξουαλική λειτουργία. Eπιπλέον,
φάρμακα που δόθηκαν τα τελευταία 6 χρόνια για την ανδρική σεξουαλική δυσλειτουργία με
θεαματική ανταπόκριση στα προβλήματα ποιότητας στύσης του άνδρα, δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να
ανταποκριθούν στη σεξουαλική δυσλειτουργία της γυναίκας.
Βιβλιογραφία
Althof SE and Seftel AD. The evaluation and management of erectile dysfunction. Psychiatr Clin North Am.
1995;18:171-92.
American Association of Clinical Endocrinologists Medical Guidelines for clinical practice for the evaluation and
treatment of hypogonadism in adult male patients--2002 update. Endocr Pract. 2002;8:440-456
Arauj AB, Mohr BA and McKinlay JB. Changes in sexual function in middle-aged and older men: longitudinal data
from the Massachusetts Male Aging Study. J Am Geriatr Soc 2004 Sep;52(9):1502-9.
Araujo AB, Johannes CB, Feldman HA, et al. Relation between psychosocial risk factors and incident erectile
dysfunction: prospective results from the Massachusetts Male Aging Study. Am J Epidemiol 2000;152:533-541.
Araujo AB, Durante R, Feldman HA, et al. The relationship between depressive symptoms and male erectile
dysfunction: cross-sectional results from the Massachusetts Male Aging Study. Psychosom Med 1998;60:458-465.
Bacon CG, Mittleman MA, Kawachi I, et al. Sexual function in men older than 50 years of age: results from the health
professionals follow-up study. Ann Intern Med. 2003;139:161-68.
Beckman TJ, bu-Lebdeh HS and Mynderse LA. Evaluation and medical management of erectile dysfunction. Mayo Clin
Proc. 2006;81:385-90
Berman JR, Berman L, Goldstein I. Female sexual dysfunction: incidence, pathophysiology, evaluation, and treatment
options. Urology 1999;54:385-391.
150
Bjerre BD, Johansen C, Steven K. Sexological problems after cystectomy: bladder substitution compared with ileal
conduit diversion. A questionnaire study of male patients. Scand J Urol Nephrol 1998;32:187-193.
Bjerre BD, Johansen C, Steven K. A questionnaire study of sexological problems following urinary
diversion in the female patient. Scand J Urol Nephrol 1997;31:155-160.
Cheitlin MD, Hutter AM, Jr., Brindis RG, et al. ACC/AHA expert consensus document. Use of sildenafil (Viagra) in
patients with cardiovascular disease. American College of Cardiology/American Heart Association. J Am Coll Cardiol.
1999;33:273-82.
Cheitlin MD. Should the patient with coronary artery disease use sildenafil? Prev Cardiol. 2003;6:161-65
Chiurlia E, D'Amico R, Ratti C, et al. Subclinical coronary artery atherosclerosis in patients with erectile dysfunction. J
Am Coll Cardiol. 2006;46:1503-6.
Cope DW. The sexual history and approach to the patient with sexual dysfunction. UpToDate.Inc . 2006. Ref Type:
Electronic Citation
Corbin JD. Mechanisms of action of PDE5 inhibition in erectile dysfunction. Int J Impot Res. 2004;16 Suppl 1:S4-S7.
Corona G, Petrone L, Fisher AD, Mansani R, Bandini E, Boddi V, Lotti F, Forti G, Maggi M. Six-month administration of
1% testosterone gel is able to restore erectile function in hypogonadal patients with erectile dysfunction. Arch Ital Urol
Androl. 2008 Sep;80(3):103-8.
De Berardis G, Pellegrini F, Franciosi M, Pamparana F, Morelli P, Tognoni G, Nicolucci A.Management of Erectile
Dysfunction in General Practice. J Sex Med. 2008 Dec 5. [Epub ahead of print]
Dean RC and Lue TF. Physiology of penile erection and pathophysiology of erectile dysfunction. Urol Clin North Am.
2005;32:379-95.
Esposito K, Giugliano F, Di Palo C, et al. Effect of lifestyle changes on erectile dysfunction in obese men: a randomized
controlled trial. JAMA. 2004;291:2978-84.
Fink HA, Mac DR, Rutks IR, et al.. Sildenafil for male erectile dysfunction: a systematic review and meta-analysis. Arch
Intern Med. 2002;162:1349-60.
Feldman HA, Goldstein I, Hatzichristou DG, et al. Impotence and its medical and psychosocial correlates: results of the
Massachusetts Male Aging Study. J Urol. 1994;151:54-61.
Gutierrez MA, Mushtaq R, Stimmel G. Sexual dysfunction in women with epilepsy: role of antiepileptic drugs and
psychotropic medications. Int Rev Neurobiol. 2008;83:157-67.
Hannan JL, Maio MT, Komolova M, Adams MA.Beneficial Impact of Exercise and Obesity Interventions on Erectile
Function and Its Risk Factors.J Sex Med. 2008 Dec 12. [Epub ahead of print]
Hatzimouratidis K, Hatzichristou DG. Looking to the future for erectile dysfunction therapies. Drugs 2008;68:231-50
Helgason AR, Adolfsson J, Dickman P, et al. Factors associated with waning sexual function among elderly men and
prostate cancer patients. J Urol 1997;158:155-159.
Helgason AR, Adolfsson J, Dickman P, et al. Sexual desire, erection, orgasm and ejaculatory functions and their
importance to elderly Swedish men: a population-based study. Age Ageing 1996;25:285-291.
Inman BA, Sauver JL, Jacobson DJ, McGree ME, Nehra A, Lieber MM, Roger VL, Jacobsen SJ.A population-based,
longitudinal study of erectile dysfunction and future coronary artery disease. Mayo Clin Proc. 2009 Feb;84(2):108-13.
Jaffe A, Chen Y, Kisch ES, et al. Erectile dysfunction in hypertensive subjects: assessment of potential determinants.
Hypertension 1996; 28:859-862.
Jensen J, Lendorf A, Stimpel H, et al. The prevalence and aetiology of impotence in 101 male hypertensive outpatients.
Am J Hypertens 1999;12:271-275.
151
Jonler M, Moon T, Brannan W, et al. The effect of age, ethnicity and geographical location on impotence and quality of
life. Br J Urol 1995;75:651-655.
Kaplan SA, Reis RB, Kohn IJ, et al. Safety and efficacy of sildenafil in postmenopausal women with sexual dysfunction.
Urology 1999;53:481-486.
Kaplan C. Female sexual dysfunction. Nurse Pract. 2009 Jan;34(1):51.
Kernohan AF, McIntyre M, Hughes DM, et al. An oral yohimbine/L-arginine combination (NMI 861) for the treatment
of male erectile dysfunction: a pharmacokinetic, pharmacodynamic and interaction study with intravenous nitroglycerine
in healthy male subjects. Br J Clin Pharmacol. 2005;59:85-93
Koller WC, Vetere-Overfield B, Williamson A, et al. Sexual dysfunction in Parkinson’s disease. Clin Neuropharmacol
1990;13:461-463.
Korfage IJ, Pluijm S, Roobol M, Dohle GR, Schröder FH, Essink-Bot ML. Erectile Dysfunction and Mental Health in a
General Population of Older Men. J Sex Med. 2008 Nov 27. [Epub ahead of print]
Kloner RA, Jackson G, Emmick JT, et al. Interaction between the phosphodiesterase 5 inhibitor, tadalafil and 2 alpha-
blockers, doxazosin and tamsulosin in healthy normotensive men. J Urol. 2004;172:1935-40
Kulmala RV and Tamella TL. Effects of priapism lasting 24 hours or longer caused by intracavernosal injection of
vasoactive drugs. Int J Impot Res. 1995;7:131-36.
Kummer A, Cardoso F, Teixeira AL. Loss of Libido in Parkinson's Disease. J Sex Med. 2008;17:11-18.
Litz BT, Zeiss AM, Davies HD. Sexual concerns of male spouses of female Alzheimer’s disease patients. Gerontologist
1990;30:113-116.
Ledda A. Diabetes, hypertension and erectile dysfunction. Curr Med Res Opin 2000; 16 Suppl 1:s17-s20.
Lewis RW. Venous surgery for impotence. Urol Clin North Am. 1988;15:115-21.
Marnach ML, Casey PM. Understanding women's sexual health: a case-based approach. Mayo Clin Proc.
2008;83(12):1382-6
Monga TN, Lawson JS, Inglis J, Sexual dysfunction in stroke patients. Arch Phys Med Regabil 1986;67:19-22.
Monga TN, Tan G, Ostermann HJ, et al. Sexuality and sexual adjustment of patients with chronic pain. Disabil Rehabil
1998;20:317-329.
Morant S, Bloomfield G, Vats V, Chapple C. Increased Sexual Dysfunction in Men with Storage and Voiding Lower
Urinary Tract Symptoms. J Sex Med. 2008 Dec 5. [Epub ahead of print]
Morley JE and Perry HM, III. Androgen deficiency in aging men. Med Clin North Am. 1999;83:1279-89
Morgentaler A. A 66-year-old man with sexual dysfunction. JAMA. 2004;291:2994-3003.
Mulligan T and Schmitt B. Testosterone for erectile failure. J Gen Intern Med. 1993;8:517-21.
Mulligan T, Retchin SM, Chinchilli VM and Bettinger CB. The role of aging and chronic disease in sexual dysfunction.
J Am Geriatr Soc. 1988;36:520-524.
NIH Consensus Conference. Impotence. NIH Consensus Development Panel on Impotence. JAMA. 2006;52:1502-9.
Nordstrom GM, Nyman CR. Male and female sexual function and activity following ileal conduit urinary diversion. Br.
J Urol 1992;70:33-39.
O'Carroll R and Bancroft J. Testosterone therapy for low sexual interest and erectile dysfunction in men: a controlled
study. Br J Psychiatry. 1984;145:146-51
Paick JS, Kim SW, Yang DY, Kim JJ, Lee SW, Ahn TY et al. The efficacy and safety of udenafil, a new selective
phosphodiesterase type 5 inhibitor, in patients with erectile dysfunction. J Sex Med 2008;5:946-53.
152
Panser LA, Rhodes T, Grman CJ, et al. Sexual function of men ages 40 to 79 years : the Olmsted County Study of
Urinary Symptoms and Health Status Among Men. J Am Geriatr Soc 1995;43:1107-1111.
Pitkin J. Sexuality and the menopause. Best Pract Res Clin Obstet Gynaecol. 2009;23(1):33-52.
Purifoy FE, Grodsky A, Giambra LM. The relationship of sexual daydreaming to sexual activity, sexual drive, and
sexual attitudes for women across the life-span. Arch Sex Behav 1992;21:369-385.
Rogol AD and Yesalis CE, III. Clinical review 31: Anabolic-androgenic steroids and athletes: what are the issues? J Clin
Endocrinol Metab. 1992;74:465-69
Salem EA, Kendirci M and Hellstrom WJ. Udenafil, a long-acting PDE5 inhibitor for erectile dysfunction. Curr Opin
Investig Drugs. 2006;7:661-69
Schachter M. Erectile dysfunction and lipid disorders. Curr Med Res Opin 2000; 16 Suppl 1:s9-s12.
Seftel AD. Erectile dysfunction in the elderly: epidemiology, etiology and approaches to treatment. J Urol. 2003;169:1999-
2007.
Shabsigh R, Rajfer J, Aversa A, et al. The evolving role of testosterone in the treatment of erectile dysfunction. Int J Clin
Pract. 2006;60:1087-92.
Slag MF, Morley JE, Elson MK, et al. Impotence in medical clinic outpatients. JAMA. 1983;249:1736-40.Smith DE,
Wesson DR and Apter-Marsh M. Cocaine and alcohol induced sexual dysfunction in patients with addictive disorders. J
Psychoactive Drugs. 1984;16:359.
Spark RF. Treatment of male sexual dysfunction. UpToDate.Inc. 2006. Ref Type: Electronic Citation.
Steele TE, Wuerth D, Finkelstein S, et al. Sexual experience of the chronic peritoneal dialysis patient. J Am Soc Nephrol
1996;7:1165-1168.
Thompson IM, Tangen CM, Goodman PJ, et al. Erectile dysfunction and subsequent cardiovascular disease. JAMA.
2006;294:2996-3002.
Tsai SJ, Hwang JP, Yang CH, et al. Inappropriate sexual behaviours in dementia: a preliminary report. Alzheimer Dis
Assoc Disord 1999; 13:60-62.
Tsao CW, Cha TL, Lee SS, Tang SH, Wu ST, Tsui KH, Sun GH. Association between lower urinary tract symptoms and
sexual dysfunction in Taiwanese men. Andrologia. 2008 Dec;40(6):387-91.
Vicari E, Malaguarnera M, La Vignera S, Calzavara F, Battiato C, Calogero AE.Efficacy and limits of sildenafil citrate in
patients with arterial erectile dysfunction: role of peripheral arterial disease and cardiovascular comorbidities. Asian J
Androl. 2008 Nov;10(6):847-53.
Wespes E. Erectile dysfunction in the ageing man. Curr Opin Urol 2000;10:625-628.
ResearchGate has not been able to resolve any citations for this publication.
Article
Sexual functioning was investigated in 50 parkinsonian male and female patients using a questionnaire. A loss of sexual interest and functioning was reported in a high percentage of patients. Depression was not prevalent but 70% had some evidence of autonomic nervous system dysfunction that may be related to sexual dysfunction. It is concluded that the sexual function is frequently impaired in Parkinson's disease.
Article
One thousand one hundred eighty men in a medical outpatient clinic were screened as to the presence of impotence. Four hundred one men (34%) were impotent, and of those, 188 (47%) chose to be examined for their problem. After a comprehensive evaluation the following diagnoses were obtained: medication effect, 25%; psychogenic, 14%; neurological, 7%; urologic, 6%; primary hypogonadism, 10%; secondary hypogonadism, 9%; diabetes mellitus, 9%; hypothyroidism, 5%; hyperthyroidism, 1%; hyperprolactinemia, 4%; miscellaneous, 4%; and unknown causes, 7%. The mean age of the impotent patients was 59.4 years, and the prevalence of alcoholism was 7%. Luteinizing hormone, follicle-stimulating hormone, testosterone, thyroxine, triiodothyronine (T3), T3 resin uptake, and prolactin studies were necessary to diagnose individual cases. We conclude that erectile dysfunction is a common and often overlooked problem in middle-aged men followed in a medical clinic. (JAMA 1983;249:1736-1740)
Article
In these clinical practice guidelines, specific recommendations are made for determining the most effective methods of diagnosing and treating hypogonadism in adult male patients. The target populations for these guidelines include the following: (1) men with primary testicular failure requiring testosterone replacement (hypergonadotropic hypogonadism); (2) male patients with gonadotropin deficiency or dysfunction who may have received testosterone replacement therapy or treatment for infertility (hypogonadotropic hypogonadism); and (3) aging men with symptoms relating to testosterone deficiency who could benefit from testosterone replacement therapy. Initial hormonal evaluation generally consists of a testosterone determination, in conjunction with a free testosterone or sex hormone-binding globulin level, inpatients with clear symptoms and signs but normal-range total testosterone, follicle-stimulating hormone, luteinizing hormone, and prolactin levels. Other possible tests include semen analysis, pituitary imaging studies, genetic studies, bone densitometry, testicular ultrasonography,testicular biopsy, and specialized hormonal dynamic testing. Therapeutic options generally consist of testosterone replacement by injections, patches, or topically applied gel in hypergonadotropic patients and in hypogonadotropic patients not interested in fertility. In hypogonadotropic patients interested in fertility, gonadal stimulation option scan be considered, including human chorionic gonadotropin stimulation therapy with or without human menopausal gonadotropin (or follicle-stimulating hormone) or gonadotropin-releasing hormone pump therapy. These therapies may be combined with assisted reproductive technologies such as in vitro fertilization with intracytoplasmic sperm injection, which may allow pregnancy to occur with very low numbers of sperm.
Article
Introduction. Mirodenafil is a newly developed oral phosphodiesterase type 5 inhibitor, currently under investigation as a treatment for erectile dysfunction (ED). Aim. We investigated the efficacy and safety of on demand mirodenafil therapy at fixed doses (50 and 100 mg) in Korean men with a broad range of ED. Methods. A multicenter, randomized, double-blind, placebo-controlled, parallel-group, fixed-dose study was conducted with 223 subjects who were randomized to placebo or mirodenafil at fixed doses of 50 or 100 mg for 12 weeks on an “as needed” basis. Main Outcome Measures. Primary efficacy measures were scores on the International Index of Erectile Function (IIEF) Question 3 (Q3) and Question 4 (Q4). Secondary efficacy measures included all domain scores of the IIEF, Sexual Encounter Profile Question 2 (SEP2), Sexual Encounter Profile Question 3 (SEP3), the Global Assessment Question (GAQ), and the Life Satisfaction Checklist (LSC). Safety assessments included laboratory tests, vital signs, physical examination, 12-lead electrocardiogram recordings, and patients’ reporting of adverse events. Results. Mirodenafil 50 and 100 mg groups showed a significantly greater increase in IIEF Q3 (P = 0.0001, P < 0.0001, respectively) and Q4 scores (both P < 0.0001) at the end point compared with the placebo group. And mirodenafil in both doses significantly improved the scores of all five domains of the IIEF, SEP2, and SEP3 as well as the percentages of patients responding positively to the GAQ compared with the placebo group. As for LSC scores, the two mirodenafil groups showed significantly greater improvements in items regarding life as a whole, sexual life, and partner relationship than the placebo group. Most treatment-associated adverse events were of mild intensity, resolving spontaneously. Conclusions. Mirodenafil, in doses of 50 or 100 mg, significantly improved erectile function and were well tolerated in a representative population of Korean men with broad-spectrum ED of various etiologies and severities. Paick J-S, Ahn TY, Choi HK, Chung W-S, Kim JJ, Kim SC, Kim SW, Lee SW, Min KS, Moon KH, Park JK, Park K, Park NC, Suh J-K, Yang DY, and Jung H-G. Efficacy and safety of mirodenafil, a new oral phosphodiesterase type 5 inhibitor, for treatment of erectile dysfunction. J Sex Med 2008;5:2672–2680.
Article
Introduction: Erectile dysfunction (ED) is more prevalent with increasing age. Previous studies showed that ED was negatively associated with mental health (MH) in specific patient groups. Aim: To examine the association, and potential mediating factors, between ED and MH in healthy elderly men. Main outcome measures: ED was defined as (almost) always having problems in achieving or maintaining an erection if desired, or not being sexually active because of erectile problems. MH was assessed with 36-item Short-Form Health Survey scale MH5 with five items on, e.g., being happy or depressed (range 0-100). Potential mediators between ED and MH were satisfaction with and importance attached to sex life. Methods: The study population consisted of a consecutive sample of 3,810 participants from the European Randomized Study of Screening for Prostate Cancer, aged 57-78 years, who had screened negatively for prostate cancer. Associations between ED, potential mediating factors, and MH were tested by analysis of variance and analysis of covariance. Results: Covariance analysis, adjusted for age, comorbidity, and use of erectile aids, showed that men with ED had significantly lower MH scores (80.8 +/- 1.2) than men without ED (83.7 +/- 1.2; P < 0.001). ED was also associated with the potential mediator "satisfaction with sex life" but not with "importance attached to sex life." Men with ED were significantly more often dissatisfied with their sex lives (P < 0.001). Adjustment for satisfaction with sex life, but not for importance attached to sex life, reduced the strength of the association (beta value) between ED and poor MH from 2.88 to -0.84. Conclusions: ED was associated with poorer MH. Satisfaction with sex life, but not importance attached to sex life, may play a mediating role in this association. These results suggest that if men with ED can be helped to be satisfied with their sex lives despite ED, MH can be preserved.
Article
Introduction: Udenafil is a potent selective phosphodiesterase type 5 (PDE5) inhibitor newly developed for the treatment of erectile dysfunction (ED). Aim: This study was performed to evaluate the efficacy and safety of udenafil therapy in patients with ED. Methods: In this multicenter, double-blind, placebo-controlled, fixed-dose, parallel-group phase III trial, 167 patients with ED of diverse origin and severity were randomized to take placebo or udenafil at fixed doses of 100 or 200 mg as needed for 12 weeks. Main outcome measures: Primary efficacy variable was change from baseline in erectile function (EF) domain scores of the International Index of Erectile Dysfunction (IIEF) questionnaire. Secondary efficacy variables include change from baseline in scores on the IIEF Questions 3 and 4 (IIEF Q3 and Q4), change from baseline in all domain scores of the IIEF, patients' responses to questions 2 and 3 of the Sexual Encounter Profile (SEP2 and SEP3), and patients' responses to the Global Assessment Question (GAQ). Any adverse events were also recorded during the trial. Results: After 12 weeks of treatment, the patients treated with udenafil showed significantly greater change from baseline in the IIEF-EF domain score compared with placebo (placebo, 0.20; 100-mg udenafil, 7.52; and 200-mg udenafil, 9.93, respectively) (P < 0.0001). Compared with placebo, udenafil significantly enhanced the rates of successful penetration (SEP Q2) and maintenance of erection (SEP Q3) (P < 0.0001). Furthermore, significantly greater proportions of udenafil treatment groups responded positively to the GAQ compared with the placebo group (GAQ: placebo, 25.9%; 100-mg udenafil, 81.5%; and 200-mg udenafil, 88.5%, respectively) (P < 0.0001). Treatment-related adverse events were generally mild to moderate with facial flushing and headache being the most common. Conclusions: Udenafil is an effective and well-tolerated therapy for ED of broad-spectrum etiology and severity.
Article
Tadalafil, a phosphodiesterase type 5 inhibitor, is effective therapy for erectile dysfunction (ED). Men with ED have a high incidence of comorbid conditions including cardiovascular disease, diabetes mellitus and benign prostatic hyperplasia. Although phosphodiesterase type 5 inhibitors are safe when administered with most medications, sildenafil given with doxazosin and vardenafil given with terazosin evoke orthostatic hypotension in some patients. We examined the hemodynamic interactions of tadalafil with the alpha-blockers doxazosin and tamsulosin. In separate double-blind, placebo controlled, randomized crossover studies (18 patients in each study) we evaluated the hemodynamic effects of doxazosin 8 mg with tadalafil 20 mg, and tamsulosin 0.4 mg with tadalafil 10 and 20 mg. Blood pressure (BP) and heart rate were recorded before dosing and for 24 hours after dosing. Tadalafil 20 mg augmented the hypotensive effect of doxazosin by producing a mean maximal decrease in standing systolic BP (SBP) that was significantly greater than placebo (a mean difference of 9.8 mm Hg). Analysis of BP outliers showed that the number of subjects with a standing SBP of less than 85 mm Hg was greater after doxazosin plus tadalafil (28%) versus doxazosin plus placebo (6%). In subjects on tamsulosin, tadalafil 10 and 20 mg produced mean maximal decreases in standing SBP that were similar to placebo (mean difference of 1.7 and 2.3 mm Hg, respectively). No subject taking tamsulosin had a decrease in standing SBP less than 85 mm Hg. Tadalafil augmented the hypotensive effects of doxazosin but had little hemodynamic interaction with tamsulosin. In patients taking tadalafil for ED, tamsulosin 0.4 mg may be given for the treatment of benign prostatic hyperplasia.
Article
To assess the association between erectile dysfunction (ED) and the long-term risk of coronary artery disease (CAD) and the role of age as a modifier of this association. From January 1, 1996, to December 31, 2005, we biennially screened a random sample of 1402 community-dwelling men with regular sexual partners and without known CAD for the presence of ED. Incidence densities of CAD were calculated after age stratification and adjusted for potential confounders by time-dependent Cox proportional hazards models. The prevalence of ED was 2% for men aged 40 to 49 years, 6% for men aged 50 to 59 years, 17% for men aged 60 to 69 years, and 39% for men aged 70 years or older. The CAD incidence densities per 1000 person-years for men without ED in each age group were 0.94 (40-49 years), 5.09 (50-59 years), 10.72 (60-69 years), and 23.30 (> or =70 years). For men with ED, the incidence densities of CAD for each age group were 48.52 (40-49 years), 27.15 (50-59 years), 23.97 (60-69 years), and 29.63 (> or =70 years). ED and CAD may be differing manifestations of a common underlying vascular pathology. When ED occurs in a younger man, it is associated with a marked increase in the risk of future cardiac events, whereas in older men, ED appears to be of little prognostic importance. Young men with ED may be ideal candidates for cardiovascular risk factor screening and medical intervention.